Ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος ταξιδεύει και μας ταξιδεύει με όχημα την δεξιοτεχνική του μεστή αφήγηση, (σημάδι ευδιάκριτο από την πρώτη του κιόλας πρώτη εμφάνιση το 2017) τις λέξεις και τη μαγεία τους έτσι όπως αρμονικά συναντιούνται και δένουν η μία στο πλευρό της άλλης και, σε στέρεο έδαφος ρίχνουν θεμέλια και χτίζουν μικρές ιστορίες σαν δέντρα ακλόνητα.
Με όχημα του κόσμου τη σκοτεινιά και το θάμπος, τις θύελλες και τα ρεύματα των νερών και των καιρών, την ηχώ της ησυχίας και τους παφλασμούς των στοχασμών που σαν κύματα απλώνονται πάνω στην άμμο, σε μια προκυμαία, σε μια μακρινή χώρα, σ’ ένα μικρό δρόμο, σε μια λεωφόρο, στα συναισθήματα που μεταβολίζονται και παίρνουν το σχήμα μιας ανταύγειας της θάλασσας.
Ο νεαρός δημιουργός πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 2017 από τις εκδόσεις Σμίλη με την ποιητική συλλογή «Η στάχτη στον ουρανίσκο» που προκάλεσε θετικές εντυπώσεις καθώς ήταν ένα ποιητικό δείγμα βαθιάς ωριμότητας καμωμένη από έναν νέο ηλικιακά ποιητή. Κι ακολούθησε το ημερολογιακής / ποιητικής σύλληψης και δομής «Ανάμεσα στους ήλιους», το 2021, από τις εκδόσεις Ίκαρος, ένας ευσύνοπτος τόμος ταξιδιωτικών αφηγημάτων όπου ο ποιητικός λόγος του Αγγελόπουλου μπαίνει σφήνα μέσα στην πρόζα και γίνονται μαζί διαδρομή με εικόνες του ελληνικού καλοκαιριού στην έντασή του και στη νωθρότητα των καυτών μεσημεριών του. 2023 και ήρθε το επόμενο έξοχο βήμα του Αγγελόπουλου με τίτλο «Σώσε τη θύελλα», ολιγοσέλιδο μεν πυκνό και πλούσιο νοημάτων δε, με πρωτοπρόσωπες διηγήσεις. Κι εδώ, πρόζα και ποιητικός στοχασμός γίνονται ένα με το παιχνίδισμα των λέξεων, με διαδρομές σε συναισθήματα, εναλλαγές τοπίων, ενατενίσεις και ψίθυρους στο εδώ και στο εκεί της πόλης, της χώρας, του κόσμου.
Σταθερά από τις εκδόσεις Ίκαρος, ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος επανήλθε τη φετινή άνοιξη με το τρίτο μέρος αυτής της -άτυπης- τριλογίας που ξεκίνησε με το «Ανάμεσα στους ήλιους», συνεχίστηκε με το «Σώσε τη θύελλα» και ολοκληρώνεται με το πολύ πρόσφατο «Ιστορία των ρευμάτων». Τρία λοιπόν βιβλία, παρόμοια σε δομή, μορφή και κατασκευή, δεμένα με ένα συνδετικό κρίκο χαμηλόφωνων αφηγημάτων, που δεν είναι εύκολο να καταταχθούν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία διότι δεν είναι μυθιστορήματα, ούτε συλλογές διηγημάτων, ούτε ποίηση, αλλά ένα κράμα αφηγηματικών δοκιμίων, ημερολογιακών – στοχαστικών -πεζογραφικών καταγραφών, ατομικών και συλλογικών εξομολογητικών συρραφών σε ένα καμβά με σχέδια περίτεχνα κεντημένα με σφιχτοδεμένες κλωστές.
Η «Ιστορία των ρευμάτων» είναι ένας συνδυασμός όλων των παραπάνω κι είναι ένα βιβλίο που εντυπωσιάζει -όπως και τα προηγούμενα- με τη χρήση της γλώσσας, των ανεξίτηλων εικόνων που στροβιλίζονται σε εναλλασσόμενα αφηγηματικά πλάνα, είναι μια σύνθεση κειμένων χωρίς τίτλο που το ένα δίνει τη θέση του στο επόμενο (σχηματίζοντας ένα σπονδυλωτό αφήγημα) έχοντας κοινές θεματικές την αισθαντικότητα, την αξιοθαύμαστη οικονομία λόγου και μια σαγηνευτική μεστή έκφραση. Τα κείμενα θα μπορούσαν να διαβαστούν ως ασκήσεις ύφους για το βυθό και την επιφάνεια των πραγμάτων, των στιγμών, των οριζόντων, των σχέσεων, των ρωγμών, των ανθρώπων, για όσα λαμβάνουν χώρα πίσω απ’ τα μάτια και μπροστά απ’ το (ερειπωμένο) βλέμμα, για το πώς η ψυχή διαστέλλεται απέναντι σε ένα τοπίο που γίνεται όραμα, για την σπειροειδή πορεία απ’ τον μέσα κόσμο (των χτύπων της καρδιάς, του πόνου, του φόβου, του άηχου λυγμού του σώματος, των ανομολόγητων πόθων) στον έξω (της φύσης, της ζωής στο πριν στο εδώ και στο τώρα, των οικογενειακών μοιρασμάτων) σε μύθους και ιστορίες δανεικές, προσωπικές και ανοίκειες.
