Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Φώτης Μότσης, «ʽΝυχτερινό γαίας ἀπείρου», εκδ. Ελλεβορος, 2013

αʼ

Νεκρός
Τό πρόσωπό του ἕνα κλαρί χλωρό
πίσω ἀπ᾿ τή φλούδα

Τραγούδαγε
ὅταν οἱ ἄλλοι τόν μοιρολογοῦσαν

Σάλευαν μόνο τά χείλη του

Κάποιο φιλί τά κράταγε ἀκόμα στή ζωή

βʼ

Κάθε ἀποσπερνό τρόχιζε μές στό μυαλό του
τά μαχαίρια

Τή μοναξιά
δέν θά τήν ἔκαιγε
Αὐτό τό κόκκινο τῆς φλόγας πάντα τό μετάνιωνε

Δές
τά ποιήματα βλασταίνουν μοναχά
αἱμόφυρτα

δʼ

Ἔσερνε τά φίδια μέ λατρεία λές
Τώρα φεύγουν ἀπό τά χέρια της ἀστέρια
Τώρα τά νέφη κομματιάζει τώρα μοιράζει ἀποσπερίτες
Στρώνει τραπέζι στούς σκυφτούς τούς μετανάστες
Ἱστορεῖ γεωγραφία ἱστορεῖ τόν θάνατο

Κι ἄν τή ρωτᾶς κυρά
Πόσα ἀπόθαναν ψηλά ἀπό φαρμάκι
Πόσα ρόδια στόν κόρφο σου ὁλοκόκκινο ζουμί

Σφάζω σοῦ λέει
κόβω τά ὄνειρα στά δυό στά τρία
Κατόπιν τά μαλλιά μου ἀμολῶ γιά νά λιαστοῦν

Ἔρχεται φίδι κολοβό ντύνω τήν προσευχή
στό πένθος
Ἔρχεται σερπετό ἀστρίτης γεύεται τό χιόνι ἀνθό

Βλέπω φωνή βλασταίνω ὁμολογεῖ
Τό σκοτωμένο χῶμα μέ πεθαίνει
Πλοκάμια θέλω Χέρια μακρυά
ἴσαμε τόν ἄλλο τόπο
Βαρκοῦλες μέ φιφίτα
ἀπ᾿ τό χλωρό μερί τοῦ σύμπαντος
Πλοκάμια θέλω θέλω θέλω πάλι
Ἀπό λιγνά πλευρά στά μέσα ὁλοκάθαρος λυγμός

Παίρνει τό μῆλο βγάζει περιστέρι
Τό χνῶτο ἀκουμπάει φλέγεται

Χιλιάδες ἀνασταίνονται λειψόπιττες
Ἀπό τό σάλεμα τοῦ νέφους σκοτεινό καθεύδει χιόνι

Τρίζουν στά πέλματά μας οἱ συγχώριες
Στά γόνατά μας μονάχη ἡ ὀπτασία της

Στρώνει τραπέζι βάζει φίδι
Ἤξερε πάντα τόν καιρό τους

Αὐτή πού σκότωνε
Αὐτή πού γνώριζε ἀπό πρόσφορο
Ἄστραφτε στή λάμα κι ἔλεγε
μετανοῶ
ἡ ἐκείνη

`
ζʼ

Δέν εἶχε πιά νά πεῖ δέν εἶχε νά ποιήσει
Ἔκοβε δέντρα ἔκοβε ἔκοβε φύτευε βροχές
Καρτέραγε φωνή καί συντριβή καινούργιους
καμηλιέρηδες ἄσημους τάχα
καί τό δαυλί πού ἄναψε φωτιά ἀπό τά πέρα
τό μελωμένο τό σταμνί τόν οὐρανίσκο
μέ τή σάλπιγγα
αὐτή
Ἔκοβε δέντρα ἔκοβε ἔκοβε φύτευε ἰτιά
Καί γιά νά λέμε τήν ἀλήθεια
ἤτανε πάντα μοναχός μέσα στό τόσο πράσινο
σέ τόσο λαγαρό πλευρό
ἐκεῖνος

