ΕΡΩΤΙΚΟ

 

Σε είδα στο νεκροτομείο.

Δυο χέρια τράβηξαν το σεντόνι

και σε είδα να χαμογελάς.

Γύρισα το πρόσωπο ανάστροφα.

Αλλιώς τους είχα μάθει τους νεκρούς.

Θλιμμένους, ψυχρούς, αφημένους στις χερσαίες

και άνυδρες στέπες του Άδη.

 

Σου εξήγησα ότι το γέλιο σου

ταράζει των νεκρών τη νηνεμία.

Καθώς οι σάρκες λιώνουν,

γιατί εσύ μάταια χαμογελάς;

Καμιά δεν σου απέμεινε ελπίδα.

Το σώμα σου ωχροκίτρινο,

ίδιο με το φως του κεριού

που άναψα χαράματα στο ξωκλήσι.

Εκεί, σ’ αυτό το ξωκλήσι

που θάψαμε τα όνειρά μας.

Με τα άσπρα χέρια των παιδικών μας φωνών

ρίξαμε χώμα, πέτρες

πάνω από τα πολύχρωμα μπαλόνια της αθωότητας.

 

Σ’ εμάς έλαχε να σβήσει το χαμόγελο νωρίς.

Και τώρα;

Τώρα γελάς, καγχάζεις

κοιτώντας το σεντόνι να σε σκεπάζει.

Σταμάτα. Σταμάτα τώρα.

Θέλω τους νεκρούς θλιμμένοι να είναι.

Θλιμμένοι για τη ζωή που άφησαν,

για τα όνειρα που εγκατέλειψαν.

 

Εσύ ονειρεύεσαι;

Άσε με εμένα…

Θυμάσαι την κηδεία;

Θυμάμαι τα λουλούδια.

Τι όμορφα που ευωδίαζαν θάνατο.

Σ’ τα έπλεξα στα μαλλιά σου για να μυρίζουν Άδη.

 

Σε έναν βαθύ τάφο ενώθηκαν τα σώματά μας.

Και γύρω μας ηδονισμένοι νεκροί.

Η ηδονή τους καθρεφτιζόταν

στα διάφανα πετσιά τους

και στις πράσινες μεμβράνες των φλεβών

που ντύνουν τα οστά τους,

με τη ματαίωση της ζωής στις άδειες κόγχες.

Από τα δικά σου μάτια περνούσε το φως τους.

 

Εσύ πώς βλέπεις;

Τα δικά σου μάτια μέσα από ποια μάτια

συνήθισαν να βλέπουν;

Δεν ξέρω, δεν νιώθω τίποτα.

Όλα έσβησαν, όταν άρχισαν τα όνειρα

σαν σκουλήκια να τρώνε την ψυχή μου.

Υπήρξες παιδί;

Απ’ ό,τι θυμάμαι, ναι. Τότε σιχάθηκα τους ανθρώπους.

Σαν πεθάνεις, θα γελάς;

Ελπίζω τα χείλη να λιώσουν πρώτα…

**

ΟΙ ΠΕΝΘΟΥΝΤΕΣ (VII)

 

Κρατάω μέσα μου τα καλοκαίρια.

Αυτά που πέρασαν και έφυγαν χωρίς να χαράξουν το φως

χωρίς να ανθίσουν το γιασεμί.

Το ξεχασμένο γραμμόφωνο, το γαλάζιο ηλιοβασίλεμα

και τις φωνές των παιδιών με τα ρυτιδιασμένα χέρια.

Τον αέρα με τους κόκκους της αλμύρας και την καυτή άμμο

στοιβαγμένη πάνω από τα ανοιχτά μου μάτια,

φυτεμένα στα πράσινα βράχια.

Κρατάω μέσα μου τα καλοκαίρια.

Τα σκεβρωμένα αρμυρίκια και το λευκό σου χέρι

να ψαχουλεύει τον ήλιο.

 

**

ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

 

Αυτά τα δέντρα μην τα λυπάσαι.

Με τον ίσκιο τους, τους κοιμώμενους δροσίζουν.

Ανάμεσα στις ρίζες τους

μπλεγμένα τα σκελετωμένα και άκαμπτα κορμιά

αφήνονται στη σήψη, στα σκουλήκια που χορταίνουν την πείνα τους

με ό,τι από τον άνθρωπο απομένει.

Αυτά τα δέντρα ριζώνουν στο χώμα

που σκεπάζει τις άσαρκες πια ελπίδες.

Αυτά τα δέντρα μην τα λυπάσαι.

Το χάραμα μαζεύουν το φως που μάταια ψάχνει

την ίριδα των πενθούντων.

