Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, «Τα Κόκκινα Ελάφια», εκδ. Βακχικόν, 2023 (γράφει Δέσποινα Πυρκεττή)
11Δεκ
«Βρέχει απόψε επάνω. Κι όποτε βρέχει, πνίγομαι.»
Είναι παλαιότερη απ’ τα βράχια που την περιβάλλουν·
σαν τον βρυκόλακα, έχει πεθάνει πολλές φορές
και έμαθε τα μυστικά του τάφου·[1]
Στην πρώτη νουβέλα που καταθέτει η Κύπρια ποιήτρια Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου, τρεις γυναίκες μιλούν σε πρώτο πρόσωπο με άξονα το ιστορικό γεγονός του πνιγμού τής Ευφροσύνης Βασιλείου και άλλων δεκαέξι γυναικών στη Λίμνη Παμβώτιδα, μετά από εντολή του Πασά των Ιωαννίνων, το 1801. Οι γυναίκες είχαν κατηγορηθεί για μοιχεία. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, η πραγματική αιτία της ομαδικής εκτέλεσης ήταν ο ερωτικός δεσμός που διατηρούσε η Βασιλείου με τον γιο του Αλή Πασά.
Ανάμεσα σε πρωτογενείς πηγές και τον πέπλο του μύθου, η συγγραφέας συνθέτει για την κεντρική ηρωίδα μια ασώματη φωνή έξω και πέρα από τον ιστορικό χρόνο, με την οποία αγγίζει διαισθητικά την ουσία πίσω από τα επιφαινόμενα. Ο λόγος της Φροσύνης, αγέρωχος όταν απευθύνεται σε κριτές, αλλά τρυφερός και παρακλητικός όταν γράφει στον εραστή της, είναι λόγος εκστατικός. Η φωνή της απεγκλωβίζεται από τη χρονική στιγμή της ζωής και του θανάτου της και προσλαμβάνει μεταφυσική διαύγεια. Με το πλεονέκτημα της ύστερης γνώσης, μεθερμηνεύει την ομορφιά, όχι μόνο τη δική της περιλάλητη καλλονή, αλλά τις ομορφιές του τόπου έξω από τους τοίχους του σπιτιού, και τη σαγήνη της νέας γνώσης που υπόσχεται η ανακάλυψη:
Έβραζα μέσα μου. Μα σώπαινα. Φώναζα όμως με την ανυπακοή, με τους ριψοκίνδυνους περιπάτους, με το επαναστατημένο μου κορμί. Ο κίνδυνος με ζωήρευε, με έκανε να νιώθω ζωντανή. Κάθε φορά που έφτανα σε καινούρια μέρη, ακόμη πιο μακριά, επέστρεφα στο σπίτι πιο δυνατή, πιο λεύτερη. (σ.11)
Η έκ-σταση στον λόγο της Φροσύνης, με την έννοια την αποΰλωσης, της αναχώρησης από τα στεγανά της εγκόσμιας ύπαρξης, της επιτρέπει να αμφισβητεί την τυραννία των αντρών – οικείων και ξένων – και να διεκδικεί το δικαίωμα να αγαπά εκεί όπου θέλει. Η τόλμη της είναι προκλητική, αχαλίνωτη· μ’ αυτήν αποσπάται από τα θέσμια και ανάγεται πάνω από τον ψόγο και την παρεξήγηση με όλες της τις ιδιότητες. Σαν να λέει, όπως η βασίλισσα του Σαβά στον ασκητή της ερήμου: «Δεν είμαι γυναίκα, είμαι ένας κόσμος. Άπαξ και πέσουν τα ρούχα μου θ’ ανακαλύψεις πάνω μου αλλεπάλληλα μυστήρια».[2]
Διαβάστε περισσότερα