Καλά νά λέμε καί πού ζεῖ
Τόση ἦταν ἡ θύελλα τόση ἡ πέτρα
Τόσα καντάρια τά ὄνειρα
Τόσα τά μέτρα ἡ φλέβα τόσο τό μέτρο ἡ μοναξιά

ὡραῖα ραγισμένος γυαλικό

`
*
ξʼ

Ἔγραψε ἕνα μεγάλο κόκκινο ποίημα
καί τό ἀπόθεσε πλάι στά ὑπόλοιπα τά μῆλα
πού εἶχε πετροβολήσει ἀπ᾿ τή ροδιά της
Ἤ τάχα ἀγρεύσει μές στόν κόρφο της
ἀλήθεια

Ἀδυνατῶν να βάλλει μέ τή σκέψη
ἔβαλε τά κλάματα

Ἄδειαζε γκαστρωμένη θάλασσα

οʼ

Τό ἴδιο μεγάλο κόκκινο ποίημα
τό ᾿ριξε κατόπιν στή φωτιά

Ἔπαιρνε ὅρκο
Στό κάρβουνο τριζοβολοῦσε ὁ λυγμός της

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ελένη Αναστασοπούλου, Κλαίει όποιος ελπίζει ακόμη

1/7/2013

Τι με κοιτάζεις μʼ αυτά τα μάτια, γεμάτα τρόμο; Τι ξέρεις εσύ από τρόμο, πέντε ημερών άνθρωπος; Τρομερό δεν είναι, να σε πατάω με τα πόδια μου, τρομερό είναι να θέλεις να ζήσεις. Κατά λάθος γεννήθηκες. Ούτε ξέρω από ποιον μαλάκα είσαι. Κάθε φορά που πεινάω μʼ άλλον πηδιέμαι. Για ένα πιάτο φαί. Και να πεις ότι το ευχαριστιέμαι. Ένα μαρτύριο είναι κι αυτό. Ότι έχει να κάνει με το μουνί μου είναι ένα μαρτύριο. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είναι ένα με τον πόνο. Στʼ ορφανοτροφείο πίστευα ότι ήταν εκεί για να τσούζει. Σύγκαμα και τσούξιμο. Μια μέρα μου άνοιξαν τα πόδια και μʼ έπλυναν. Πρώτη φορά ασχολήθηκε κάποιος μαζί μου. Ένιωσα παράξενα. Μάλλον χαρά θα ήταν. Όταν είδα το μαχαίρι είπα επιτέλους θα μου το κόψουν. Θα πάψω να πονάω. Ο πόνος δεν είχε τέλος. Καλύτερα, πονάω τώρα αλλά θα γλυτώσω μια και καλή, έλεγα από μέσα μου. Απʼ έξω ούρλιαζα όπως είχα ακούσει να κάνουν μέχρι τότε πολλά κορίτσια. Μετά ήρθε το ράψιμο. Με μια βελόνα τεράστια. Κάθε τρύπημα κι ουρλιαχτό. Δεν ξέρω πόσα ήταν. Λιποθύμησα. Ξύπνησα πάλι στο ίδιο λερωμένο υπόλειμμα στρώματος, στο ίδιο βρώμικο δωμάτιο. Τρεις μέρες κανείς δεν μου έδωσε σημασία, όπως πάντα εξάλλου. Κατάλαβα ότι δεν γλύτωσα απ τον πόνο κι ούτε άλλαξε κάτι. Απ το φόβο για τα χειρότερα, το σκασα. Και μη φανταστείς πως έτρεχα. Δεν μπορούσα. Περπατούσα αργά και με τα πόδια ανοιχτά. Έφυγα απ την είσοδο. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε. Ένα πιάτο φαί λιγότερο. Δεν έπινα, δεν έτρωγα για μέρες. Για να μη χρειάζεται να κατουρήσω. Ήθελα να διαγράψω το μέρος του σώματός μου απʼ τη μέση και κάτω. Κι όμως έζησα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δέσποινα Δεληγιαννίδου, Μικρά πεζά

