αʼ
Νεκρός
Τό πρόσωπό του ἕνα κλαρί χλωρό
πίσω ἀπ᾿ τή φλούδα
Τραγούδαγε
ὅταν οἱ ἄλλοι τόν μοιρολογοῦσαν
Σάλευαν μόνο τά χείλη του
Κάποιο φιλί τά κράταγε ἀκόμα στή ζωή
βʼ
Κάθε ἀποσπερνό τρόχιζε μές στό μυαλό του
τά μαχαίρια
Τή μοναξιά
δέν θά τήν ἔκαιγε
Αὐτό τό κόκκινο τῆς φλόγας πάντα τό μετάνιωνε
Δές
τά ποιήματα βλασταίνουν μοναχά
αἱμόφυρτα
δʼ
Ἔσερνε τά φίδια μέ λατρεία λές
Τώρα φεύγουν ἀπό τά χέρια της ἀστέρια
Τώρα τά νέφη κομματιάζει τώρα μοιράζει ἀποσπερίτες
Στρώνει τραπέζι στούς σκυφτούς τούς μετανάστες
Ἱστορεῖ γεωγραφία ἱστορεῖ τόν θάνατο
Κι ἄν τή ρωτᾶς κυρά
Πόσα ἀπόθαναν ψηλά ἀπό φαρμάκι
Πόσα ρόδια στόν κόρφο σου ὁλοκόκκινο ζουμί
Σφάζω σοῦ λέει
κόβω τά ὄνειρα στά δυό στά τρία
Κατόπιν τά μαλλιά μου ἀμολῶ γιά νά λιαστοῦν
Ἔρχεται φίδι κολοβό ντύνω τήν προσευχή
στό πένθος
Ἔρχεται σερπετό ἀστρίτης γεύεται τό χιόνι ἀνθό
Βλέπω φωνή βλασταίνω ὁμολογεῖ
Τό σκοτωμένο χῶμα μέ πεθαίνει
Πλοκάμια θέλω Χέρια μακρυά
ἴσαμε τόν ἄλλο τόπο
Βαρκοῦλες μέ φιφίτα
ἀπ᾿ τό χλωρό μερί τοῦ σύμπαντος
Πλοκάμια θέλω θέλω θέλω πάλι
Ἀπό λιγνά πλευρά στά μέσα ὁλοκάθαρος λυγμός
Παίρνει τό μῆλο βγάζει περιστέρι
Τό χνῶτο ἀκουμπάει φλέγεται
Χιλιάδες ἀνασταίνονται λειψόπιττες
Ἀπό τό σάλεμα τοῦ νέφους σκοτεινό καθεύδει χιόνι
Τρίζουν στά πέλματά μας οἱ συγχώριες
Στά γόνατά μας μονάχη ἡ ὀπτασία της
Στρώνει τραπέζι βάζει φίδι
Ἤξερε πάντα τόν καιρό τους
Αὐτή πού σκότωνε
Αὐτή πού γνώριζε ἀπό πρόσφορο
Ἄστραφτε στή λάμα κι ἔλεγε
μετανοῶ
ἡ ἐκείνη
`
ζʼ
Δέν εἶχε πιά νά πεῖ δέν εἶχε νά ποιήσει
Ἔκοβε δέντρα ἔκοβε ἔκοβε φύτευε βροχές
Καρτέραγε φωνή καί συντριβή καινούργιους
καμηλιέρηδες ἄσημους τάχα
καί τό δαυλί πού ἄναψε φωτιά ἀπό τά πέρα
τό μελωμένο τό σταμνί τόν οὐρανίσκο
μέ τή σάλπιγγα
αὐτή
Ἔκοβε δέντρα ἔκοβε ἔκοβε φύτευε ἰτιά
Καί γιά νά λέμε τήν ἀλήθεια
ἤτανε πάντα μοναχός μέσα στό τόσο πράσινο
σέ τόσο λαγαρό πλευρό
ἐκεῖνος
Καλά νά λέμε καί πού ζεῖ
Τόση ἦταν ἡ θύελλα τόση ἡ πέτρα
Τόσα καντάρια τά ὄνειρα
Τόσα τά μέτρα ἡ φλέβα τόσο τό μέτρο ἡ μοναξιά
ὡραῖα ραγισμένος γυαλικό
`
*
ξʼ
Ἔγραψε ἕνα μεγάλο κόκκινο ποίημα
καί τό ἀπόθεσε πλάι στά ὑπόλοιπα τά μῆλα
πού εἶχε πετροβολήσει ἀπ᾿ τή ροδιά της
Ἤ τάχα ἀγρεύσει μές στόν κόρφο της
ἀλήθεια
Ἀδυνατῶν να βάλλει μέ τή σκέψη
ἔβαλε τά κλάματα
Ἄδειαζε γκαστρωμένη θάλασσα
οʼ
Τό ἴδιο μεγάλο κόκκινο ποίημα
τό ᾿ριξε κατόπιν στή φωτιά
Ἔπαιρνε ὅρκο
Στό κάρβουνο τριζοβολοῦσε ὁ λυγμός της