Στις ρίζες τους αναρριχώνται γυμνές φλέβες και στον κορμό τους

κυλά το αίμα όσων δεν πρόκαμαν να επιστρέψουν

ένα πρωινό του καλοκαιριού στο σπίτι

και βρήκαν κρεβάτι κάτω από το χώμα να πλαγιάσουν.

 

Κοκαλιασμένα των παιδιών κορμιά

που αποχωρίστηκαν από της μάνας τους το στέρνο

χωρίς να χορτάσουν γάλα και ηδονή

κάθε απόγευμα παίζουν κρυφτό

ανάμεσα στα παγωμένα μνήματα

με τα ανοιχτά μάρμαρα.

Κι αν κάποιο απ’ αυτά ξεμακρύνει στους ζωντανούς,

την παλιά του ζωή να βρει

και στης μάνας του το δωμάτιο να ψάξει

την ξεχασμένη κούνια με τα πολύχρωμα σεντόνια

που εδώ και χρόνια κανένα δεν τη λικνίζει νανούρισμα

το βράδυ την πόρτα του Άδη θα βρει κλειστή.

Ο Θάνατος δεν συγχωρά αυτούς που τη ζωή θυμούνται.

 

Αυτά τα δέντρα τις ζωές των ανθρώπων κουβαλούν πάνω τους,

και τους τελευταίους πριν τους φυτέψουν αναστεναγμούς

ψιθυρίζουν στα νυχτοπούλια που φωλιάζουν στα ραγισμένα κρανία

και στις σφιχταγκαλιασμένες παλάμες

αυτών που τα δάχτυλα έπλεξε ο Θάνατος

σε ένα μακάβριο κουβάρι.

 

Τι νεκρική νηνεμία έχουν οι τάφοι, τα λιμάνια των ψυχών,

εκεί που ρίχνει άγκυρα η ζωή.

Πόσα λουλούδια ευωδιάζουν λιβάνι και σάπια σάρκα

κάθε που ο νοτιάς χαϊδεύει το χώμα που σκεπάζει

ό,τι από τον άνθρωπο απέμεινε.

 

Τι νεκρική σιγή όταν τις σάρκες σε τάφο στριμώχνουν

αυτών που δεν ξεπλύθηκαν σε κολυμβήθρες.

Αυτών που δεν είδαν το φως

και δεν άκουσαν των ανθρώπων τη φωνή.

Τι όμορφα που ευωδιάζει ο τάφος αυτών

που δεν βρομάνε του βαπτίσματος τα μύρα

και έχουν τα αυτιά κλειστά στα κιτάπια του παπά.

 

Αυτά τα δέντρα είναι τα δικά μου δέντρα.

Τα δικά μου χέρια τα φύτεψαν πάνω από το σώμα μου.

Με τα μακριά μου νύχια έσκαψα τον λάκκο μου

και χώθηκα βαθιά στην αχαρτογράφητη των νεκρών πόλη.

Τότε που άνοιξα τις φλέβες μου

τα παρτέρια του κοιμητηρίου γέμισαν με ζωή και φως

από της καρδιάς μου τους σπασμούς που έστελναν

αιμάτινα κύματα, κομμάτια σάρκας και υγρό μεδούλι.

Στις κουφάλες τους κρυβόμουν.

Στις ραβδώσεις του κορμού τους γεννήθηκα

για να επιβεβαιώσω τον χρησμό

όταν οι καμπάνες χαρμόσυνα διαλαλούσαν του Σατανά τον ερχομό.

 

Αυτά τα δέντρα μην τα λυπάσαι.

Από μένα συνήθισαν να τρέφονται.

Από τις δικές μου θύμησες,

από τη ζωή που δεν κατάφερα να ζήσω

–που δεν με άφησαν να ζήσω–

και από τον ανολοκλήρωτο με τον ψυχοπομπό έρωτα.

 

**

ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ (II)

 

Όταν τα βήματα τελέψουν στην άκρη της γης

του στεναγμού τα χελιδόνια από το στέρνο θα αποδημήσουν.

Με τα κεφάλια σκυμμένα θα αναλογιζόμαστε

την απέραντη που ανοίγεται για μας

θάλασσα της θλίψης.

Στην άκρη της γης θα είμαστε μόνοι, θλιμμένοι.

Οι ψυχές μετανάστευσαν στο πέρα φως.

Σε ποιους βωμούς θα κάνουμε θυσίες

υποδεχόμενοι την αιώνια εσπέρα

που θα μας κυκλώνει;

Τι φρικτές θα είναι των ανθρώπων οι όψεις

καθώς θα αποστειρώνονται στο αιώνιο καθαρτήριο.