`

Α όπως aligator

“Κατέβαινε από τη κρεβατοκαμάρα της στη κουζίνα για το πρωινό . Γάλα και φρυγανιά με μέλι . Επρεπε να εξηγεί κάθε πρωί ότι δε πεινούσε. “ (από ανάρτηση της Dora Carlatira στην craft)

Κοντοστάθηκε μόνο σ’ ενα σκαλοπάτι
όσο για να γυαλίσει τις φολίδες της και μετά να τις ανασηκώσει λίγο. Έτσι γυαλιστερές και ανασηκωμένες θα τρόμαζαν τα θηρία που έστηναν κάθε πρωί καρτέρι στην κουζίνα.
Τα θηρία α, τα θηρία δεν τρομάζουν εύκολα κι αυτή έτριβε κι όλο έτριβε φολίδες και κοιταζόταν στον καθρέφτη και καθόλου δεν τρόμαζε άρχισε μάλιστα να της αρέσει ο εαυτός της, έτσι με ανασηκωμένες τις γυαλιστερές φολίδες και αν τα θηρία δεν τρόμαζαν κακό του κεφαλιού τους. Τώρα πια δεν θα άλλαζε χρώματα σαν χαμαιλέων, δεν θα άφηνε κομμάτια της ουράς της εδώ κι εκεί σαν μικρή σαλαμάνδρα, απλά θα περιέφερε φολίδες.
Τις νύχτες μετρούσε τις μελισσοφωλιές του νυχτικού της , ανάερη λιμπελούλα, ονειρεύοταν πως όλος ο κόσμος θα έμενε έκθαμβος, τρομαγμένος ίσως από τις καλογυαλισμένες φολίδες της, έτσι κάθε πρωί έτριβε με μανία, κοιτάζοταν στον καθρέφτη, κατέβαινε τη σκάλα και πάντα κοντοστέκοταν στο ίδιο σκαλί και προσπαθούσε να γίνει όλο και πιο τρομαχτική, πράγμα που σιγά σιγά κατάφερε.
Βρε πως έγινε έτσι αυτό το παιδί έλεγαν, κι αυτή, ευχαριστημένη, γινόταν όλο και πιο έτσι.
Μέχρι που μεγάλωσε και, έτσι όπως είχε γίνει και δεν ξεγινόταν πια, πήρε το δρόμο της.
Λάθος δρόμο όπως πολύ αργά αποδείχτηκε γιατί τα θηρία έξω ήταν αληθινά θηρία και καθόλου δεν τρόμαζαν μόνο διασκέδαζαν με τις καλογυαλισμένες, ελαφρά ανασηκωμένες φολίδες της κι όλο της έριχναν δαγκωνιές κυρίως στην ουρά κι η ουρά έτσι όπως της έλειπαν κομάτια ήταν βέβαια μια καλογυαλισμένη ουρά, αλλά μια ελλειπής καλογυαλισμένη ουρά που δεν είχε καμία χάρη να την κουνά, ούτε βέβαια αυτή την τρομακτική δύναμη που κανονικά έπρεπε να έχει, όπως έχουν οι ουρές από την εποχή των δεινοσαύρων, κάτι που όλοι πολύ καλά γνωρίζουμε.
Κάποτε, αν έλεγα όλο και συχνότερα θα ήμουν πιο ακριβής, βυθιζόταν στην λάσπη, με τα μάτια να εξέχουν πάντα και τα ρουθούνια πότε πότε, ίσα να μην πεθάνει από ασφυξία. Βυθισμένη λοιπόν στη λάσπη, Ακίνητη, Απροσδιόριστη θάλεγα κι ας μην συμφωνείτε με την επιλογή του επιθέτου, Απροσδιόριστη λοιπόν, έπεφτε σε περισυλλογή βαθιά τόσο βαθιά που ίσα ίσα προλάβαινε να αναδυθεί λιγάκι και να αναπνεύσει, στα όρια της Ασφυξίας και ακριβώς γι’ αυτό, μια που ο εγκέφαλος κάπως παράξενα λειτουργεί σε συνθήκες έλλειψης οξυγόνου, έκανε σκέψεις παράξενες . Συχνά μεταμορφώνοταν γινόταν κοριτσάκι, ναι αυτό που δεν είχε υπάρξει παρά σε ένα παρελθόντα Αόριστο χρόνο και πάντως πολύ πριν αρχίσει να γυαλίζει φολίδες. Ακόμα συχνότερα πέταγε ψηλά και θαύμαζε Απαρατήρητη τον κόσμο, όχι μόνο Απαρατήρητη αλλά και Αβαρής και Αόρατη και Αθόρυβη, Απροσδιόριστη πάντα και άλλα πολλά που όλα άρχιζαν με Α-στερητικό. Ήταν ευχαριστημένη μάλιστα που δεν χρειαζόταν φολίδες, ουρές κλπ. για να πετάξει, μπορείς εύκολα να ονειρεύεσαι ότι πετάς, ειδικά όταν είσαι βυθισμένος στη λάσπη.
Σιγά σιγά, μπαίνοντας και βγαίνοντας στη λάσπη, παραμένοντας εκεί όλο και περισσότερο, απόχτησε τη δική της σκάλα, έγινε αυτή το θηρίο και ένα άλλο μικρό κορίτσι άρχισε να γυαλίζει φολίδες λες και δεν γίνεται αλλιώς. Λες και όλες της οι προσπάθειες να είναι η τελευταία της γενιάς της με φολίδες και δαγκωμένη ουρά, με λασπωμένα όνειρα και πτήσεις στερητικού Α, ήταν μοιραία Ατελέσφορες.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Η ημέρα εκείνη δεν επικύρωνε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου» (Γράφει ο Ηρακλής Κακαβάνης)


