Αφορμή του παρόντος σημειώματος στάθηκε η βιβλιοκρισία «Όταν η Ντίκινσον θυμίζει στις μεταφράσεις της Βάρναλη και Τσιφόρο» της κ. Τίνας Μανδηλαρά, που δημοσίευσε η Lifo της 13.11.23. Σε αυτήν, η γνωστή δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός σχολιάζει τις πρόσφατες μεταφραστικές εργασίες του Κώστα Κουτσουρέλη (Emily Dickinson, Ποιήματα, Κίχλη, Αθήνα 2023) και του Βασίλη Πατσογιάννη (Arthur Rimbaud, Ποιήματα, Πλέθρον, Αθήνα 2023).
Η εν λόγω βιβλιοκρισία, όπως άλλωστε κάθε κείμενο, προσφέρεται με τη σειρά της για κριτική ανάγνωση, και αυτήν ακριβώς θα αποπειραθούμε εδώ, αφενός γιατί ανακινεί ζητήματα που απασχολούν σταθερά τη συγγραφική κοινότητα, και αφετέρου γιατί ορισμένα σημεία της προκαλούν κάμποσες απορίες· απορίες για το πώς διαβάζουν σήμερα οι προβεβλημένοι κριτικοί μας, πού εστιάζουν, τι προσδοκούν από ένα λογοτεχνικό έργο, ποιες είναι οι ιδιαίτερες γλωσσικές τους αντιλήψεις και τελικά βάσει ποιων κριτηρίων κρίνουν τα κείμενα για τα οποία γράφουν και μιλούν.
Μια και –δυστυχώς– δεν έχω προλάβει να διαβάσω το βιβλίο του Βασίλη Πατσογιάννη, θα περιοριστώ κατ’ ανάγκην στο πρώτο σκέλος της βιβλιοκρισίας, σε αυτό δηλαδή που αναφέρεται στις μεταφράσεις του Κώστα Κουτσουρέλη. Πιστεύω ωστόσο ότι ο αναγνώστης δεν θα δυσκολευτεί να βγάλει τα συμπεράσματά του και ως προς αυτά που γράφτηκαν για τα ρεμπωικά μεταφράσματα.
Το κείμενο της κ. Μανδηλαρά ξεκινά ως εξής: «Δεν χρειάζεται αναφερθεί κανείς στο αμετάφραστο της ποίησης και στις σχετικές θεωρίες για τους στίχους που χάνονται στη μετάφραση για να αντιληφθεί τη δυσκολία της μεταγραφής της ποίησης σε άλλη γλώσσα…». Πράγματι. Όλα ετούτα «περί του αμετάφραστου της ποίησης» είναι, πρέπει να ομολογήσουμε, πράγματα γνωστά – γνωστά και χιλιοειπωμένα. Τόσο γνωστά μάλιστα, που δεν χρήζουν ιδιαίτερης μνείας. Διότι σε τελική ανάλυση, πέρα από τους ίδιους τους πεζογράφους και τους ποιητές, τους μεταφραστές, τους θεωρητικούς και τους κριτικούς της λογοτεχνίας, τη συγγραφική συντεχνία δηλαδή, δεν απασχολούν –και σωστά– τον μέσο αναγνώστη, που αξιώνει να διαβάζει άρτια κείμενα, είτε πρωτότυπα είναι αυτά είτε μεταφρασμένα. Από ένα σημείο κι έπειτα δεν ξέρω τι ή ποιον ακριβώς εξυπηρετεί η διαρκής θεματοποίηση των δυσκολιών που αντιμετωπίζει κατά την εργασία του ο μεταφραστής και ιδίως ο μεταφραστής ποίησης. Φανταστείτε έναν οποιονδήποτε άλλον επαγγελματία που όχι μόνο υπερτονίζει όπου βρεθεί κι όπου σταθεί τις εγγενείς δυσκολίες του επαγγέλματός του αλλά προχωρεί πολλά βήματα παραπέρα: υπογραμμίζει μέχρι αυτοκαταργήσεως τη ματαιότητα κι ακόμα περισσότερο τη θεμελιώδη αδυνατότητα της δραστηριότητάς του.