Στο επέκεινα των αισθήσεων και στο πέρα της ζωής

τι αλήθεια θα επιβιώσει στην αιώνια γη;

 

**

ΣΕ ΤΟΥΤΟ ΤΟΝ ΤΟΠΟ

 

Σε τούτο τον τόπο

γη νησιωτική, με την ακτογραμμή της

να χωρίζει τους ανθρώπους από τα όνειρα.

Παιδιά δεν μεγαλώνουν στη γη αυτή.

Αυτόχειρα όλα τράβηξαν για τις βουνοκορφές του θανάτου

αυτές τις ξασπρισμένες από τον πάγο των ψυχών κορφές

με τις νάρκες της συνείδησης

να κρύβονται σαπισμένες στο υγρό χιόνι.

Σ’ αυτόν τον τόπο

στις πέτρες του φυτρώνουν γιασεμιά

και η θάλασσα, μια απέραντη δακρύων έκταση

με τα βράχια κυρτωμένες των ανθρώπων να είναι ράχες.

Αγκάθια για σκουλαρίκια στολίζουν τους ανθρώπους.

Αρχαιολόγοι ανακάλυψαν στις ανασκαφές

το ανάκλιντρο του Χάροντα.

Σκελετωμένος κι αυτός

κουράστηκε το δικό του να προσμένει τέλος.

 

–Γρήγορα, φυτέψτε το ξανά στη γη.

–Αυτά δεν αρέσουν στους τουρίστες.

–Αυτοί συνήθισαν να μεθοκοπούν

στις πλατείες των εκκλησιών

των άλλοτε ψαροχωριών μας.

–Μην τους μιλάτε για το θανατικό

που ξέσπασε εδώ και χρόνια τώρα.

–Θα φύγουν, κι εμείς τι θα απογίνουμε μετά;

–Θα μείνουμε και πάλι με το θανατικό;

 

Η ξέρα αυτή, μια της Αφροδίτης ερωτική κλίνη,

που τώρα οι κάτοικοί της –άλλοτε πιστοί στα όργια–

μετοίκησαν εν τόπω χλοερώ.

Ένας παπάς απέμεινε στο μοναστήρι του Μαχαιρά

να σπέρνει τα δόντια του ταύρου που διαμέλισε ο Άδωνις

προτού ο Παύλος με το χιτώνιο του καλόγερου

του ντύσει τους ώμους.

Και πίσω του στρατιές νεκρών

με ξεχαρβαλωμένα τα κόκαλα

μα έχοντας στα χέρια ακόμη

το αντίδωρο της πρωινής λειτουργίας.

Κι ας μην είχαν δόντια για να το φάνε.

 

–Σταμάτα. Έχουμε γίνει πια νεκρόφιλοι.

Πιστοί σε εικονίσματα και σε αγιογραφίες.

Σκέλεθρα Αγίων πια προσκυνούμε

και φοβόμαστε, φοβόμαστε.

–Όλο και πιο πολύ φοβόμαστε.

–Δεν είδα Άγιο σε τούτον τον τόπο,

μήτε σωμάτων και ψυχών ανάσταση.

Παρά μόνο ένα κουφάρι φαγωμένο από τους κύνες

λιαζόταν στο θερινό λιοστάσι.

Κι απέναντί του η θάλασσα

πνιγμένη στα αμπέλια και στα λιόδεντρα.

–Όμορφη που είναι η θάλασσα, Αύγουστο μήνα.

Πεθύμησα τη θάλασσα.

Τη δική μου θάλασσα. Οι άλλες είναι αλλιώτικες.

Δεν έχουν το ξεθωριασμένο αυτό χρώμα της,

το πυκνό της αλάτι

και τις φωνές από τα απέναντι δωμάτια

των εραστών ή των ετοιμοθάνατων.

Σ’ αυτήν που κολύμπησα τα όνειρά μου,

που λούστηκα ένα βράδυ τ’ Αυγούστου,

τότε πριν ξεσπάσει το θανατικό.

Σ’ αυτήν που κρυβόμουν στα βράχια,

που έστηνα καρτέρι στα καβούρια και με γυμνά χέρια

στρίμωχνα τα μάτια μου στις δαγκάνες τους.

 

–Βρομάει ο τόπος σας πτωμαΐνη. Σας σιχάθηκα.

 

–Καταραμένε πλάστη των λέξεων,

επάνω μας της ψυχής σου το έρεβος

σαν σύννεφο ρίχνεις.

 

–Βρομάει ο τόπος μας πτωμαΐνη. Μας σιχάθηκα.