`

«Οταν ήρθε η 28η, δεν μπόρεσε να ιδεί ότι τότε μόνο, και όχι στις εορτές του Σταδίου, ολόκληρος ο λαός ήταν μαζί του, μαζί με την απάντηση που έδωσε στον Grazzi την αυγή. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η ημέρα εκείνη δεν επικύρωνε αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου» (Γ. Σεφέρης).

`

Λάθος ιστορία μάθαμε. Ο Μεταξάς δεν ήταν δικτάτορας αλλά πρωθυπουργός. Ο Μεταξάς είπε το ΟΧΙ ενώ ο λαός κοιμόταν. Ο Μεταξάς ως έμπειρος στρατιωτικός φρόντισε να προετοιμάσει τη χώρα για τον πόλεμο που ερχόταν. Αυτά δε λέχθηκαν στις σχολικές αίθουσες φέτος για πρώτη φορά. Δυστυχώς πληθαίνουν τα τελευταία χρόνια οι δάσκαλοι που διδάσκουν στα παιδιά μας αυτή την «εκδοχή» της ιστορίας. Και αν βρεθεί κανένας γονιός να υπενθυμίσει ότι η βάση της παιδείας μας είναι οι αρχές της δημοκρατίας και ότι με αυτές τις αρχές κρίνοντας τα πράγματα ο πρωθυπουργός εκλέγεται από το λαό ενώ ο δικτάτορας καταλαμβάνει την εξουσία με τη βία, η απάντηση «αυτά λέει το βιβλίο, αυτά είμαι υποχρεωμένος να πω»!!!
Έτσι γράφεται η ιστορία από την αρχή. Και αυτή η ανάγνωση της ιστορίας απαιτεί το λαό στο περιθώριο. Να «κοιμάται» και οι ηγέτες του να καθορίζουν το μέλλον του. Γιʼ αυτό τα παιδιά δε θα πρέπει να μάθουν ότι ό λαός όρθωσε το ανάστημά του να υπερασπίσει την πατρίδα του. Δεν πρέπει τα παιδιά να συνδέσουν το ΟΧΙ με το σθένος, την αυτοθυσία, τη μαχητικότητα, τη διάθεση αντίστασης του λαού. Την πίστη ότι μπορεί να νικήσει παρότι υστερεί σε οργάνωση και μέσα
Πρέπει πάση θυσία να κρυφτεί το δίδαγμα ότι την ιστορία τη γράφουν οι λαοί. Όταν οι λαοί θέλουν «νικούν θεούς και δαίμονες». Και το απέδειξε ο λαός και στο Αλβανικό Έπος και αργότερα στην Κατοχή. Όταν οι Τσολάκογλου υπηρετούσαν τους γερμανούς καταχτητές ο λαός τους πολεμούσε. Ο λαός αυτός που είχε συνείδηση του Όχι στις 28 Οκτώβρη 1940, πρώτη φορά γιόρτασε την επέτειο με παρέλαση την περίοδο της Κατοχής, αψηφώντας τους Γερμανούς.
`