Ας δηλώσουμε το αυτονόητο. Ο πυρήνας της θέσης περί του αμετάφραστου της ποίησης είναι άκρως προβληματικός: ένας πολυσύχναστος κοινός τόπος στον οποίον άσκεφτα σμίγουμε, μια βολική παραδοχή που πλέον δεν ελέγχουμε, μια δοξασία που την πιστέψαμε ακριβώς γιατί την έχουμε αμέτρητες φορές επαναλάβει. Μια δοξασία που συν τοις άλλοις επεκτείνει τη ρομαντικογενή μυθολογία του βασανισμένου δημιουργού και στο πρόσωπο του εκάστοτε μεταφραστή του.
Πλησιέστερη στην πραγματικότητα είναι ασφαλώς η λιγότερο απόλυτη και δραματική αλλά εντελώς γειωμένη αντίληψη που θέλει την ποίηση απλώς δυσμετάφραστη. Παρά τις ανθεκτικές εκμυθεύσεις, παρά την κυρίαρχη μεταφραστική και μεταφρασεολογική ρητορική, αλλά και –κανείς δεν το αρνείται– τις αντικειμενικές και πάσης φύσεως δυσκολίες που κάποτε φαντάζουν όντως ανυπέρβλητες, συνεχίζουμε να μεταφράζουμε όχι γιατί πιστεύουμε στο αμετάφραστο και άρα στο αμετάδοτο της ποίησης αλλά στο ακριβώς αντίθετό της – στο μεταφράσιμο και στο μεταδοτό. Μεταφράζουμε γιατί στο βάθος φρονούμε ότι αυτά που έχουμε να κερδίσουμε είναι πολύ περισσότερα από εκείνα που έχουμε να χάσουμε, ότι ο πυρήνας του μεταφραστέου έργου θα θραύσει το φράγμα της γλώσσας και θα γεννήσει μια εξίσου γνήσια και ισχυρή αισθητική συγκίνηση – ή τουλάχιστον μια συγκίνηση εφάμιλλη του πρωτοτύπου.
«Αν και ο Τζορτζ Στάινερ επέμενε στο Μετά τη Βαβέλ ότι είναι αυτές ακριβώς οι αστοχίες [του μεταφραστή] που φωτίζουν ακόμα περισσότερο τους διαφορετικούς σκοπούς του ποιητή», συνεχίζει η κριτικός. Στο σημείο αυτό νομίζω πως δεν γίνεται αρκούντως σαφές, ιδίως σε όσους αγνοούν τον Στάινερ, ούτε το για ποιους «σκοπούς» πρόκειται ούτε το πώς ακριβώς φωτίζονται αυτοί, όποιοι κι αν είναι, από τις μεταφραστικές αστοχίες. Ίσως μια κάποια ανάπτυξη, μια σύντομη διασάφηση έστω, να ήταν απαραίτητη. Σε τελική ανάλυση άλλωστε, απώτερος στόχος κάθε βιβλιοκρισίας είναι η πληρέστερη κατά το δυνατόν κατατόπιση του αναγνώστη και η επίκληση της αυθεντίας δεν μας απαλλάσσει από το χρέος αυτό.
«Ωστόσο, αν στη λογοτεχνία είναι άπειρες οι ευτυχείς περιπτώσεις των αποδόσεων των πρωτοτύπων κειμένων στα ελληνικά, στην ποίηση οι περισσότεροι ποιητές έχουν τουλάχιστον δυστυχήσει». Εδώ πάλι η χρήση των όρων εγείρει ερωτήματα, καθώς η προβληματική αντιδιαστολή «λογοτεχνίας» και «ποίησης» προδίδει ανεξήγητη σύγχυση ως προς τα γένη και τα είδη του λόγου. Λογοτεχνία και η ποίηση φυσικά. Και λογοτέχνης ο ποιητής όπως ο πεζογράφος. Πιθανολογώ λοιπόν πως η κριτικός θα ήθελε να πει ποίησης και «πεζογραφίας».
