Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Γιάννης Κίντζιος, «Ονειρεύτηκα τη Διοτίμα», εκδ. Κομνηνός, 2025

Μυστικός Δείπνος

Ο μυστικός μας δείπνος είχε προσκεκλημένους την Μαγδαληνή, τον Διόνυσο και την

Παναγία που κυοφορούσε την Αγάπη…

Κι εμείς θρέφαμε την πείνα μας μεθώντας με κάθε θνητό μας κύτταρο πριν φθαρεί στην ριπή

του χρόνου…

 

Την δίψα μας γιάτρευε το ζεστό μας αίμα που έσταζε σαν κερί που τρεμοπαίζει στην εκπνοή

των αναστεναγμών

Κι η ηδονή φύτρωνε σαν νυχτολούλουδο στα σκοτεινά σοκάκια μυρίζοντας άνοιξη…

Υπνωτισμένοι στη θαλπωρή αυτής της καλοθρεμμένης φωτιάς, απολαμβάναμε το ακράτισμα

κόντρα στον θάνατο

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Ο μελοποιημένος Μανόλης Αναγνωστάκης- Όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα», εκδ. Μετρονόμος, 2025

Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μανόλη Αναγνωστάκη οι εκδόσεις Μετρονόμος κυκλοφορούν έναν συλλογικό τόμο αφιερωμένο στο μελοποιημένο έργο του μείζονος ποιητή της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, σε επιμέλεια των Σπύρου Αραβανή, Ηρακλή Οικονόμου και Θανάση Συλιβού.

 

Δημήτρης Παπαδημητρίου, «Ο ποιητής του αήττητου προσωπικού ονείρου»

Η πρώτη μου επαφή με την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη ήταν καταλυτική. Παιδί ακόμα ξεφύλλιζα την μονότομη ανθολογία του πάτερα (Ηρακλή) Αποστολίδη κι εκεί έπεσα στο «Σκάκι». Ένα ποίημα που με αποσβόλωσε. Καταρχήν η «εικόνα» του! Που με πήγαινε σε κάτι αντισυμβατικό, μοντέρνο. Όχι τραγούδι σαν να λέμε. Δεύτερο ο διαρκής και συνεπής συμβολισμός. Και τρίτο κατέγραφε κάτι που αισθανόμουν πως στον τόσο ιδιότυπο και ερμητικό κόσμο του σκακιού η συμβολική αυτή ιδέα ζούσε πάντα μέσα του, την είχα κι εγώ σχεδόν φευγαλέα συλλάβει και πριν ακόμη γίνει συγκεκριμένη, πριν ξεγλιστρήσει πάλι πίσω στο σκοτεινό βυθό της κινεζικής άγνωστης θάλασσας.

Τον είχα ακουστά τον Αναγνωστάκη από τους δυο φιλότεχνους και εμβριθείς γονείς μου. Μεγάλος βαθύς και ειλικρινής. Ρεαλιστής και ονειρικός ταυτόχρονα. Πως αλλιώς; Η γενιά της ήττας. Της Ήττας; Ποιας Ήττας; Σκεφτόμουν εγώ ο δούλος της τέχνης. Στην πέννα του η ήττα γινότανε πάλι μια Νίκη και Δόξα και Θρίαμβος σε μιαν πολύ ανώτερη σφαίρα. Ο ποιητής της ανυπότακτης ποίησης. Του αήττητου προσωπικού ονείρου.

Στοχασμός με αλήθεια. Μεγέθη αληθινά, πιστευτά και βιωμένα. Βάθος του νου, τιμιότητα και ήθος, όπως ταίριαζε στον ιδανικό, ιδεατό αριστερό μιας εποχής αλλιώτικης.

Έγραψα το «Σκάκι» κι ευτυχώς δεν άκουσα δυο τρεις εξωκαλλιτεχνικούς φίλους που με απέτρεψαν να το βάλω στη τηλεοπτική σειρά, ως «κουλτουριάρικο». Ήθελα να μπει και στους τίτλους. Κι οι τέσσερις βασικοί συντελεστές στο μοντάζ ήμασταν 50-50 με το «Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια». Ήθελα το ποίημα αυτό να χαράξει τη σκέψη, την καρδιά και το ήθος όλων των νέων ακροατών. Να γίνει ο όρκος μιας νέας γενιάς καλών πολιτών, με κόκκινες γραμμές στον μοιραίο και συντόμως επικείμενο συμβιβασμό Να φρουρεί το δικαίωμα στο όνειρο. […]

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Ανδρεάνα Σαπρίκη, «Εκμαγείο», εκδ. Μετρονόμος, 2024

ΣΕΛΗΝΗ

Εκτός από τον Μπόρχες,
κι εγώ
έχω μεγάλη αδυναμία στη Σελήνη.