Για να επιτευχθεί ο στόχος – το ξαναγράψιμο της ιστορίας- ο Μεταξάς πρέπει να ξεπλυθεί με όλα τα νερά και της …δημοκρατικής μας εκπαίδευσης. Έτσι κατά το βιβλίο της ΣΤ Δημοτικού ο Μεταξάς ως έμπειρος στρατιωτικός είχε προετοιμάσει τη χώρα για τον επερχόμενο πόλεμο και είπε το όχι εξ ονόματος όλων των Ελλήνων.
Αναληθή και τα δύο.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ολβία Παπαηλίου, «Οι φλανερίες του γιού του μπέη» (Κεφάλαιο Δωδέκατο)


αναποδογυρισμένο το καλαθάκι, όμως γεμάτο μήλα, κατά την Αρμεναϊκή παράδοση – αυτό ευχόταν η Εσθήρ, για να μη ντροπιαστεί η ανδραδέλφη της.

`

Με το καλό και έφεξε η μέρα, άνοιξε τα ματάκια της εκείνη η Εσθήρ – και μονολόγησε (αφού πρώτα τσιμπήθηκε γιατί ήτανε όλα του δωμάτιου που την είχαν κοιμίσει κατακόκκινα), σαν το κακογατί και έπεσα στα τέσσερα και άκρως ασφαλώς επροσγειώθηκα. Και τώρα, κάποιοι θα ανέβηκαν και κάποιοι θα κατέβηκαν, και με το τσα το πρωινό και τα φρυγανισμένα γλυκανισόψωμα, και τα γλασέ φρουτάκια ότι ζαχαρωμένα, μα θα μπορούσα και να την καλοσυνήθιζα μια ζήση τέτοια, σκεφτότανε καθώς τη στούμπωνε η Αειπάρθενος ωσάν καλή η κλώσσα, και ο Ντημίτ και άλλο που δεν ήθελε, θα του αρέσει να ‘ναι και λίγο γεματούλα, ειδάλλως πώς να τηνε κάμει ζάφτι, μπας και έσπαγε. Ε, μάτια μου καλά, και δεν είχε προσέξει ακόμα πως ευρέθει εις εύτακτο στρατώνα! Διότι, την ημέρα του θεού μόλις ανατέλουσα, είχε βαλθεί η Αειπάρθενος να οργανώσει μια απόβαση άνευ προηγουμένου: Και κατεβήκανε οι υπηρετριούλες κι οι πλύστρες και οι παραμαγείρισσες εν τάξει και ευταξία – και να ασπρίσουμε τους περσινούς σοβάδες, και να φτιάξουμε λίστες από πιοτά και φαγητά, και τα ορεκτικά και τα μπινελικάκια και τα κυρίως πιάτα και τις σούπες , τα επιδόρπια (μέχρι και πέντε διαφορετικά, γιατί οι καλεσμένοι θα είναι απο διάφορες κουλτούρες και πρέπει όλοι να ευχαριστηθούν). Και να μην ξεχαστούμε και μην τυχόν και να μην αγοράσουμε και μερικά παγώνια, να φωτίσουνε τη νύχτα τη γαμήλια με τις ματοουρές τους. Κι εσύ, Εσθήρα μου, να είσαι και να στέκεσαι μέσα εις τη σκιά να μη σε κάβει ο ήλιος. Και, να σου πω καλέ, μην τυχει και πρέπει τίποτα και τι ακριβώς ιδιαίτερο να κάμουμε για να τιμήσουμε και την καταγωγή σου, αυτά βεβαίως πρέπει και να κανονιστούν με τρόπους δικολάβικους, με εννοείς (βεβαίως και την εννοούσε, μα στο περίπου), είχε όμως γλυκάνει κι η ψυχούλα της Εβραιοπούλας μας, να γίνεται τόσο μεγάλος χαλασμός περί το άτομό της, την είχε συγκινήσει – και είχε μία δύναμη θελήσεως η