Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Βασίλης Βασιλικός (1934- 2023), «… Και α τι όμορφη που γίνεται η ζωή όταν πιστεύεις στους άλλους!»

“Οι νεκροί δεν μιλούν. Ντυμένοι με την ωραιότητα του θανάτου, έχουν πάρει μαζί τους τόσα μυστικά, που καμιά άνοιξη, με όσα βλαστάρια, δεν μπορεί να μας φανερώσει. Έγκυα γη από αποκαλύψεις που δεν έγιναν, από απολογίες που δεν πρόφτασαν να ειπωθούν, από υπομνήματα και συνηγόρους, αιτήσεις εξαιρέσεων, κώδικες, ερμηνείες πραγμάτων που έχουν σφηνωθεί πάνω στα παγωμένα κόκαλα, σαν το αλάτι.

Οι νεκροί δεν ξέρουν πως φτιάχνεται η ιστορία. Με το αίμα τους την ποτίζουν και δεν μαθαίνουν ποτέ τι ακολούθησε το θάνατο τους. Είναι χωρίς επίγνωση της θυσίας τους και αυτό τους κάνει ακόμα πιο ωραίους. Οι πρώτοι χριστιανοί ξέραν γιατί θυσιάστηκαν. Πήγαιναν στο μαρτύριο εν γνώσει.Αλλά γιατί να πει κανείς σήμερα ότι θυσιάζεται, όταν αυτά που πιστεύει δεν είναι παρά η λογική, η κοινότατη λογική;

…Δεν είχε μέσα του κανένα αίσθημα ιεραποστολικό. Είχε μόνο γνωρίσει τη φτώχεια και τις αρρώστιες από πρώτο χέρι. Δουλειά του ήταν αυτή. Και ήξερε πως τα καλύτερα νοσοκομεία λιγοστεύουν τους πόνους. Ήξερε πως σε μια άλλη διάταξη των πραγμάτων απλουστεύονται πολλά από τα δυσεπίλυτα προβλήματα της εποχής μας. Αν μια σφαίρα στοιχίζει όσο ένα κιλό γάλα και ένα υποβρύχιο Πολάρις όσο να θρέψεις έναν ολόκληρο λαό για μια βδομάδα – και να τον θρέψεις καλά- που ήταν το παράλογο;

Κοινή, κοινότατη λογική και απ΄’ έξω το σκοτάδι. Σκοτάδι πηχτό που δεν συγχωρούσε ούτε τις αστραπές, ούτε τα φωτεινά διαλείμματα σε έναν σχιζοφρενικό. Έτσι έβλεπε αυτός τα πράγματα και για αυτό ήθελε να μιλήσει. Δεν ήταν κομμουνιστής. Αν είχε βγει βουλευτής με το κόμμα της αριστεράς, το έκανε γιατί ήταν το μόνο κόμμα που ταίριαζε κάπως με τις απόψεις του. Δεν ήταν θεωρητικός του μαρξισμού, άνθρωπος δηλαδή εντοιχισμένος σε μία θεωρία. Ήταν από παντού ανοιχτός και αισθανόταν τα ρεύματα να περνούν ανεμπόδιστα από μέσα του. Προτίμησε φυσικά αυτά που τον ζέσταιναν…

… Και α τι όμορφη που γίνεται η ζωή όταν πιστεύεις στους άλλους!

Οι νεκροί δεν μίλησαν ποτέ για αυτό τους βαραίνει μια μεγάλη κατηγόρια. Για αυτό και ξέχασαν για πάντα την αξία της φωνής. Πρέπει, λοιπόν, εμείς να μιλάμε για λογαριασμό τους. Πρέπει να υπερασπιζόμαστε το δίκιο της απουσίας τους.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Luigi Bartolini, «Ο κλέφτης των ποδηλάτων» (Μετάφραση: Κούλα Καφετζή), εκδ. Μεταίχμιο, 2017

[…] «Το ποδήλατό μου! Έκλεψαν το ποδήλατό μου!» φώναξα και βγήκα τρέχοντας από το μαγαζί, για να κυνηγήσω τον κλέφτη. Τότε πετάχτηκαν μπροστά μου δυο τρία άτομα και με σταμάτησαν. Ήταν οι «τσιλιαδόροι», που με καθησύχασαν λέγοντας ότι ο κλέφτης θα πιανόταν οπωσδήποτε. Ο ένας μάλιστα βάλθηκε να φωνάζει:

«Τον έπιασαν! Τον έπιασαν!».

