Η Σπατάλη της Γλώσσας: Οι Κατάλογοι ως Τελετουργία Εξάντλησης
Ο Δημήτρης Δημητριάδης γράφει σαν να έχει ήδη διαπράξει το έγκλημα της γραφής,αλλά δεν το κάνει για να εγκωμιάσει το έγκλημα, αλλά για να κρατήσει ζωντανά τα απομεινάρια του εγκλήματος κατά της γλώσσας ως Λογικής.
Οι Κατάλογοι δεν είναι μια απλή ποιητική χειρονομία· είναι η εμμονή της απαρίθμησης ως πράξη σπατάλης, ως τελετουργία εξάντλησης, ως επιμονή σ’ ένα πλεόνασμα που δεν επιστρέφει ποτέ στην οικονομία του νοήματος. Τη στιγμή που η γλώσσα υποτίθεται ότι οργανώνει μια δομή νοήματος, την ίδια στιγμήαποδιοργανώνεται· εκεί όπου θα έπρεπε να συγκρατεί, αφήνεται να διαρρεύσει. Κάθε στοιχείο που προστίθεται δεν ενισχύει τη συνοχή, αλλά τη διαβρώνει. Η απαρίθμηση μετατρέπεται σε μια σχεδόν ερωτική υπερβολή: όσο περισσότερο λέγεται, τόσο λιγότερο σημαίνει. Και όμως, μέσα σε αυτή τη μείωση της σημασίας, αναδύεται μια ένταση σχεδόν ιεροτελεστική—σαν η ίδια η γλώσσα να οδηγείται στη θυσία της.
Πρόκεται για τον σφοδρό, αιμοσταγή και αιμοδιψή σπινοζισμό της εξάντλησης. Οι Κατάλογοι δεν διατηρούν· καταναλώνουν, κανιβαλίζουν το αντικείμενό τους, το φθείρουν, το οδηγούν σε μια αργή διάλυση. Η μορφή τους, εκ πρώτης όψεως απλή, προϋποθέτει το άπειρο: κάθε κατάλογος είναι ένα απόσπασμα ενός μεγαλύτερου, αδύνατου συνόλου. Δεν ολοκληρώνεται ποτέ—εγκαταλείπεται. Και σε αυτή την εγκατάλειψη βρίσκεται η βαθύτερη του αλήθεια. Η γλώσσα, απαλλαγμένη από τον σκοπό της, απογυμνώνεται και εκτίθεται ως ένα πληγωμένο σώμα: ένα σώμα που διογκώνεται, που πάσχει από υπερπληθώρα πληγών, που πλησιάζει στην ασφυξία του έρωτα. Η επανάληψη λειτουργεί σαν παλμός, όχι ζωής αλλά της ύστατης εξάντλησης—ένας ρυθμός που επιμένει μέχρι να καταρρεύσει.
Σε αυτή τη γραφή το υποκείμενο δεν καταργείται απλώς—διαλύεται. Δεν υπάρχει «εγώ» που να οργανώνει την εμπειρία· υπάρχει μια φωνή που λειτουργεί σαν μηχανισμός καταγραφής μιας ήδη διαρρηγμένης πραγματικότητας. Η απαρίθμηση γίνεται έτσι κάτι σαν νεκροτομή: όχι καταγραφή πραγμάτων, αλλά καταγραφή νεκρών. Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται στο κέντρο· βρίσκεται διασκορπισμένος μέσα στη γλώσσα που τον υπερβαίνει, μια γλώσσα που υπερβαίνει τη Λογική, μια γλώσσα που υπερβαίνει τη γλώσσα ως Λόγο.
Οι Κατάλογοι ανήκουν σε μια αισθητική της εξάντλησης. Δεν παράγουν νόημα· το εξαντλούν. Κάθε προσθήκη είναι ένα βήμα προς την ακύρωση της ίδιας της δυνατότητας σημασίας. Και όμως, αυτή η ακύρωση δεν είναι σιωπή. Είναι μια υπερ-ομιλία, μια πληθωρική επιμονή που θυμίζει τελετουργία θυσίας: η γλώσσα προσφέρεται, καταναλώνεται, χάνεται για να αποκαλυφθεί το κενό που τη στηρίζει. Όπως σε κάθε πραγματική θυσία, αυτό που έχει σημασία δεν είναι το αποτέλεσμα αλλά η πράξη της υπέρβασης.