Σε επίρρωση του ισχυρισμού της περί «δυστυχησάντων» κατά την εξελλήνισή τους ποιητών (μήπως το «ατυχησάντων» θα ήταν ακριβέστερο;) η κ. Μανδηλαρά φέρνει ως χαρακτηριστικά παραδείγματα τα δύο προαναφερθέντα βιβλία. «Απόδειξη η πρόσφατη έκδοση με ποιήματα της Έμιλι Ντίκινσον από τις εκδόσεις Κίχλη σε εκλογή(!), προλεγόμενα και μετάφραση Κώστα Κουτσουρέλη, ένα εγχείρημα που ίσως να είναι πολύ πιο φιλόδοξο και σίγουρο για τις μεταφραστικές επιλογές του απ’ ό,τι οι αμφίθυμες, αντιφατικές και γοητευτικά αβέβαιες ποιητικές επιλογές της ακαταπόνητης «παρθένας ερημίτισσας».
Στην ανωτέρω περικοπή εκείνο που πρώτα απ’ όλα προκαλεί έκπληξη είναι η έκπληξη της κριτικού. Τι τέλος πάντων δηλοί εκείνο το εντός παρενθέσεως θαυμαστικό; Ξενίζει άραγε η δόκιμη λέξη «εκλογή» που εν προκειμένω σημαίνει την επιλογή και τη συλλογή έργων, την ανθολογία; Χρειάζεται μήπως να θυμίσουμε τις περίφημες «Εκλογές» του Βιργίλιου ή τις δικές μας «Εκλογές από τραγούδια του ελληνικού λαού» του Νικόλαου Πολίτη; Τις νεότατες «Εκλογές από τον Ησίοδο» του Δημήτρη Μαρωνίτη ή ακόμη και τις εντελώς πρόσφατες «Εκλογές ποιήσεων» του Βάλτερ Πούχνερ; Ο κατάλογος δεν έχει τέλος.
Το δεύτερο που προξενεί απορία είναι το πόθεν συνάγεται και σε τι ακριβώς συνίσταται η «φιλοδοξία» του μεταφραστή Κώστα Κουτσουρέλη. Από κριτήρια ποιοτικά; Απ’ το ότι τόλμησε να μεταφράσει μια πασίγνωστη ξένη ποιήτρια όπως τουλάχιστον δεκαπέντε ακόμη Έλληνες μεταφραστές κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια; Ή μήπως από κριτήρια ποσοτικά; Επειδή θέλησε φερ’ ειπείν να μεταφράσει μεγάλο όγκο ποιημάτων; Από τα κοντά 1.800 σωζόμενα ποιήματα (ή ποιητικά θραύσματα) της Ντίκινσον όμως, ο μεταφραστής δίνει μόλις 120, τουτέστιν το 15%. Χωρίς βέβαια να είναι αμελητέα η ποσότητα, πρόκειται για μάλλον… «σεμνή» εκλογή.
Τώρα το ότι η «σιγουριά» του μεταφραστή τού χρεώνεται αντί να του προσγράφεται είναι εντελώς ακατανόητο. Αν ο μεταφραστής επιθυμεί καλά και σώνει να μας μιλήσει για τη μεθοδολογία και τη φιλοσοφία του, να μας εξηγήσει τις τυχόν αμφιβολίες του, να μας κάνει μετόχους των αγωνιών και των αγώνων του, των ταλαντεύσεων και των παλινωδιών του κατά την ώρα της εργασίας του, μπορεί να το πράξει ωραιότατα στις οικείες για όλα ετούτα σελίδες, σελίδες ων ουκ έστι αριθμός: σε εισαγωγές και προοίμια, προλόγους και προλεγόμενα, επιλεγόμενα και επιλόγους, σημειώσεις, υποσημειώσεις και επισημειώσεις, επίμετρα και επιμύθια. Στο μετάφρασμα όμως αυτό καθ’ αυτό δεν έχουν θέση. Στην προκειμένη περίπτωση, για να γίνει απτή η ευθραυστότητα της Ντίκινσον, το ράγισμα και το τσάκισμα της φωνής της, χρειάζεται και εδώ, όπως παντού και πάντα, η στερεότητα της μορφής – και αυτό είναι ωμό γεγονός· ακριβέστερα: αισθητικός νόμος που διέπει σύμπασα την καλλιτεχνική δημιουργία. Δεν συνιστά ούτε παράδοξο ούτε μυστήριο. Η αμφιβολία δεν εκφράζεται με αμφίβολα μέσα, και «το αδιέξοδο στη ζωή δεν δείχνεται με το αδιέξοδο στην τέχνη» κατά την εύστοχη φράση του Χάρη Βρόντου.