Δεν ήταν αλήθεια. Ο κλέφτης, καβάλα στο ποδήλατο, με τη συνοδεία άλλων δυο τσιλιαδόρων, που έκαναν πως δήθεν τον κυνηγούσαν, έτρεχε προς το Κόρσο Βιτόριο Εμανουέλε. Εγώ εξακολούθησα να φωνάζω:

«Πιάστε τον! Κλέφτης! Πιάστε τον!».

Αλλά κανείς δεν τον έπιασε. Δυο τρεις ποδηλάτες (τσιλιαδόροι κι αυτοί) έκαναν πως τον καταδίωκαν. Έτσι ο κόσμος, ο ποταμός των περαστικών, άφησε την ομάδα των ποδηλατών να περάσει ελεύθερα. Εγώ φώναζα με όλη μου τη δύναμη. Ένας από τους συνενόχους, ή τους τσιλιαδόρους, βάλθηκε να κυνηγάει έναν άσχετο ποδηλάτη. Τον έφτασε. Τον ανάγκασε να σταματήσει και τον έφερε με τα πόδια προς το μέρος μου.

«Δικό σας είναι αυτό το ποδήλατο;» έκανε ο συνένοχος κλέφτης.

Το ποδήλατο δεν ήταν φυσικά το δικό μου. Δεν μπόρεσα όμως να ζητήσω τα στοιχεία του γιατί έκανε τον θιγμένο κι άρχισε να διαμαρτύρεται. Αναγκάστηκα κι εγώ να τον αφήσω να πάει στο καλό. Δεν θα τον είχα αφήσει όμως αν, κάπου εκεί κοντά, στο Κόρσο, είχα δει έναν αστυφύλακα ή κανέναν της δημοτικής αστυνομίας. Πού να βρεθεί όμως όργανο της τάξης τούτες τις φοβερές μέρες της αναρχίας; Ορισμένοι απ’ αυτούς που είχαν συγκεντρωθεί με συμβούλεψαν ν’ απευθυνθώ στο αστυνομικό τμήμα του… Αυτοί ήταν ή πολύ αγαθοί ή επίσης κλέφτες γιατί εγώ τουλάχιστον από τη μεριά μου ξέρω καλά ότι εδώ και αρκετό καιρό, έναν χρόνο και παραπάνω, είναι μάταιο να καταφεύγεις στην αστυνομία κι εντελώς άσκοπη απώλεια χρόνου να υποβάλεις οποιαδήποτε μήνυση. Σκέτη ματαιοπονία. Και θα πρέπει να κάνεις τον σταυρό σου, αν στο τέλος οι αστυνομικοί δεν σε πάρουν στο ψιλό ή δεν σε βγάλουν τρελό. Όσο για τη βοήθεια που τους ζητάς, για να πιαστεί ο κλέφτης, γιατί αυτή είναι η δουλειά τους, το καθήκον τους, να τι σου απαντούν:

«Από κλέφτες άλλο τίποτα. Οι φυλακές Ρετζίνα Κοέλι είναι γεμάτες. Τι θέλετε να κάνουμε κι εμείς; Βρείτε τρόπο μόνος σας».

Ή σου λένε: «Θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας. Αφήστε μας το τηλέφωνό σας…».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Στέλλα Βλαχογιάννη, «Ο μάγος στη στροφή»

