1/7/2013

Τι με κοιτάζεις μʼ αυτά τα μάτια, γεμάτα τρόμο; Τι ξέρεις εσύ από τρόμο, πέντε ημερών άνθρωπος; Τρομερό δεν είναι, να σε πατάω με τα πόδια μου, τρομερό είναι να θέλεις να ζήσεις. Κατά λάθος γεννήθηκες. Ούτε ξέρω από ποιον μαλάκα είσαι. Κάθε φορά που πεινάω μʼ άλλον πηδιέμαι. Για ένα πιάτο φαί. Και να πεις ότι το ευχαριστιέμαι. Ένα μαρτύριο είναι κι αυτό. Ότι έχει να κάνει με το μουνί μου είναι ένα μαρτύριο. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είναι ένα με τον πόνο. Στʼ ορφανοτροφείο πίστευα ότι ήταν εκεί για να τσούζει. Σύγκαμα και τσούξιμο. Μια μέρα μου άνοιξαν τα πόδια και μʼ έπλυναν. Πρώτη φορά ασχολήθηκε κάποιος μαζί μου. Ένιωσα παράξενα. Μάλλον χαρά θα ήταν. Όταν είδα το μαχαίρι είπα επιτέλους θα μου το κόψουν. Θα πάψω να πονάω. Ο πόνος δεν είχε τέλος. Καλύτερα, πονάω τώρα αλλά θα γλυτώσω μια και καλή, έλεγα από μέσα μου. Απʼ έξω ούρλιαζα όπως είχα ακούσει να κάνουν μέχρι τότε πολλά κορίτσια. Μετά ήρθε το ράψιμο. Με μια βελόνα τεράστια. Κάθε τρύπημα κι ουρλιαχτό. Δεν ξέρω πόσα ήταν. Λιποθύμησα. Ξύπνησα πάλι στο ίδιο λερωμένο υπόλειμμα στρώματος, στο ίδιο βρώμικο δωμάτιο. Τρεις μέρες κανείς δεν μου έδωσε σημασία, όπως πάντα εξάλλου. Κατάλαβα ότι δεν γλύτωσα απ τον πόνο κι ούτε άλλαξε κάτι. Απ το φόβο για τα χειρότερα, το σκασα. Και μη φανταστείς πως έτρεχα. Δεν μπορούσα. Περπατούσα αργά και με τα πόδια ανοιχτά. Έφυγα απ την είσοδο. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε. Ένα πιάτο φαί λιγότερο. Δεν έπινα, δεν έτρωγα για μέρες. Για να μη χρειάζεται να κατουρήσω. Ήθελα να διαγράψω το μέρος του σώματός μου απʼ τη μέση και κάτω. Κι όμως έζησα.

Έτσι κι εσύ τώρα. Που βρίσκεις τη δύναμη και κλαις; Χωρίς τροφή, χωρίς νερό. Σταματάς το κλάμα μόνο όταν σε παίρνω στα χέρια μου. Νομίζεις ότι το κάνω για να σε αγκαλιάσω; Όχι, μη ξεγελιέσαι κάνω μόνο για να δω από κοντά πόσο θʼ αντέξεις ακόμα. Όσο και να κλάψεις κανείς δεν ενδιαφέρεται. Γι αυτό το καλό που σου θέλω, κοίτα να πεθάνεις μόνο σου. Απ το να πεθαίνεις κάθε μέρα, καλύτερα μια κι έξω. Σκατά είνʼ η ζωή. Το ξέρεις άλλωστε. Μες στα σκατά γεννήθηκες. Κι αυτό δεν είναι το χειρότερο. Άκου λοιπόν και τη συνέχεια αφού αποφάσισες να γεννηθείς κορίτσι. Κοίτα με στα μάτια. Μη ξεγελιέσαι, δε σε πήρα αγκαλιά για να σε χαϊδέψω. Έτσι ξεγελάστηκα κι εγώ. Μια μέρα ήρθε κοντά μου ένας και μʼ αγκάλιασε. Ένιωσα παράξενα. Λες αυτό να είναι η χαρά, σκέφτηκα. Με χάιδεψε. Έβαλε το χέρι του στην τρύπα μου, εκεί κάτω. Είχα ξεχάσει την ύπαρξή της. Τρόμαξα. Με χάιδεψε. Ήταν ακόμα πιο παράξενα. Κάτι σαν ευτυχία. Με φίλησε. Αναστατώθηκαν τα μέσα μου. Μοιράστηκε μαζί μου λίγο ψωμί. Χόρτασα. Το ψωμί δεν ήταν πολύ, μια μπουκιά ήταν. Αυτό ήταν. Διέλυσε τους φόβους μου. Μετά διέλυσε κι έμενα. Με ξέσκισε. Λιποθύμησα. Γι άλλη μια φορά, το ʼσκασα απ την τρώγλη μου. Και μη φανταστείς πως έτρεχα. Δεν μπορούσα. Περπατούσα αργά με τα πόδια ανοιχτά. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε. Κατάλαβα ότι δεν υπάρχει χαρά, μόνο πόνος υπάρχει. Κατάλαβα όμως αυτή η τρύπα που γεννάει πόνο, μπορεί τουλάχιστο να με ταΐζει. Έστω μια μπουκιά ψωμί.