Άλλη μεγάλη ένσταση της κ. Μανδηλαρά, που φαίνεται ν’ αποτελεί και τον βασικό άξονα της κριτικής της, είναι το γλωσσικό ύφος, και μάλιστα το λεκτικό του μεταφραστή, στον οποίον ωστόσο αναγνωρίζει «γλωσσική ικανότητα», «εμπειρία» και «στιβαρή γλωσσική σκευή». Σύμφωνα με το σκεπτικό της πάντως, αυτή η γλωσσική δεινότητα δεν συμβαδίζει με το αντίστοιχο γλωσσικό γούστο, ούτε καν με στοιχειώδη αντίληψη του γλωσσικού μας περιβάλλοντος και παρόντος, και τελικά αποβαίνει μάλλον στείρα, αφού δεν επαρκεί για να τον προφυλάξει από γλωσσικά ολισθήματα που προδίδουν «δημοτικιστικές εμμονές» και εκφράζονται με ανυπόφορους «μαλλιαρισμούς».
«Επιπλέον, δεν γίνεται αντιληπτό», σημειώνει πάντα η κ. Μανδηλαρά, «γιατί το 2023 άνθρωποι εγνωσμένης γλωσσικής ικανότητας να εμμένουν σε μια απαρχαιωμένη δημοτικίζουσα ή μαλλιαρή γλώσσα, επιλέγοντας λέξεις όπως “φυσομάνημα”, “αυθέντης”(!) ή “έχθρισσα”». Ποιος ο λόγος της δυσανεξίας μπροστά σ’ ένα απλό, κοινότατο «φυσομάνημα», λέξη που ασφαλώς και λεξικογραφείται σε όλα τα σύγχρονα λεξικά και που, σημαντικότερο ακόμη, αποτελεί μέρος του καθημερινού μας λεξιλογίου; «Φυσομανά ο άνεμος», γράφουμε και λέμε χωρίς να μας περνά απ’ το νου το ότι θ’ ακουστούμε «παλιακοί» ή «παλαιικοί» έστω… Κι από πότε βαφτίζεται «μαλλιαρισμός» η χρήση του «αυθέντη», λέξης πανάρχαιας εξάλλου, που απαντά σε πλείστα όσα κείμενα της αρχαιοελληνικής γραμματείας κι έχει φτάσει αναλλοίωτη μέχρι τις μέρες μας; Γιατί, τέλος, ενοχλεί η τρισένδοξη «έχθρισσα» στον στίχο «Κι έχθρισσα των εχθρών του εκεί» με όλες τις, ξεκάθαρα, σολωμικές απηχήσεις της, όταν μάλιστα αποδίδει με εφάμιλλη ένταση τη «διττή έχθρα» του πρωτοτύπου «To foe of His – I’m deadly foe –»;
Τώρα όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί «βαρναλικού ιδιώματος» του μεταφραστή, δεν έχει κανείς παρά να ξαναδιαβάσει (ή επιτέλους να διαβάσει) τον Βάρναλη για να δει αμέσως το πόσο απέχουν από την πραγματικότητα. Ο Βάρναλης –ο πολύς Βάρναλης για να μην ξεχνιόμαστε– είναι όντως τέκνο πανάξιο και μαζί πρωτοπαλίκαρο του δημοτικισμού· ενός δημοτικισμού νεανικού και ηρωικού, ρωμαλέου και νευρώδους, πολεμικού και ανένδοτου. Η αιματώδης, όλο κέφι και μπρίο, χυμούς και αψάδα βαρναλική γλώσσα εξακολουθεί να μυρίζει, και μες στην πόλη ακόμη, «μπαρούτι και θυμάρι» – είναι γλώσσα πρόμαχος και μαζί γλώσσα λαός. Πολλές δεκαετίες αργότερα μετά το βαρναλικό επίτευγμα, γόνος μιας υστερότερης εποχής και μιας άλλης αγωγής του λόγου, με καταλαγιασμένα πλέον τ’ αλλοτινά γλωσσικά πάθη αλλά όπως καταδεικνύεται και από την παρούσα συζήτηση με πολλά νέα γλωσσικά μέτωπα ανοικτά, ο Κώστας Κουτσουρέλης μεταφράζει την Ντίκινσον σε μια στρωτή, εξαστισμένη δημοτική. Σε επίπεδο λεκτικού αντλεί από δύο κεφαλάρια –από δύο μεγάλες πηγές, αν βρίσκει η κριτικός δυσκολοχώνευτη και τούτη τη λέξη–, τη λογιότερη και συνάμα τη λαϊκότερη παράδοσή μας, χωρίς όμως ούτε στον αναχρονιστικό καθαρευουσιανισμό να πισωγυρίζει ούτε στον γραφικό φολκλορισμό να ξεπέφτει. Τα περί «τσιφορικής κωμωδίας» γραφόμενα είναι, νομίζω, εξίσου ανυπόστατα και δεν χρειάζεται να επεκταθώ κουράζοντας κι άλλο τον αναγνώστη.
