αναποδογυρισμένο το καλαθάκι, όμως γεμάτο μήλα, κατά την Αρμεναϊκή παράδοση – αυτό ευχόταν η Εσθήρ, για να μη ντροπιαστεί η ανδραδέλφη της.

`

Με το καλό και έφεξε η μέρα, άνοιξε τα ματάκια της εκείνη η Εσθήρ – και μονολόγησε (αφού πρώτα τσιμπήθηκε γιατί ήτανε όλα του δωμάτιου που την είχαν κοιμίσει κατακόκκινα), σαν το κακογατί και έπεσα στα τέσσερα και άκρως ασφαλώς επροσγειώθηκα. Και τώρα, κάποιοι θα ανέβηκαν και κάποιοι θα κατέβηκαν, και με το τσα το πρωινό και τα φρυγανισμένα γλυκανισόψωμα, και τα γλασέ φρουτάκια ότι ζαχαρωμένα, μα θα μπορούσα και να την καλοσυνήθιζα μια ζήση τέτοια, σκεφτότανε καθώς τη στούμπωνε η Αειπάρθενος ωσάν καλή η κλώσσα, και ο Ντημίτ και άλλο που δεν ήθελε, θα του αρέσει να ‘ναι και λίγο γεματούλα, ειδάλλως πώς να τηνε κάμει ζάφτι, μπας και έσπαγε. Ε, μάτια μου καλά, και δεν είχε προσέξει ακόμα πως ευρέθει εις εύτακτο στρατώνα! Διότι, την ημέρα του θεού μόλις ανατέλουσα, είχε βαλθεί η Αειπάρθενος να οργανώσει μια απόβαση άνευ προηγουμένου: Και κατεβήκανε οι υπηρετριούλες κι οι πλύστρες και οι παραμαγείρισσες εν τάξει και ευταξία – και να ασπρίσουμε τους περσινούς σοβάδες, και να φτιάξουμε λίστες από πιοτά και φαγητά, και τα ορεκτικά και τα μπινελικάκια και τα κυρίως πιάτα και τις σούπες , τα επιδόρπια (μέχρι και πέντε διαφορετικά, γιατί οι καλεσμένοι θα είναι απο διάφορες κουλτούρες και πρέπει όλοι να ευχαριστηθούν). Και να μην ξεχαστούμε και μην τυχόν και να μην αγοράσουμε και μερικά παγώνια, να φωτίσουνε τη νύχτα τη γαμήλια με τις ματοουρές τους. Κι εσύ, Εσθήρα μου, να είσαι και να στέκεσαι μέσα εις τη σκιά να μη σε κάβει ο ήλιος. Και, να σου πω καλέ, μην τυχει και πρέπει τίποτα και τι ακριβώς ιδιαίτερο να κάμουμε για να τιμήσουμε και την καταγωγή σου, αυτά βεβαίως πρέπει και να κανονιστούν με τρόπους δικολάβικους, με εννοείς (βεβαίως και την εννοούσε, μα στο περίπου), είχε όμως γλυκάνει κι η ψυχούλα της Εβραιοπούλας μας, να γίνεται τόσο μεγάλος χαλασμός περί το άτομό της, την είχε συγκινήσει – και είχε μία δύναμη θελήσεως η ανδραδέλφη της η μέλουσα, μια μύτη εντελώς ελληνική κι ίσια και σθεναρώς δε αποφασισμένη να φέρει τέτοια επιχείρηση εις πέρας, ήξερε η Εσθήρ από στρατάρχες, μέχρι ίσα και χθες τέτοια ήτανε και ελόγου της. Μα, σε αυτό το σπίτι, ήταν σα να το είχε είδει καθαρά, ήτανε της κουζίνας και της οργάνωσής του περιττή: ήξερε πως η θέση της θα ήτανε μοδέστη, να κάνει μοναχά το θαύμα του Σαμπάτ, από το βράδυ της Παρασκευής και έως το απόγευμα Σαββάτου, να παιζει την οικοκυρά και να ανάβει τη μενορά επταλυχνίως, και ίσως το κρεβάτι, να βρει πρώτα και ύστερα να δείξει την αγάπη, πρώτα του άντρα της, κατόπι των δικών του, ύστερα του θεού, κι ίσως στο τέλος και σε μια γωνιά, και τη δικιά της. Στο μεταξύ, τσουπτσούπ, να πάρουνε οι τσούπρες δρόμο, να δούνε, έχουμε σταφίδες; Και έλα συ εδώ, καλέ που σε εβρήκε μια τέτοια κούκλα, και ούτε του φαινότανε πως ήξευρε εκείνος να διαλέγει! Έλα καλή μου, κάτσε απο δω, όλα να μου τα πεις, χαρώ σε. Όχι, σα δε θες, να μη μου είπεις τίποτα, άχουμε αγάλι το φιλί να σ΄έχει νοστιμάδα. Να κανονίσουμε, να μη συναντηθείτε μέχρι το γάμο, όλα να γενούν κατά πώς πρέπει, να μην υπάρχει