ανδραδέλφη της η μέλουσα, μια μύτη εντελώς ελληνική κι ίσια και σθεναρώς δε αποφασισμένη να φέρει τέτοια επιχείρηση εις πέρας, ήξερε η Εσθήρ από στρατάρχες, μέχρι ίσα και χθες τέτοια ήτανε και ελόγου της. Μα, σε αυτό το σπίτι, ήταν σα να το είχε είδει καθαρά, ήτανε της κουζίνας και της οργάνωσής του περιττή: ήξερε πως η θέση της θα ήτανε μοδέστη, να κάνει μοναχά το θαύμα του Σαμπάτ, από το βράδυ της Παρασκευής και έως το απόγευμα Σαββάτου, να παιζει την οικοκυρά και να ανάβει τη μενορά επταλυχνίως, και ίσως το κρεβάτι, να βρει πρώτα και ύστερα να δείξει την αγάπη, πρώτα του άντρα της, κατόπι των δικών του, ύστερα του θεού, κι ίσως στο τέλος και σε μια γωνιά, και τη δικιά της. Στο μεταξύ, τσουπτσούπ, να πάρουνε οι τσούπρες δρόμο, να δούνε, έχουμε σταφίδες; Και έλα συ εδώ, καλέ που σε εβρήκε μια τέτοια κούκλα, και ούτε του φαινότανε πως ήξευρε εκείνος να διαλέγει! Έλα καλή μου, κάτσε απο δω, όλα να μου τα πεις, χαρώ σε. Όχι, σα δε θες, να μη μου είπεις τίποτα, άχουμε αγάλι το φιλί να σ΄έχει νοστιμάδα. Να κανονίσουμε, να μη συναντηθείτε μέχρι το γάμο, όλα να γενούν κατά πώς πρέπει, να μην υπάρχει καμμιά γρουσουζιά, κι ας είσαι σώνυφη, εγώ θα μεριμνήσω να μη σ’ έδει. Τώρα, φαντάσου και εσύ που το διαβάζεις, ήτανε η κοπέλα μας να μην εφοβηθεί, που η άλλη είχε πάρει φόρα κι έτρεχε, αλλά κι απο την έτερη μεριά, και τέτοιο ολοδώσιμο ποτέ δεν είχε ξαναματαπάθει να το ηβλέπει να της τρέχει καταπάνω της – σκιάχτηκε λιγάκι στην αρχή μήπως και μπήκε εις το σπίτι των μουρλών, ξέρει ποτέ κανείς και με τους Χριστιανούς; Μα είχε και ο καλός της (ούτε που τον ήξερε), φίλο Μεμέτη – δεν το γινότανε να ήταν κι ολοκούνιστος! Και, όσο και να πεις, αυτή η παλαβιάρα, ήξερε να διοικεί καλό στρατό, όλο το σπιτικό ήτανε του λαμπίκου, και άμα είχε καμουτσίκι και στα χέρια της, ωχού Γιαχβέ μου, θα ΄κανε τις στράκες! Κι η άλλη, με ς στη φούρια, πολυβόλο – έκοβε -έραβε η γλώσσα της γιατί κόντευε να της έρθει ένα τί, χλώμιαζε και πρασίνιζε (ένεκα που είχε το χρώμα της σταρένιο), έτρεμε και την έπιαναν τα γέλια, ιδρώνανε τα χέρια της και ίσιωνε το γιλεκάκι που είχε να ηφόρει. Και δώστου, κι άλλο δώστου. Και τη βαλίτζα σου την έχω φυλαγμένη, περιστεράκι μου, τι έχεις εκεί μέσα, να μας το δείξεις; Μα, πόσο ωραίο, σε το δώκαν απέ το σπίτι σου; (Έγνεψε ναι – δεν ήθελε ακόμα να πει τα πιο δικά της, ίσως να μην τα έλεγε ποτέ, ίσως και όχι, μπορεί και ναι – γιατί κάνει κακό να διαφυλάτει κανείς κρυφό του το αμάρτημα – πως είχε κιόλας μάθει και