Το ερώτημα βέβαια παραμένει. Ποιος ο βαθύτερος λόγος της αθεράπευτης αυτής δυσανεξίας; Την απάντηση θα πρέπει να την αναζητήσουμε σε διαδικασίες κοινωνικές και πολιτικές πολυχρόνιες, δηλαδή επ’ ουδενί αυστηρά γλωσσικές. Η γλώσσα εξάλλου δεν είναι ποτέ μόνο «γλώσσα». Οι διαδικασίες λοιπόν αυτές έχουν αποκόψει μεγάλο μέρος του λεγόμενου μορφωμένου κοινού και των διανοουμένων μας από πανάρχαια γλωσσικά χώματα, δημώδη αλλά και λόγια, που μέχρι χθες ακόμη έδιναν πολλούς και ευχυμότατους καρπούς. Ολόκληρες γλωσσικές επικράτειες εκχωρούνται στη λήθη, πολύτιμες γλωσσικές γαίες εγκαταλείπονται αγεώργητες. Ένα μέρος γυρεύει να υποκαταστήσει το όλον οδηγώντας σ’ ένα γλωσσικό όργανο κουτσουρεμένο και αμβλύ, βαρύ και δύσκαμπτο, ευάλωτο σε κάθε λογής ξενισμούς, που νιώθει οικείο το μόλις τώρα και εξ αλλοδαπής φερμένο και αλλότριο, αν όχι και εχθρικό, εκείνο που μέχρι χθες ήταν σάρκα από τη σάρκα του.
Τον κίνδυνο της αποκοπής από το λαϊκότερο σκέλος της γλωσσικής μας παράδοσης διείδε καθαρά πέντε δεκαετίες πριν ο κριτικός Ανδρέας Καραντώνης. «Κι όμως», έγραφε στα 1975, «αυτή η επαινετή και η αναγκαία, ως ένα σημείο, απολίπανση [του δημοτικισμού] υπάρχει κίνδυνος να μας οδηγήσει σε μια γλωσσική φτώχεια και κατά συνέπεια σε μια φραστική αχρωμία […] για να αποσοβήσουμε μια πλήρη γλωσσική ατροφία, καλό θα μας κάνει ν’ ανακαλύπτουμε κάπου-κάπου και τη γλώσσα την καρπερή, την αιμάτινη, την όλο χυμούς γλώσσα του δημοτικισμού, ακόμα και τη «βαρβάτη» γλώσσα του Βάρναλη και σαν ποιητή και σαν μεταφραστή».