Λατρεύω τη χλωμή της όψη,
το τριπλό φέγγος που
την τσιμεντένια πόλη λούζει,
τον έρωτά της για τον Ενδυμίωνα
και νιώθω αυτή τη σύνδεση την άχρονη
μαζί της.

Πάνσοφη κόρη που στον ουρανό συχνάζεις,
εσένα κοιτούσε η Υπατία
λίγο πριν την κατακρεουργήσουν
με θραύσματα αγγείων,
εσένα κοιτούσε κι ο Νέρωνας
λίγο πριν βιαστικά τη Ρώμη εγκαταλείψει·

ίσως εσένα κοιτάζει κι ο αγαπημένος μου απόψε.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Αντρέας Πολυκάρπου, «Εις Άδου Κάθοδος», εκδ. Σμίλη, 2025

 

 

ΕΡΩΤΙΚΟ

 

Σε είδα στο νεκροτομείο.

Δυο χέρια τράβηξαν το σεντόνι

και σε είδα να χαμογελάς.

Γύρισα το πρόσωπο ανάστροφα.

Αλλιώς τους είχα μάθει τους νεκρούς.

Θλιμμένους, ψυχρούς, αφημένους στις χερσαίες

και άνυδρες στέπες του Άδη.

 

Σου εξήγησα ότι το γέλιο σου

ταράζει των νεκρών τη νηνεμία.

Καθώς οι σάρκες λιώνουν,

γιατί εσύ μάταια χαμογελάς;

Καμιά δεν σου απέμεινε ελπίδα.

Το σώμα σου ωχροκίτρινο,

ίδιο με το φως του κεριού

που άναψα χαράματα στο ξωκλήσι.

Εκεί, σ’ αυτό το ξωκλήσι

που θάψαμε τα όνειρά μας.

Με τα άσπρα χέρια των παιδικών μας φωνών

ρίξαμε χώμα, πέτρες

πάνω από τα πολύχρωμα μπαλόνια της αθωότητας.

 

Σ’ εμάς έλαχε να σβήσει το χαμόγελο νωρίς.

Και τώρα;

Τώρα γελάς, καγχάζεις

κοιτώντας το σεντόνι να σε σκεπάζει.

Σταμάτα. Σταμάτα τώρα.

Θέλω τους νεκρούς θλιμμένοι να είναι.

Θλιμμένοι για τη ζωή που άφησαν,

για τα όνειρα που εγκατέλειψαν.

 

Εσύ ονειρεύεσαι;

Άσε με εμένα…

Θυμάσαι την κηδεία;

Θυμάμαι τα λουλούδια.

Τι όμορφα που ευωδίαζαν θάνατο.

Σ’ τα έπλεξα στα μαλλιά σου για να μυρίζουν Άδη.

 

Σε έναν βαθύ τάφο ενώθηκαν τα σώματά μας.

Και γύρω μας ηδονισμένοι νεκροί.

Η ηδονή τους καθρεφτιζόταν

στα διάφανα πετσιά τους

και στις πράσινες μεμβράνες των φλεβών

που ντύνουν τα οστά τους,

με τη ματαίωση της ζωής στις άδειες κόγχες.

Από τα δικά σου μάτια περνούσε το φως τους.

 

Εσύ πώς βλέπεις;

Τα δικά σου μάτια μέσα από ποια μάτια

συνήθισαν να βλέπουν;

Δεν ξέρω, δεν νιώθω τίποτα.

Όλα έσβησαν, όταν άρχισαν τα όνειρα

σαν σκουλήκια να τρώνε την ψυχή μου.

Υπήρξες παιδί;

Απ’ ό,τι θυμάμαι, ναι. Τότε σιχάθηκα τους ανθρώπους.

Σαν πεθάνεις, θα γελάς;

Ελπίζω τα χείλη να λιώσουν πρώτα…

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Χρήστος Ελούλ, «Αντιστροφή», εκδ. Ιάκνις, 2025

Κωπηλάτες

Στην ισχνή οπτασία
στέκομαι αλώβητος
κωπηλάτεςιχνηλατούν την πορεία προς τη διάβρωση
έτοιμοι να υποστούν τη φυσική καταστροφή
τα δάκτυλα είναι ο τόπος της φυγής
σκάβουν τον θάνατο,
μια τυμβωρυχία
είναι η ποίηση.

 

Διαβάστε περισσότερα