«Θραύσματα ιαπωνικής ευαισθησίας»
Στην πρώτη του συλλογή με τίτλο «Είναι σίγουρα στιγμές, άρρυθμες» (Εκδόσεις Υψικάμινος) ο πρωτοεμφανιζόμενος ποιητής Γιάννης Τόμπρος επιλέγει να ασχοληθεί με την άκρως απαιτητική φόρμα του χαϊκού, το οποίο είναι ιδιαίτερα αγαπητό στη χώρα μας. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι υπήρξε κάποτε ο Ελληνικός Κύκλος Χαϊκού (ΕΛ.ΚΥ.ΧΑ.), τα μέλη του οποίου κατέβαλλαν σημαντικές προσπάθειες για τη διάδοση του χαϊκού στην Ελλάδα και για την καταγραφή της εγχώριας παραγωγής.
Το εξώφυλλο του βιβλίου, το οποίο σχεδίασε ο Ευστράτιος Τζαμπαλάτης, κοσμεί μια ατμοσφαιρική φωτογραφία που απεικονίζει μια γυναικεία μορφή να διασχίζει ένα αστικό πάρκο εν μέσω πυκνής ομίχλης. Θα μπορούσε κανείς βάσιμα να ισχυριστεί ότι η γυναίκα του εξωφύλλου λειτουργεί ως alter egoτου ποιητή, ο οποίος, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, στοχάζεται μόνος μέσα σε ένα θολό και αστικό τοπίο.
Των ποιημάτων προηγείται ένα μονοσέλιδο εισαγωγικό κείμενο με τίτλο «Αντί προλόγου», στο οποίο ο Τόμπρος διευκρινίζει ότι ακολουθεί μια «σύγχρονη τάση» (σελ. 7), που υπαγορεύει την απομάκρυνση από την «τυποποιημένη θεματολογία» του είδους. Αυτό δεν τον εμποδίζει να διατηρήσει «τη φόρμα των 17 συλλαβών», δίνοντας, ωστόσο, «έναν πιο ελεύθερο τόνο» στη γραφή του και κάνοντας, παράλληλα, χρήση της τεχνικής του «μαγικού ρεαλισμού».
Η συλλογή χωρίζεται σε δύο θεματικές ενότητες. Η πρώτη εξ αυτών έχει τίτλο «Της περισυλλογής».Περιλαμβάνει 35 χαϊκού, τα οποία, όπως προδίδει και ο τίτλος, έχουν στοχαστικό χαρακτήρα. Ο ποιητής πραγματοποιεί μια περιδιάβαση σε τόπους νοητούς, όπου αναμετράται με τη νοσταλγία, τη μνήμη και τη μοναξιά.
«Η νοσταλγία/ανίατη ανάγκη/μεταφυσική» (σελ. 11)
«Μια στενοχώρια/ξεμπάρκαρε εσχάτως/από τη μνήμη» (σελ. 16)
«Μ’ αναζήτησες/μα είμαι χωρίς Θεό/μόνος, στους δρόμους» (σελ. 18)
Η νοσταλγία είναι μια «ανίατη ανάγκη» από την οποία δεν μπορεί να απαγκιστρωθεί. Η ανάγκη αυτή συνυπάρχει με ένα αίσθημα θλίψης που πηγάζει από όσα ανακαλεί η μνήμη και κυρίως από ένα αίσθημα μεταμέλειας για όσα δεν πραγματοποιήθηκαν ιδίως κατά την περίοδο της νιότης.
«Καμένα νιάτα/μέσα στο πάθος νωπά/γεμάτα λάθη» (σελ. 12)
«Πριν λήξ’ η νιότη/ακοίμητος να ψάχνεις/σκοπό μεγάλο» (σελ. 14)
«Έχω μια μοίρα/γεμάτη από σιωπές —/στάχτες της νιότης» (σελ. 18)
Το ποιητικό υποκείμενο μοιάζει να θρηνεί για τα νιάτα που χάθηκαν μέσα σε σφάλματα και απευθύνει έκκληση στον αναγνώστη/στην αναγνώστρια να ψάξει για «σκοπό μεγάλο» θυσιάζοντας τον ύπνο, προτού παρέλθει η νιότη. Η προτροπή αυτή, απόσταγμα του στοχασμού και απότοκο της ατομικής και συλλογικής εμπειρίας, θέτει επί τάπητος έναν οντολογικό προβληματισμό.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ποιητικό υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με τη μοναξιά του, χωρίς να διαθέτει τη διέξοδο της θρησκευτικής πίστης για να του απαλύνει τον πόνο. Στέκεται μόνο, «στους δρόμους», όπως ίσως η γυναίκα του εξωφύλλου. Πενθεί, καθώς το παρελθόν το κρατά δέσμιο («Πάλι προσπαθώ/ερείπια ν’ αφήσω/μνήματα κι έννοιες», σελ. 16) και αδυνατεί να βρει γλυκιά παρηγοριά («Μες στη μοναξιά/λόγια σεμνά μ’ άγλυκα/με καρτερούνε», σελ. 15).