Γενικά, όποτε επιχειρούνται, πάντα με τρόπο βίαιο και αφύσικο, τέτοιες γλωσσικές αποκαθάρσεις (λίγο έλλειψε να γράψω εκκαθαρίσεις), κάθε φορά με κίνητρα εξωγλωσσικά, το αποτέλεσμα είναι μια νέα γλωσσική κρίση, μια καινούργια δυσπραγία, μια ακόμη γλωσσική και όχι μόνο χρεοκοπία. Η «δημοσιογραφική και ακαδημαϊκή κοινή» που έχει κυριαρχήσει εδώ και δεκαετίες στον δημόσιο λόγο έχει αυτοανακηρυχθεί σε μέτρο της εκφραστικής μας και σε κανόνα ρύθμισης της γλωσσικής μας πραγματικότητας και ζωής. Βέβαια και αυτή δεν είναι παρά ένα από τα πολλά συμπτώματα μιας πολυπαραγοντικής και πολυδιάστατης, εξωγλωσσικής όπως είπαμε, κρίσης που αναπόφευκτα αποτυπώνεται έντονα και στο γλωσσικό μας όργανο. Αλλά το θέμα αυτό ξεφεύγει από τα όρια του προκείμενου σημειώματος.
Τέλος, στην τελευταία της παρατήρηση, ενδεικτική μιας λαθοθηρικής αντίληψης περί κριτικής, η κριτικογράφος σημειώνει: «Χαρακτηριστικό είναι το απέριττο και τόσο υπαρξιακό της ποίημα “To see the summer sky”, που είναι ίσως ο καλύτερος ορισμός που έχει δοθεί στην ποίηση, “To See the Summer Sky / Is Poetry, though never in a Book it lie –/ True Poems flee –”, αποδίδεται ως εξής: Μόνο στο θάλπος τ’ ουρανού / μπορείς στ’ αλήθεια να τους δεις-/ στους τόμους σου δεν θα τους βρεις,/ οι αληθινοί στίχοι πετούν» – μόνο που οι αληθινοί στίχοι δεν «”πετούν”» αλλά «δραπετεύουν», καθώς πρόκειται για εσφαλμένη μετάφραση από τα αγγλικά (fly = πετώ και flee = δραπετεύω, τρέπομαι σε φυγή)».
Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι τα ποιητικά αυτά–και ήκιστα περιγραφικά– ερμηνεύματα, είναι περισσότερο ποιήματα παρά ορισμοί. Και ως τέτοια ασφαλώς πρέπει να διαβάζονται και να κρίνονται. Με άλλα λόγια, καλό είναι να μην τα εκλαμβάνουμε στην ονομαστική τους αξία. Αν θελήσουμε να ορίσουμε την ποίηση ως τέχνη, θ’ αναγκαστούμε να παραδεχτούμε πως τέτοιοι ή αντίστοιχοι ορισμοί –της Ντίκινσον ή άλλων– ελάχιστα βοηθούν. Ως εκ τούτου, όχι, το ντικινσόνειο ποίημα δεν είναι σε καμία περίπτωση «ο καλύτερος ορισμός» της ποίησης. Είναι ένα ακόμη, λαμπρό μπορεί, ποίημα ποιητικής. Ποίημα όμως. Ορισμός, όχι.
Ας περάσουμε τώρα στο λάθος το μεταφραστικό που τόσο σκανδαλίζει, ώστε να υπογραμμίζεται – και δη εμφατικά, με το κόκκινο στυλό του διορθωτή. Μπέρδεψε όντως ο μεταφραστής το «flee» με το «fly»; Αγνοεί τη σημασία των δύο κοινότατων ρημάτων και δεν μπήκε καν στον κόπο να την αναζητήσει τη στιγμή που χάρη στο διαδίκτυο είχε στη διάθεσή του εκατοντάδες λεξικά όχι σε κάποια δυσπρόσιτη βιβλιοθήκη αλλά στην οθόνη του υπολογιστή του με το πάτημα ενός κουμπιού; Πρόκειται άραγε περί αβλεψίας; Ή μήπως εδώ συμβαίνει κάτι άλλο;
Η απάντηση είναι νομίζω απλή και μάλλον προφανής. Αυτό που συνέβη συνιστά δείγμα ελάχιστο αλλά έξοχο της ταπεινής πλην τίμιας μεταφραστικής τέχνης. Έγραψα τίμιας και νιώθω την ανάγκη κοντά στο «τίμιας» να προσθέσω και «πιστής». Τίμιας και πιστής λοιπόν. Ας το ξαναπούμε, μια και η ανάγκη το καλεί. Πιστή μετάφραση δεν είναι η κατά λέξη μετάφραση. Ο μεταφραστής πρέπει να μεταφράζει με το λεξικό στο κεφάλι του, όχι με το κεφάλι του στο λεξικό. Καλό είναι την αρχή αυτή να τη θυμάται και ο κριτικός αν θέλει να κρίνει δίκαια και σωστά, με αίσθημα και γνώση.