να διαβάζει από το Ταλμούδ, την είχε μάθει τα ανομήματα που λέγαν οι Ραββίνοι). Όποιος μάθει στην κόρη του τον Νόμο είναι σαν να της έμαθε αισχρότητα. Και άμα είχε μοναχά εκείνος σταματήσει εις το νόμο, άντε και να το πεις ότι την αγαπούσε και την ήθελε για γιο – μα για γυναίκα; Έτσι είχε βρεθεί να έχει ούτε νόμο, ούτε στέγη – και να τη λέει η μάνα της αλήτισσα, σιγά και μην της είχανε προικώο το ασημικό της – και ευτυχώς το είχε αγορασμένο από μόνη, και δεν εχρώσταγε τα φώτα του Σαμπάτ της εις σε κανέναν. Όμως, ετούτη η κυρά, που είχε μια ομοιότη και με τη Σεκινά, όταν η Εσθέρ μικρούλα την είχε φανταστεί, μια αρχοντογυναίκα, όμως του πόνου προσηνής – να έρχεται και να την παίρνει από το χέρι, να τη βοηθάει να ανεβαίνει στο βουνό – κι εκεί μαζί να βρίσκουνε τη φλεγομένη βάτο, πλάκες με άλλες εντολές λίαν απάνθρωπες – που καταργούσανε τις στέγες και τους νόμους: το πετρωμένο το φαγί αδύναμο, το νεκρωμένο το φιλί αδύνατο, υπέροχες Σοφίες… Και ξαφνικά, φωνή μεγάλη εν τη ερήμω της ούτε εντελώς άδειας αυλής: αμάν αφέντη Δημητράκη μου, για πάαινε πουλέκι μου απέκει, να μην την εσταυροματιάσεις, καλέ σου λέγω, απέ την άλλη πόρτα. Κι εκείνος, ούτε να της πει καμμιά κουβέντα, σοι λέγου – πάνε επαέ ρε διάολε, να τη σταυρώκεις θες μωρέ την τύχη σας, οπού ‘ναι σαν τα χλία τα νερά, άειντε μανάρι μου και πάγαινε να κανονίσεις αμέ τα πούρα, και τα καπνά του ναργιλέ, και ν΄αγοράθεις και μερκούς ακόμε, να μήναμας ειπούνε και τσιφούτηδες – εδώ θα είναι, και δε θα τη χάσεις. Σε λέω, ήρθε μόνη η πουλάδα, σιγά και θα σε φύγει; Ματέλια μου, εμένα θα μ΄ηκούς που είμι κι αδρεφή σου, διατανόσπερμα, άμα να παντρευείς να ησυχάσου, αλλά μέχρι την τότενη ημέρα – κάνου κουμάντου εγού, έχουμε και κορίτσι εις το σπίτι, παθές να το ντροπιάσεις. Κι έφυγε κι ο Ντημίτ ωσάν δαρμένος, είχε και δίκιο η μεγαλοκοπέλα, και πρώτη του φορά την είδε έτσι αλλού ν΄αστράβει κι αλλού να βροντά, αυτό να δγεις το πήρε από τη μάνα μας, και ευτυχώς δεν ξέρει για τις σαντέζες, μη μου ξύριζε και τ’ αχαμνά σε λέγω, έλεγε του ΧατζηΡεΐς, εγώ την κάμω ικανή. Και τώρα, δεν καλοθυμάμαι και πώς τα άκουσα, μη και να έμενε και όλη τη βδομάδα στο γυαλί, παρέα του φίλου του, μην τύχει και την έγλεπε σε μια στροφή στο διάδρομο και γρουσουζεύετο ο γάμος – μα δεν καλοθυμάμαι. Όμως, θυμάμαι ότι κάπως κάπου άκουσα ότι την έπιασε με τούτα και με κείνα μιαν αγωνία την Εσθήρ, και ήπρεπε να πάει ευθύς αμέσως και πριν απ’ τις παστάδες να βρει τη Βαρντανούς αλλιώς Αλμάστ, την