Οι περισσότερες αφηγήσεις είναι πρωτοπρόσωπες. Ο αφηγητής / συγγραφέας ταξιδεύει και καταγράφει σκέψεις και εντυπώσεις από τους μακρινούς τόπους που επισκέφθηκε, όπως το Λιβόρνο, το Βιετνάμ, η Σαγκάη, η Γενεύη (για μια διανυκτέρευση). Κυρίαρχη βέβαια και η Αθήνα και οι ομορφιές της και οι δρόμοι της στο κέντρο και στο απόκεντρο. Ταξιδιώτης και στην πόλη του ο αφηγητής, περιπλανώμενος και παρατηρητής ορατών κι αοράτων ρευμάτων, καταγράφει τις αϋπνίες και τους φόβους του, τον χρόνο -χωρίς τον χρόνο- και τη συχνότητά του, τη διαφάνεια του νερού της θάλασσας κι ενός κειμένου που διαβάστηκε, την επαφή μ’ ένα γραπτό του Μπόρχες, του Ανρί Μισώ, του Πέτερ Χάντκε, του Εμπειρίκου , του Ε.Γ. Ασλανίδη, τη θύμηση γυναικών και την ανάσα της λαγνείας, στιγμιότυπα οικογενειακής ζωής (του) , τα όνειρα που τον ακολουθούν στο φως της μέρας και τον διαπερνούν σαν υπόγεια εσωτερικά ρεύματα, την αγάπη που καρπίζει κι ανθίζει κι ας μένει έννοια σφηνωμένη πίσω απ’ τα χείλη.
Πρωταγωνιστές είναι η ασύλληπτη γλώσσα του Αγγελόπουλου και η σκηνογραφία των τοπίων που αποκτούν υπόσταση και συνομιλούν με τον αφηγητή και τελικά και με τον αναγνώστη. Εδώ κι οι δρόμοι, ο ουρανός, η θάλασσα, οι ήχοι, οι σιωπές, το τρεμόσβησμα του φωτός, οι ιριδισμοί της μνήμης. Εν μέρει βιωματικά, πυκνά και απαιτητικά τα αφηγήματα της «Ιστορίας των ρευμάτων», μικροί λαβύρινθοι -όχι κλειστοφοβικοί, όχι με την εναγώνια αίσθηση ανεύρεσης εξόδου. Αντιθέτως, είναι ανοιχτοί, έχουν θέα τη ζωή, τον άνθρωπο, τον εαυτό, τα μικρά αφανέρωτα αδιέξοδα, τη θάλασσα και την παύση της φλυαρίας των κυμάτων, την λύτρωση μιας θύελλας, τον ήλιο που φλερτάρει με την πέτρα, την επιφάνεια του νερού απαλή σαν τύψη.
Ένας μικρός καλαίσθητος τόμος υβριδικών κειμένων μεταξύ ποιητικής πρόζας και χρονογραφήματος με εξιστορήσεις για τον κόσμο και τους τόπους που μας περιβάλλουν και μας διαμορφώνουν, από ένα δημιουργό – ποιητή, τον Παναγιώτη Αγγελόπουλο, που ξέρει πολύ καλά να παρατηρεί, να μελετά, να διαβάζει εαυτόν και αλλήλους, τα ρεύματα και τη ροή της μνήμης και του βίου και να τα αποτυπώνει με έκδηλο εμπνευσμένο ποιητικό λόγο. Από τους πιο άξιους νέους εκπροσώπους της υβριδικής λογοτεχνίας, ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος, είναι βέβαιο πως έχει ακόμα πολλά γραπτά θαύματα να πραγματοποιήσει, να μας τα μοιράσει, να μας τα εκμυστηρευτεί και, κατά συνέπεια, να μας κάνει συνοδοιπόρους του στις μελλοντικές του περιπλανήσεις κάτω απ’ τους ήλιους, μέσα στη θύελλα και πλάι στα ρεύματα των νερών, για να ξαναβρούμε αυτά που χάσαμε και ξεχάσαμε: την αναγνωστική καταβύθιση, την διαδρομή του νου στον κόσμο έξω απ’ τον εαυτό μας, την επιστροφή στο φως και στον ανοιχτό ορίζοντα.
«…Εντούτοις το ζήτημα δεν είναι αν οι μηχανές θα κυοφορούν βιβλία αλλά αν θα διαβάζει κανείς ακόμα λογοτεχνία, η οποία γράφεται υποχρεωτικά από ανθρώπους. Μ’ αυτή τη σκέψη αποκοιμήθηκα. Το κρύο παρέμενε αδυσώπητο.» (σελ.30)