Εξηγούμαι. Από πολύ παλιά, ίσως από τότε που πρωτοξύπνησε η ανθρώπινη συνείδηση, το πέταγμα του πουλιού έχει ταυτιστεί με το άπιαστο και το αδέσμευτο, το ασύλληπτο και το αδούλωτο. Εκείνο που δεν εγκλωβίζεται και δεν φυλακίζεται. Στα πουλιά και στο πέταγμά τους είδε παλαιόθεν ο άνθρωπος ένα από τα ισχυρότερα σύμβολα, αν όχι το κατεξοχήν σύμβολο, της ελευθερίας του. «Ελεύθερος σαν πουλί» ή «σαν ελεύθερο πουλί», λέγαν οι παππούδες μας και λένε οι άνθρωποι από πάππου προς πάππον σε όλες, εικάζω, τις γλώσσες. Ποιος λοιπόν προσφυέστερος τρόπος για ν’ αποδοθεί το νόημα του στίχου, η φευγαλέα και ασύλληπτη κατά Ντίκινσον φύση της αληθινής ποίησης, από την εικόνα της περήφανης πτήσης, του ελεύθερου πετάγματος ενός πουλιού;
Ο μεταφραστής, επιλέγοντας το «πετούν» αντί του «δραπετεύουν» ή «φεύγουν μακριά» όπως τον συμβουλεύει η κριτικός του (ή όποιου άλλου παραπλήσιου ερμηνεύματος), μεταφράζει σωστά – ολόσωστα μάλιστα· αλλάζοντας το γράμμα διασώζει και επιπλέον αναδεικνύει το πνεύμα του ποιήματος. Υπηρετεί το πρωτότυπο κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν διαφυλάσσει μόνο τη ρίμα με το ατελές, έστω, ομοιοτέλευτο αλλά και το νόημα, και μαζί με αυτό συνδηλώσεις που οποιαδήποτε άλλη απόδοση μοιραία θα πρόδιδε. Ακόμα κι εκείνη η ηχητική εγγύτητα του «flee» και «fly», τόσο έντονη για τον αγγλόφωνο ομιλητή, χάρη στην επιλογή «πετούν» περνάει –και με πόσο θαυμαστά φυσικό τρόπο!– στη γλώσσα μας. Το κέρδος είναι διπλό και διόλου αμελητέο. Κατορθώνεται η πολυπόθητη σε κάθε μετάφραση αντιστροφή: μεταφράζοντας κατά το νόημα, κατά το πνεύμα δηλαδή, σώζεται και ο ήχος – σώζεται και το γράμμα. Τι ωραιότερο και πιο πετυχημένο.
Αυτά ακριβώς τα μικρά τολμήματα, οι αδιόρατες κάποτε νοηματικές μετατοπίσεις, οι ευέλικτες λεξιλογικές και μετρικές επιλογές, είναι συνηγορητικές μεταφραστικής ευφυΐας, έμπνευσης και μαζί επιμέλειας κατά την επίπονη εργασία της ποιητικής μεταφοράς από τη μια γλώσσα στην άλλη. Και μεταξύ άλλων είναι αυτές που την εποχή της πολυδιαφημιζόμενης τεχνητής νοημοσύνης και των αυτόματων μεταφραστικών προγραμμάτων διαφορίζουν ακόμη τους μεταφραστήρες από τους μεταφραστές.