Αρμεναία. Γιατί έπρεπε να τονε πει κι αυτή τον πόνο της, να βρει ένα ματζούνι, μια οδηγία μία σπουδή – γιατί μαθές, είχαμε και τη δοκιμασία του σεντονιού, και ΄κει τι θα γινότανε; Πώς θα το έβγαζε η ανδραδέρφη της να το ΄χει στο μπαλκόνι την άλληνα τη μέρα, και να φανεί ωραίο άσπρο, και η Εσθήρ και τι να πει, τόση καθαριότη; Που έπρεπε, το ήξερε, το ήξερε – να έχει φραουλένια σμέουρα, να έχει ρόδια και κεράσια και τη ντροπή όλων των φρούτων από τα δασιά τα δάση τα φορέστικα, να ευχαριστηθεί κι η λεγομένη Ευταξία, ότι βάλανε εις το σπίτι τους βασίλισσα μια κόρη. Έτσι χτυπούσε η καρδιά της, όχι από ντροπή για τον που έφτυνε το όνομα στον τάφο του, ούτε από την πονηρία προς το ΝτημίτΕφέντη – μα από την αγάπη προς εκείνη τη γυναίκα που τηνε περιμάζεψε μια νύχτα πριν, και σήμερα, φρουτφρούτ, κανόνιζε τα όργανα στο γάμο της εκείνης, της μιας Εσθήρ ατιμασμένης από μέσα απ΄το αίμα της το ίδιο – πώς και να μην την είχε αγαπήσει, και σε μια μέρα μέσα, τέτοια αρχιστράτηγη καρδιά; Βγήκε, με μια δικιολογία καταγέλαστη, της δώσαν ένα γάιδαρο να τηνε πάει καβάλα, ένα καλό ζαγάρι με τα μάτια του σαν καστανομελένια νυχτερινά, λίγο και θα ομίλαγε να πει το Καλωσήρθες. Και πήγε στης Αρμένισσας και γύρισε, μ’ ένα μπουκάλι άρωμα γαρδένιας αποστάξιμο, και ένα καταπότι – κι έτσι το είπε: για το κακό στομάχι, σα σπαθόλαδο. Μα είχε ψεύτικα τα λόγια, κι ας μη φάνηκε – και το πατζαροζούμι, κάνει λεκέδες σαν αιμοβόρους – της είπε την αλφάβητο η Αλμάστ κι εξίσου Βαρντανούς, θα είσαι σαν καινούργια, και θα σε δώκουνε την άλλη μέρα ένα πανέρι μήλα (πάντα τα μήλα, και να δεις, έτσι με κυνηγούσε η μοίρα μου μ’ αυτόν, απ’ την αρχή), έτσι το κάνουμε εμείς στην Αρμενιά άμα βρεθείς ιντάκτη. Και (λέω τώρα πια εγώ, κατόπιν εορτής), πως θα το έκρυψε για μία νύχτα εύκαιρη, ότε θα χρειαζόταν.
`(συνεχίζεται…)

`

*******************************************************

Οι φλανερίες του γιού του μπέη θέλησαν να αρχίσουνε να γράφονται την 27η Οκτωβρίου του 2013 – ξεκινώντας από κάποια στοιχεία μιας αλήθειας, η ιστορία άρχισε να περικοκλαδώνεται και έχει τώρα φτάσει να αριθμεί 112 κεφάλαια, τελείως κατά τύχη, και επειδή έτσι αυτή το θέλησε. Της έχω ευγνωμοσύνη γιατί με έχει κάνει να γελάσω και να συγκινηθώ (σχεδόν έτσι όπως γράφεται, ερήμην μου). Κι επίσης, με έχει κάνει να γνωρίσω εξαίρετους ανθρώπους υπαρκτούς μαζί κι ανύπαρκτους, και τη χαρά μίας γραφής που δε γνωρίζει να δίνει αναφορά, τελείως αυθαίρετης.
Ολβία Παπαηλίου, 2014.

Διαβάστε περισσότερα