Τη θεματική ενότητα «Της περισυλλογής» ακολουθεί αυτή με τίτλο «Αστικές στιγμές». Κι αυτή η ενότητα αποτελείται από 35 χαϊκού, μέσα από τα οποία ο ποιητής στρέφει το βλέμμα του από τον έσω στον έξω κόσμο. Πέρα από μια ιψενική κραυγή έκφρασης της αυτονομίας του ατόμου που παραπέμπει στον «Εχθρό του λαού» («Άδικε όχλε/δικαίωμα έχω να/σ’ αποστρέφομαι», σελ. 23), η μερίδα του λέοντος σε αυτή τη θεματική ενότητα ανήκει στον έρωτα.
Πρόκειται, όμως, κατά βάση για τον ανεκπλήρωτο έρωτα που αφήνει ένα αίσθημα κενού.
«Το σπίτι βουβό —/ύμνος απελπισμένος/σ’ άδειο κρεβάτι» (σελ. 24)
«Άργησες τόσο/κι η θύμησή σου κενή/σβησμένη φλόγα» (σελ. 25)
«Θολή η νύχτα/σε καρτερώ να φτάσεις/να γείρω πλάι» (σελ. 27)
«Κοίταζες πικρά/μα εγώ ψιθύριζα/αγάπησέ με» (σελ. 29)
Το ποιητικό υποκείμενο βιώνει ένα δράμα δωματίου (Kammerspiel).Κλεισμένο μέσα στους τέσσερις τοίχους του αστικού διαμερίσματος βλέπει το αντικείμενο του πόθου του να ξεγλιστρά μέσα από τα χέρια του, αφήνοντας μια θύμηση κενή και μια ερωτική επιθυμία ανικανοποίητη.
«Βαθιά στην καρδιά/μια φλέβα μου λυγίζει/από λαχτάρα» (σελ. 29)
«Γράφω ακόμα/σε μια σκοτεινή γωνιά/θλιμμένες λέξεις» (ό.π.)
Το μόνο που απομένει είναι η λαχτάρα για ανταπόκριση, για μια παρουσία που θα γεμίσει το «άδειο κρεβάτι». Μόνη διέξοδος η γραφή. Σε «μια σκοτεινή γωνιά» οποιητής αντιμετωπίζει την κατάσταση με τη μόνη μέθοδο που γνωρίζει: χαράσσοντας πάνω στο χαρτί «θλιμμένες λέξεις», καθώς «γέρνει η νύχτα» και έρχεται «ασκλάβωτος/τραχύς ο πόθος» (σελ. 30).
Η συλλογή ολοκληρώνεται με ένα τελευταίο χαϊκού, το 71ο, το οποίο συνοψίζει με τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα του βιβλίου:
«Κι αυτό που μένει/στο έσχατο ταξίδι/οδύνη κι έρως» (σελ. 32)
Καθώς το βιβλίοκαι η ζωή φτάνουν στο τέλος τους απομένει η οδύνη του θανάτου και ο έρως ως βιωμένη ανάμνηση που χάνεται στον ομιχλώδη ορίζοντα του εξωφύλλου.
Ο Γιάννης Τόμπρος πραγματοποιεί ένα επιτυχημένο ντεμπούτο στο λογοτεχνικό στερέωμα παραδίδοντας στο αναγνωστικό κοινό 71 καλοδουλεμένα χαϊκού. Με σεβασμό στη μορφή και με ανανεωτική διάθεση όσον αφορά το περιεχόμενο πραγματεύεται τα θέματα της νοσταλγίας, τη μνήμης, της μοναξιάς και του έρωτα εντός του αστικού τοπίου. Με λογισμό, με ευαισθησία και με την απαιτούμενη συμπύκνωση λόγου καταγράφει τις αρρυθμίες της ανθρώπινης ύπαρξης και μας καλεί να γίνουμε συνοδοιπόροι σε ένα ταξίδι, που όπως αναφέρει κι ο ίδιος, απαιτεί «υπομονή, επιμονή και μία ασκητική προσήλωση» (σελ. 7).