Κλασικός-Έλλην-άντρας. Σιχαινόταν τις δουλειές του σπιτιού και σαν να μην έφτανε αυτό κατέβαλλε το μέγιστο δυνατό ποσοστό στην ακαταστασία του χώρου. Κάτι που έβγαζε την Κατίνα από τα ρούχα της αλλά …καμωνότανε, καθώς έλεγε, για να μη γίνεται συνέχεια καβγάς. Για θρησκεία δεν συζητάμε. Το Μεγάλο Σάββατο στην Ανάσταση. άντε και σε κανένα γάμο καμιά κηδεία γνωστού-συγγενούς ή φίλου. Και πάλι έξω καθότανε και έκανε τσιγάρα.
Μόνο κάθε Δεκέμβριο γινόταν άλλος άνθρωπος. Αρχές αρχές του μήνα επέστρεφε νωρίς στο σπίτι κρύβοντας πίσω από το αρκετά ψηλό μπόι του το μεγάλο κουτί. Κάθε χρονιά, κι άλλο κουτί. Κάθε χρονιά, κι άλλο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ποτέ δύο φορές το ίδιο. Δεν ήταν πλούσιος. Βενζινάς ήτανε, αντιπρόσωπος της Σέλ. Η οποία Σελ μπορεί στη Νιγηρία να τα έκανε ρημαδιό, αλλααά, με τους συνεργάτες της ήτανε κυρία. Κάθε χρόνο τους έστελνε δώρο ένα δέντρο από τα πιο σύγχρονα. Πότε μ’ εκείνα τα χαζά κλαδιά που έπρεπε να τα ανοίγεις δυο ώρες -και πάλι ατσούμπαλο ήτανε, και πότε με τα εξελιγμένα. Τα σπαστά. Ένα κουτί τίγκα στο πλαστικό: πλαστικός κορμός-πλαστικά κλαδιά, σε μια ζωή που αγκομαχούσε να μην πλαστικοποιηθεί και η ίδια. Πάντως αυτά τα δεύτερα, τα σπαστά, από πείρα το λέω, είναι πιο εύχρηστα. Τα συναρμολογείς γρήγορα και ξεμπερδεύεις.
Νάτος λοιπόν πάλι με το σπάνιο γέλιο και το μεγάλο κουτί πίσω από την πλάτη, χεσμένος από τη χαρά του, γιατί φέτος σπίτι είναι και η μικρή, η βαφτιστήρα του και αυριανή του κόρη – αυτό, τότε δεν το ήξερε κανένας ακόμα.
Μπαίνει, πετάει σακάκι παπούτσια όπου βρει, πετάει από την τραπεζαρία καρέκλες και τραπεζάκια, επίσης όπου βρει, και φτιάχνει χώρο για το δέντρο. Η μικρή τον κοιτάζει όλο θαυμασμό και εκείνος κάνοντας κάτι ταχυδακτυλουργικά της συμφοράς, αλά ούνε αλά ντούε αλά τρέ, ανοίγει όλος καμάρι το κουτί και εμφανίζει το τεμαχισμένο κουφάρι ενός ψεύτικου δέντρου.
Εν τούτοις το φόρτε του δεν ήταν αυτό. Ήταν το στόλισμα. Ναι το στόλισμα: Αυτός ένας μακρονησιωτης όνομα και πράγμα άθεος και ασυγχώρητος, στρωνόταν στη δουλειά να φτιάξει το σύμβολον της εορτής.
Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Αγριόπαπια» του Ερρίκου Ίψεν στο θέατρο Εκάτη (Γράφει ο Ευάγγελος Κ. Βαλσαμίδης)

«Αγριόπαπια» του Ερρίκου Ίψεν στο θέατρο Εκάτη (σκηνοθεσία: Βαλεντίνη Λουρμπά)

Tο έργο πραγματεύεται την ψυχική κατάσταση μιας οικογένειας που συντηρείται με αυταπάτες τις οποίες συμβολίζει μια σακατεμένη αγριόπαπια που την φυλάνε στην σοφίτα τους, και την φροντίζουν η εγγονή Έντβιγκ και παππούς Έκνταλ. Η αγριόπαπια, είναι το σύμβολο του ζωτικού ψεύδους. Το δράμα παίζεται στο σπίτι ενός αποτυχημένου φωτογράφου του Γιάλμαρ Έκνταλ που έχει μια επίφαση ευτυχισμένης ζωής την καλύπτει η στίλβη των ψευδαισθήσεων και της αυταπάτης. Καταρρέουν τα πάντα, όταν εισβάλει ένας ιδεαλιστής ο Γκρέγκερς Βέρλε και φανερώνει την αλήθεια και τους εξοντώνει.  Η Γκίνα, η γυναίκα του Γιάλμαρ, ήταν ερωμένη του πατέρα τού Γκέγκερς, του γέρο Βέρλε. Ο Γκέγκερς αποδεικνύει πως η κόρη τού Γιάλμαρ, η Έντβιγκ δεν είναι παιδί του φωτογράφου Γιάλμαρ, αλλά του γέρο Βέρλε στο σπίτι του οποίου πριν παντρευτεί τον Γιάλμαρ, η Γκίνα εργαζόταν ως υπηρέτρια την οποία κατέστησε έγκυο το αφεντικό της ο γέρο Βέρλε και με την γνώση της αλήθειας έρχεται η καταστροφή. Η μικρή Έντβιγκ μαθαίνοντας την αλήθεια αυτοκτονεί.
Η αποκάλυψη της αλήθειας ανατρέπει τα θεμέλια της οικογένειας Έκνταλ, ο θεμελιωμένος στο αναποκάλυπτο ψέμα κόσμος τους, καταρρέει. Ο σύζυγος αποφασίζει να εγκαταλείψει σύζυγο και θυγατέρα, η οποία αφού αποπειράθηκε να θυσιάσει την πολύτιμη πάπια της, αυτοπυροβολείται με το ίδιο όπλο. Ο γιατρός Ρέλινγκ που ήταν γνώστης της αλήθειας που μέχρι τότε σαν αναποκάλυπτο ψέμα στήριζε την οικογένεια, αποφθεγματίζει εν κατακλείδιμε κυνικό τρόπο: Στέρησε το μέσο άνθρωπο από το ψέμα της ζωής του και ληστεύεις την ευτυχία του. Σε συμβολικό επίπεδο ο Γκρέγκερς και ο Ρέλινγκ φαίνεται να είναι αντίθετοι (η αρετή της αλήθειας ενάντια στο «ζωτικό ψέμα»). Ο γιατρός Ρέλινγκ υπερασπίζεται την θεραπευτική ιδιότητα του κοινωνικού ψεύδους, ως μέσον συντήρησης της οικογενειακής αρμονίας, ο δε Γκρέγκερς επιμένει, ότι υπάρχει ελπίδα με την αποκάλυψη της αλήθειας να επέλθει η «λύτρωση», η οποία δεν επέρχεται, αλλά οδηγεί στον θάνατο την Έντβινγκ. Εδώ γεννάται είναι ερώτημα: κατά πόσον ο Γκέγκερς λειτούργησε ως φορέας της αποκάλυψης της αλήθειας ή ως ετεροθαλής της εξώγαμης Έντβινγκ αδελφός, θέλησε να απαλλαγή με την καταστροφή της, από την παρουσία της. Αυτό εξάγεται και από το γεγονός ότι δεν δείχνει κανένα οίκτο ως προς την Έντβινγκ, τόσο για το ότι έχει μείνει μακριά από μόρφωση κλεισμένη μέσα στο πατρικό σπίτι, όσο και από την επέλευση του τέλους της με την αυτοκτονία της. Είναι ένα ερώτημα που δεν τέθηκε από κανέναν των μελετητών του έργου. Η διάγνωση του γιατρού Ρέλινγκ, αν δεν είχε παρεισφρύσει καταλυτικά στην οικογένεια ο Γκέγκερς, δείχνει κατά πόσον το ζωτικό ψεύδος είναι παράγοντας της κοινωνικής αρμονίας: «Στέρησε τον μέσο άνθρωπο από το ψέμα της ζωής του και του ληστεύεις την ευτυχία.»
Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