Σύμφωνα βέβαια με τη σχολαστική περί μετάφρασης αντίληψη που η κ. Μανδηλαρά εκφράζει, θα έπρεπε να ονειδίσουμε τον μεταφραστή και για πολλές άλλες ελευθερίες που επιτρέπει στον εαυτό του. Να, μόλις παραπάνω μεταφράζει συνεκδοχικά «στίχοι» όταν το πρωτότυπο γράφει σαφέστατα «ποιήματα». Και αλλού, εκεί που η Ντίκινσον αναφέρει τη «Φρανκφούρτη» εκείνος, θύμα –άκουσον άκουσον– της εκφραστικής αλλά και ειδικότερα της μετρικής οικονομίας, που υπαγορεύει την εξοικονόμηση μιας συλλαβής, στη θέση της πόλης βάζει την Έσση, τουτέστιν το κρατίδιο στο οποίο η Φρανκφούρτη ανήκει. Λάθη επί λαθών δηλαδή, αν ακολουθήσουμε τη λαθοθηρική αυτή αντίληψη μέχρι τις απώτατες συνέπειές της. Στην πραγματικότητα βέβαια, πρόκειται για μικρά πλην όμως πολύτιμα ευρήματα· διδάγματα για τους μεταφραστές και δωρήματα για τους αναγνώστες.
Πού λοιπόν θέτουμε το όριο, πού πρέπει να τραβήξουμε τη γραμμή; Γιατί βλέπουμε ήδη πού απολήγει ο δρόμος που μας ζητείται ν’ ακολουθήσουμε: πουθενά. Εκεί που χρειάζεται ευελιξία και κίνηση, υποχρεωνόμαστε σε βήμα σημειωτόν. Αν υπό το κράτος της ιδεοληψίας και του φόβου η τυπολατρική και σχολαστική, λαθοθηρική και δασκαλίστικη ετούτη σχολή επικρατήσει παντού, η γνώση που σώρευσαν αιώνες μεταφραστικής πράξης θα περιπέσει σε αχρησία και η εργασία της ποιητικής μετάφρασης θα οδηγηθεί σε βέβαιη παρακμή. Τα μεταφράσματα που θα παράγονται στο εξής θα είναι πράγματι αναιμικές, χλομές και άχαρες, ανιαρές και άζωες σκιές των πρωτοτύπων, και η περίφημη ρήση «περί του αμετάφραστου της ποίησης» θα λάβει πλέον τη μορφή αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Έχοντας δεθεί χειροπόδαρα από μόνοι μας, έχοντας δηλαδή στερήσει από τους μεταφραστές, τωρινούς και αυριανούς, τα πλέον απαραίτητα εργαλεία τους, έχοντας στομώσει κάθε βέλος στη φαρέτρα τους, η πλήρης μεταφραστική αγονία, το προδιαγεγραμμένο τέλος δηλαδή, θ’ αρχίσει να φαίνεται νομοτέλεια. Τα μεταφράσματα θα βγαίνουν φασόν και τη θέση του ανθρώπου θα μπορούν να καταλάβουν κάλλιστα οι μηχανές, όπως πολλοί το ονειρεύονται, το διακηρύσσουν και το απεργάζονται ήδη.
Σ’ εμάς ωστόσο –συγγραφείς, μεταφραστές και αναγνώστες– εναπόκειται να μην ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο. Να μην ταυτίσουμε, σε πείσμα των απειράριθμων παραδειγμάτων της περιρρέουσας, την κριτική με την προχειρογραφία και τη λαθοθηρία, και τη μεταφραστική κριτική ειδικά με τη διόρθωση διαγωνισμάτων κατά τις εξετάσεις γλωσσικής επάρκειας. Και ας αφήσουμε τον χαρακτηρισμό του «αμετάφραστου» για όσα ποιήματα και πεζά δεν έχουν ακόμη μεταφραστεί, για όσα εξακολουθούν να περιμένουν σιωπηλά τους μεταφραστές τους.
Στην εποχή της επελαύνουσας εκμηχάνισης και απανθρώπισης οτιδήποτε αναδεικνύει την ιδιοπροσωπία του ανθρώπου πρέπει να διαφυλάσσεται. Είναι όρος επιβίωσης όλων μας. Κι αυτό, μεταξύ άλλων, είναι ένα από τα μεγάλα διδάγματα που η μικρή τέχνη της μετάφρασης, όπως άλλωστε κάθε εργασία που γίνεται με ειλικρίνεια, υπευθυνότητα και γνώση, μπορεί να διδάξει.