Αν υπάρχει εδώ τραγικότητα, δεν προκύπτει από σύγκρουση ή κάθαρση, αλλά από τη συνέχιση. Οι Κατάλογοι είναι μια τραγωδία χωρίς δράση, χωρίς πλοκή, χωρίς λύση. Μόνο αδιάκοπη παράθεση. Και αυτή η παράθεση είναι το ίδιο το τραγικό: η αδυναμία της γλώσσας να σταματήσει, ακόμη και όταν δεν έχει τίποτα πλέον να πει. Σ’ έναν κόσμο που απαιτεί συνοχή, ταυτότητα, νόημα, ο Δημητριάδης αντιπροτείνει την αποδιάρθρωση ως μορφή αλήθειας. Όχι την έλλειψη, αλλά το πλεόνασμα· όχι τη σιωπή, αλλά την εξάντληση της φωνής.
Οι Κατάλογοι δεν διαβάζονται· υφίστανται. Είναι ένα έργο που αρνείται κάθε οικονομία και επιμένει στη σπατάλη, μετατρέποντας τη γλώσσα σε τόπο υπέρβασης και καταστροφής. Και ίσως, μέσα σ’ αυτή την ακραία χειρονομία, να διαγράφεται μια μορφή ελευθερίας—εκεί όπου τίποτα δεν απομένει για να ειπωθεί, και όμως η γλώσσα συνεχίζει.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:
[…]Και σωπαίνουν τα ρούχα. Κυλούν οι μέρες τους
κυλούν. Ρούχα
σωματισμένα. Κυλούν οι νύχτες τους
κυλούν και κάθε νύχτα από φρίκη
σαν ψίθυρος μες στο σκοτάδι
ομαδικός. Ριγμένα στο πάτωμα, πεταμένα
στη ράχη της καρέκλας, κρεμασμένα
στην όρθια απάθεια της ντουλάπας ψιθυρίζουν
ρούχο με ρούχο, ένας ώμος
σ’ έναν ώμο, σε μια τσέπη ο γιακάς, προσεχτικά
προσεχτικά, μην ακουστεί αυτό που δεν ακούγεται,
τρομάρα των ρούχων, μία κουμπότρυπα
στην άλλη που έμαθε να εννοεί εκείνο που δεν λέγεται.
Ω πνεύμα των ινών. Ω έπη των ραφών. Διηγούνται
οι κλωστές την εισβολή. Ιστορούν
την κάθοδο τις ιαχές τις δάφνες. Πνίγουν τα μανίκια
την ανήκουστη φωνή τους που φωτίζεται με άθλους
στέψεις με άθλους και υποδοχές. Ντρέπονται τώρα και φοβούνται.
Ταπεινωμένες φόδρες. Ταπεινωμένες βάτες.
Κλωστές συντετριμμένες
ικέτιδες αλλοδαπές και υποδουλωμένες
δεμένες δαναΐδες αλληλένδετες
συνυφασμένες. Μέσα στη σιωπή του ύπνου
ενός τού μόνον σώματος. Ακινησία ασώματων σωμάτων.
Βούρκος ο Σκάμανδρος λιωμένης μνήμης.
«Πάει Πάει Πάει» σφυρίζουν τα φύλλα
της μουριάς. Αποδεκατισμένα νήματα. Εκάβη
από ίνες. Όρθια στις κρεμάστρες ολοφύρεται βουβά.
Ο αποτρόπαιος εκφυλισμός. Ο απαγχονισμός του γένους.
Άλλο ήρθε
άλλο μένει. Διάψευση των όπλων των πολεμιστών. Διάψευση
των οραματιστών των εμπνευστών.
Τέφρες διακηρύξεις, τέφρες συλλογικές
διεκδικήσεις και τέφρες οι ομοψυχίες ονειροπολήσεις
τέφρες οι ανυψώσεις εμψυχώσεις τέφρες. Ήρθαν
να βρουν το σώμα, το σώμα ήταν η υπόσχεση, και βρήκαν
τον σωματισμό.[1]
[1] Απόν 7ο Κατάλογο, Νημιωμένα όλα.