Και να που τώρα γέννησε εσένα. Πόνος είσαι κι εσύ. Διπλός. Ένας για μένα, ένας για σένα. Και καλά εγώ ξέρω από πόνο κι από τρόμο κι από φόβο. Εσύ γιατί να τα γνωρίσεις; Γι αυτό θα σε πατάω με τα πόδια, μέχρι να σταματήσεις να με κοιτάς μʼ αυτά τα τρομαγμένα μάτια. Δεν με ξεγελάς. Είσαι ύπουλο πλάσμα. Ένας ύπουλος πόνος κρυμμένος για μήνες, στην κοιλιά μου. Τις τελευταίες μέρες, έγινες αφόρητος. Νόμιζα ότι ήταν άλλη μια δυσεντερία. Έτρεξα στο ποτάμι. Στο ποτάμι είναι όλοι οι πόνοι μαζεμένοι. Γι αυτό είναι θολό. Βρωμισμένο. Ανακατεμένοι πόνοι της ψυχής, του μυαλού, του σώματος. Ξεπλένει όλες τις αμαρτίες. Η κοιλιά μου πονούσε πολύ. Σφίχτηκα να βγάλω την αρρώστια από μέσα μου. Πρώτα βγήκαν τα σκατά. Διάρροια. Μετά βγήκες εσύ. Πασαλειμμένη ολόκληρη. Αίμα και σκατά . Έπεσες μέσα στο νερό. Τρόμαξα. Τι είναι αυτό; Πήγα να το σκάσω πάλι. Όμως κάτι σερνόταν ανάμεσα στα πόδια μου. Σφίχτηκα πάλι. Βγήκε ένα έντερο. Καλύτερα, χωρίς αυτό δεν θα με ταλαιπωρεί η δυσεντερία, σκέφτηκα. Κάθισα μέσα στο νερό. Σε κρατούσα απ τα πόδια. Βούτηξα το κεφάλι σου. Για να σε ξεπλύνω. Πού βρήκες τη δύναμη να το σηκώσεις. Σʼ έβγαλα. Αντιστεκόσουν. Έκλαιγες. Κλαίει όποιος ελπίζει ακόμα. Υπέκυψα. Αναρωτήθηκα μήπως αντιστεκόσουν γιατί το πεπρωμένο σου θα ηταν καλύτερο απ το δικό μου; Αυτά είναι βλακείες. Να μη σου δώσει η ζωή όσα μπορείς νʼ αντέξεις. Σου έδωσα μια ευκαιρία, για λίγο. Σύντομα, θα καταλάβεις μόνη σου , ότι δεν είναι ζωή αυτή. Εσύ όμως επιμένεις. Χωρίς τροφή, χωρίς νερό. Τώρα όμως δεν πάει άλλο. Εγώ θέλω το καλό σου. Γι αυτό μη με κοιτάς με μάτια και στόμα ορθάνοιχτα. Κλείσʼ τα επιτέλους. Μια τρύπα είναι κι αυτά. Μια τρύπα με πολύ πόνο. Χάρη σου κάνω.