καμμιά γρουσουζιά, κι ας είσαι σώνυφη, εγώ θα μεριμνήσω να μη σ’ έδει. Τώρα, φαντάσου και εσύ που το διαβάζεις, ήτανε η κοπέλα μας να μην εφοβηθεί, που η άλλη είχε πάρει φόρα κι έτρεχε, αλλά κι απο την έτερη μεριά, και τέτοιο ολοδώσιμο ποτέ δεν είχε ξαναματαπάθει να το ηβλέπει να της τρέχει καταπάνω της – σκιάχτηκε λιγάκι στην αρχή μήπως και μπήκε εις το σπίτι των μουρλών, ξέρει ποτέ κανείς και με τους Χριστιανούς; Μα είχε και ο καλός της (ούτε που τον ήξερε), φίλο Μεμέτη – δεν το γινότανε να ήταν κι ολοκούνιστος! Και, όσο και να πεις, αυτή η παλαβιάρα, ήξερε να διοικεί καλό στρατό, όλο το σπιτικό ήτανε του λαμπίκου, και άμα είχε καμουτσίκι και στα χέρια της, ωχού Γιαχβέ μου, θα ΄κανε τις στράκες! Κι η άλλη, με ς στη φούρια, πολυβόλο – έκοβε -έραβε η γλώσσα της γιατί κόντευε να της έρθει ένα τί, χλώμιαζε και πρασίνιζε (ένεκα που είχε το χρώμα της σταρένιο), έτρεμε και την έπιαναν τα γέλια, ιδρώνανε τα χέρια της και ίσιωνε το γιλεκάκι που είχε να ηφόρει. Και δώστου, κι άλλο δώστου. Και τη βαλίτζα σου την έχω φυλαγμένη, περιστεράκι μου, τι έχεις εκεί μέσα, να μας το δείξεις; Μα, πόσο ωραίο, σε το δώκαν απέ το σπίτι σου; (Έγνεψε ναι – δεν ήθελε ακόμα να πει τα πιο δικά της, ίσως να μην τα έλεγε ποτέ, ίσως και όχι, μπορεί και ναι – γιατί κάνει κακό να διαφυλάτει κανείς κρυφό του το αμάρτημα – πως είχε κιόλας μάθει και να διαβάζει από το Ταλμούδ, την είχε μάθει τα ανομήματα που λέγαν οι Ραββίνοι). Όποιος μάθει στην κόρη του τον Νόμο είναι σαν να της έμαθε αισχρότητα. Και άμα είχε μοναχά εκείνος σταματήσει εις το νόμο, άντε και να το πεις ότι την αγαπούσε και την ήθελε για γιο – μα για γυναίκα; Έτσι είχε βρεθεί να έχει ούτε νόμο, ούτε στέγη – και να τη λέει η μάνα της αλήτισσα, σιγά και μην της είχανε προικώο το ασημικό της – και ευτυχώς το είχε αγορασμένο από μόνη, και δεν εχρώσταγε τα φώτα του Σαμπάτ της εις σε κανέναν. Όμως, ετούτη η κυρά, που είχε μια ομοιότη και με τη Σεκινά, όταν η Εσθέρ μικρούλα την είχε φανταστεί, μια αρχοντογυναίκα, όμως του πόνου προσηνής – να έρχεται και να την παίρνει από το χέρι, να τη βοηθάει να ανεβαίνει στο βουνό – κι εκεί μαζί να βρίσκουνε τη φλεγομένη βάτο, πλάκες με άλλες εντολές λίαν απάνθρωπες – που καταργούσανε τις στέγες και τους νόμους: το πετρωμένο το φαγί αδύναμο, το νεκρωμένο το φιλί αδύνατο, υπέροχες Σοφίες… Και ξαφνικά, φωνή μεγάλη εν τη ερήμω της ούτε εντελώς άδειας αυλής: αμάν αφέντη Δημητράκη μου, για πάαινε πουλέκι μου απέκει, να μην την εσταυροματιάσεις, καλέ σου λέγω, απέ την άλλη πόρτα. Κι εκείνος, ούτε να της πει καμμιά κουβέντα, σοι λέγου – πάνε επαέ ρε διάολε, να τη σταυρώκεις θες μωρέ την τύχη σας, οπού ‘ναι σαν τα χλία τα νερά, άειντε μανάρι μου και πάγαινε να κανονίσεις αμέ τα πούρα, και τα καπνά του ναργιλέ, και ν΄αγοράθεις και μερκούς ακόμε, να μήναμας ειπούνε και τσιφούτηδες – εδώ θα είναι, και δε θα τη χάσεις. Σε λέω, ήρθε μόνη η πουλάδα, σιγά και θα σε φύγει; Ματέλια μου, εμένα θα μ΄ηκούς που είμι κι αδρεφή σου, διατανόσπερμα, άμα να παντρευείς να ησυχάσου, αλλά μέχρι την τότενη ημέρα – κάνου κουμάντου εγού, έχουμε και κορίτσι εις το σπίτι, παθές να το ντροπιάσεις. Κι έφυγε κι ο Ντημίτ ωσάν