David Harsent, «Μια Επιστολή στην Ευρώπη» (μετάφραση: Κατερίνα Κουλούρη)

Γεννήθηκα το 1942, τη χειρότερη χρονιά του πολέμου. Η γενέτειρα μου ήταν ένα χωριό του Ντεβονσάιρ. Έχω ακούσει ιστορίες για τους βομβαρδισμούς των λιμανιών του Ντέβον και για το πως τα πολεμικά αεροσκάφη που συνόδευαν τα βομβαρδιστικά πυροβολούσαν αδιάκριτα στόχους αμάχους. Ένας από αυτούς τους στόχους ήταν και το μικρό νοσοκομείο που είχα γεννηθεί μια μέρα νωρίτερα. Η μητέρα μου και οι υπόλοιπες γυναίκες, η καθεμιά με ένα νεογέννητο στην αγκαλιά, βρήκαν καταφύγιο κάτω από τα κρεβάτια τους.

 

Οι πρώτες μου μνήμες ήταν, εν μέρει, μνήμες πολέμου, απολογισμοί πολέμου και μαρτυρίες πολέμου. Έχω ακούσει ιστορίες για τον πατέρα της μητέρας μου που στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο δέχτηκε επίθεση αέριων – αν και επέζησε, πέθανε νέος ως αποτέλεσμα. Ο πατέρας μου υπέστη σοβαρά τραύματα κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από τα οποία δεν κατάφερε να αναρρώσει πλήρως πότε. Μου πήρε καιρό να συνειδητοποιήσω πως η καθημερινή του δουλειά κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν να σκοτώνει και να κινδυνεύει να σκοτωθεί. Ότι το πιο σύνηθες του συναίσθημα ήταν αυτό του φόβου. Κάθε μέρα, καθόλη τη διάρκεια του πολέμου του. Φόβος. Κάθε μέρα ένα θείο ‘κορώνα-γράμματα’. Καθώς μεγάλωνα ίσα που καταλάβαινα τους πολλούς πολέμους που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο Πολέμο. Όπως πολλοί της γενιάς μου, βγήκα και εγώ στους δρόμους για να διαμαρτυρηθώ ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Τώρα, όπως και τότε, μου ’ρχονται στο νου στίχοι του Robert Lowell από το «Ξυπνώντας Νωρίς Κυριακή Πρωί» («Waking Early Sunday Morning»):

 

…ειρήνη στα παιδιά μας καθώς πέφτουν / σε ένα μικρό πόλεμο που ακολουθεί ένα μικρό / πολέμο…

 

Διαβάστε περισσότερα