δαρμένος, είχε και δίκιο η μεγαλοκοπέλα, και πρώτη του φορά την είδε έτσι αλλού ν΄αστράβει κι αλλού να βροντά, αυτό να δγεις το πήρε από τη μάνα μας, και ευτυχώς δεν ξέρει για τις σαντέζες, μη μου ξύριζε και τ’ αχαμνά σε λέγω, έλεγε του ΧατζηΡεΐς, εγώ την κάμω ικανή. Και τώρα, δεν καλοθυμάμαι και πώς τα άκουσα, μη και να έμενε και όλη τη βδομάδα στο γυαλί, παρέα του φίλου του, μην τύχει και την έγλεπε σε μια στροφή στο διάδρομο και γρουσουζεύετο ο γάμος – μα δεν καλοθυμάμαι. Όμως, θυμάμαι ότι κάπως κάπου άκουσα ότι την έπιασε με τούτα και με κείνα μιαν αγωνία την Εσθήρ, και ήπρεπε να πάει ευθύς αμέσως και πριν απ’ τις παστάδες να βρει τη Βαρντανούς αλλιώς Αλμάστ, την Αρμεναία. Γιατί έπρεπε να τονε πει κι αυτή τον πόνο της, να βρει ένα ματζούνι, μια οδηγία μία σπουδή – γιατί μαθές, είχαμε και τη δοκιμασία του σεντονιού, και ΄κει τι θα γινότανε; Πώς θα το έβγαζε η ανδραδέρφη της να το ΄χει στο μπαλκόνι την άλληνα τη μέρα, και να φανεί ωραίο άσπρο, και η Εσθήρ και τι να πει, τόση καθαριότη; Που έπρεπε, το ήξερε, το ήξερε – να έχει φραουλένια σμέουρα, να έχει ρόδια και κεράσια και τη ντροπή όλων των φρούτων από τα δασιά τα δάση τα φορέστικα, να ευχαριστηθεί κι η λεγομένη Ευταξία, ότι βάλανε εις το σπίτι τους βασίλισσα μια κόρη. Έτσι χτυπούσε η καρδιά της, όχι από ντροπή για τον που έφτυνε το όνομα στον τάφο του, ούτε από την πονηρία προς το ΝτημίτΕφέντη – μα από την αγάπη προς εκείνη τη γυναίκα που τηνε περιμάζεψε μια νύχτα πριν, και σήμερα, φρουτφρούτ, κανόνιζε τα όργανα στο γάμο της εκείνης, της μιας Εσθήρ ατιμασμένης από μέσα απ΄το αίμα της το ίδιο – πώς και να μην την είχε αγαπήσει, και σε μια μέρα μέσα, τέτοια αρχιστράτηγη καρδιά; Βγήκε, με μια δικιολογία καταγέλαστη, της δώσαν ένα γάιδαρο να τηνε πάει καβάλα, ένα καλό ζαγάρι με τα μάτια του σαν καστανομελένια νυχτερινά, λίγο και θα ομίλαγε να πει το Καλωσήρθες. Και πήγε στης Αρμένισσας και γύρισε, μ’ ένα μπουκάλι άρωμα γαρδένιας αποστάξιμο, και ένα καταπότι – κι έτσι το είπε: για το κακό στομάχι, σα σπαθόλαδο. Μα είχε ψεύτικα τα λόγια, κι ας μη φάνηκε – και το πατζαροζούμι, κάνει λεκέδες σαν αιμοβόρους – της είπε την αλφάβητο η Αλμάστ κι εξίσου Βαρντανούς, θα είσαι σαν καινούργια, και θα σε δώκουνε την άλλη μέρα ένα πανέρι μήλα (πάντα τα μήλα, και να δεις, έτσι με κυνηγούσε η μοίρα μου μ’ αυτόν, απ’ την αρχή), έτσι το κάνουμε εμείς στην Αρμενιά άμα βρεθείς ιντάκτη. Και (λέω τώρα πια εγώ, κατόπιν εορτής), πως θα το έκρυψε για μία νύχτα εύκαιρη, ότε θα χρειαζόταν.
`(συνεχίζεται…)

`

*******************************************************

Οι φλανερίες του γιού του μπέη θέλησαν να αρχίσουνε να γράφονται την 27η Οκτωβρίου του 2013 – ξεκινώντας από κάποια στοιχεία μιας αλήθειας, η ιστορία άρχισε να περικοκλαδώνεται και έχει τώρα φτάσει να αριθμεί 112 κεφάλαια, τελείως κατά τύχη, και επειδή έτσι αυτή το θέλησε. Της έχω ευγνωμοσύνη γιατί με έχει κάνει να γελάσω και να συγκινηθώ (σχεδόν έτσι όπως γράφεται, ερήμην μου). Κι επίσης, με έχει κάνει να γνωρίσω εξαίρετους ανθρώπους υπαρκτούς μαζί κι ανύπαρκτους, και τη χαρά μίας γραφής που δε γνωρίζει να δίνει αναφορά, τελείως αυθαίρετης.
Ολβία Παπαηλίου, 2014.