Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Νίκη Παυλοπούλου, «ΑΛΛ(ιώ)ός»


”Μια φορά κι έναν καιρό
ή
”Κάποτε σε τόπους μακρινούς”
ή ακόμα
”Ήταν μια όμορφη κοπέλα, που ήταν τόσο δυστυχισμένη”…

Κάπως, έτσι ξεκινούν οι ιστορίες.
Ιστορίες με πριγκιποπούλες φυλακισμένες, δράκους να τις φοβερίζουν και ιππότες με τόλμη και σπαθιά να τις σώζουν.

Ιστορίες που μιλούν για το καλό και το κακό ,το δίκαιο και το άδικο.
Ιστορίες που μας χαροποιούν.
Ιστορίες που μας στενοχωρούν.
Όπως και να είναι, όμως, οι ιστορίες μας τροφοδοτούν.

Και επειδή όλοι χρειαζόμαστε ιστορίες, θα πούμε και μείς μια.

Όχι με πριγκίπισσες.
Όχι με δράκους.
Όχι με ιππότες που με τα σπαθιά και την εξυπνάδα τους, νικούν το κακό.

Η ιστορία θα είναι διαφορετική.

Για ανθρώπους… ξύλινες μπογιές
Για κάστρο… μικρό χάρτινο κουτί.
Για αρχή…διαφορετική.
Για τέλος…καθοριστικό.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μάκης Τσίτας, Μάρτυς μου ο Θεός, Κίχλη, 2013 (Γράφει ο Σωτήρης Παστάκας)

Χρυσοβαλάντης, οσιομάρτυρας

«Ένα ποίημα για μένα είναι ζουμί από κοτόσουπα», για ξαναπέστο είπα, κι ο Χρυσοβαλάντης μου το επανέλαβε ώστε να μπορέσω να το σημειώσω με τη μαύρη μελάνη του Μονμπλάν, που ήταν το φετίχ του μεγαλογιατρού εκείνη την εποχή: «Ένα ποίημα για μένα είναι ζουμί από κοτόσουπα, είναι βίωμα ψυχής». Στην αρχή της καριέρας μου κρατούσα λεπτομερείς καταγραφές από τις συνεδρίες με τους πελάτες μου, κάποια εποχή μάλιστα τα περνούσα και στο πισί σʼ ένα απʼ τα πρώτα ψυχιατρικά προγράμματα για κομπιούτερ, αλλά το σταμάτησα σχεδόν αμέσως, πρώτον γιατί οι πελάτες μου φοβόταν πως τα μυστικά τους καταγράφονται ηλεκτρονικά και κατά δεύτερον γιατί μου το απαγόρευσε ο λογιστής μου: είσαι με τα καλά σου μου λέει που θα σερβίρεις έτοιμο το πελατολόγιό σου στο ΣΔΟΕ; Ωστόσο κράτησα τη συνήθεια του ανοιχτού τετραδίου σημειώσεων, δερματόδετο πάντα κατά προτίμηση μπορντό με επίχρυση αγκράφα, όπου σημείωνα μόνον κάποιες αξιόλογες φράσεις με την ελπίδα να τις χρησιμοποιήσω κάποτε στα κείμενά μου, ή έκανα διάφορα σκίτσα που όσο προχωρούσε η συνεδρία κατέληγαν απλώς σε έντονες μουτζούρες. Πάντως από τον παχύσαρκο, ηδομανή, πατριώτη, φιλόπατρι, φιλογύνη, φιλοευρωπαίο, φιλορώσο, αγαθόπατρι, λιχούδη και κρυφοπουτανίτσα, διαβητικό Χρυσοβαλάντη μάλλον ήταν η πρώτη φορά που κρατούσα κάποια σημείωση.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Oskar Kokoschka, «Ο λευκός ζωοκτόνος», (μτφρ.-επίμετρο: Νίκος Βουτυρόπουλος)

`

Μετά από κάποια ώρα είδα ένα λευκό πουλί, δίπλα ακριβώς στο πόδι μου. Κι ενώ μου απέσπασε την προσοχή, χωρίς να δείχνει τρομαγμένο, αίφνης έτρεξε άφοβα μπροστά μου, ακολουθώντας την κλίση του εδάφους, προς το ολόγιομο φεγγάρι. Προσπάθησα να το παρακολουθήσω με το βλέμμα μου, ώσπου όλα γύρω μου εξαφανίστηκαν, όλα εκτός απʼ το φως.
Στο φεγγάρι διαγράφονταν η ζωντανή, θαρρείς, μορφή μιας γυναίκας σε στάση προσμονής. Για αρκετή ώρα ατένιζα τη μορφή, δίχως να καταλάβω ότι αυτή με τραβούσε και εγώ ταξίδευα σε χώρους καλυμμένους με σύννεφα σε σχήμα ζώων που γρύλλιζαν και κινούνταν ανήσυχα. Και τη στιγμή που εμφανίζονταν και τινάζονταν στον αέρα, μονομιάς πέφτανε κάτω και θάβονταν στη γη. Καθώς συνέβαιναν όλα αυτά γύρω μου, άρχισα να μη νιώθω καλά. Αφού περπάτησα λίγο, συνειδητοποίησα πως βρίσκομαι σʼ ένα τοπίο με θέα, ενώ τα συννεφένια ζώα είχαν πια εξαφανιστεί. Τότε πρόσεξα – τυχαία, σαν κάποιος να παρατηρεί τι συμβαίνει έξω – ότι είχα μεταμορφωθεί σʼ ένα σκυθρωπό πλάσμα με φλογισμένα μάτια. Υπάρχουν βέβαια τέτοια πλάσματα που ζουν θαμμένα στη μοναξιά των βουνών.
Στην πραγματικότητα, οι παράξενες αυτές εικόνες είχαν να κάνουν με την εφηβική μου ηλικία, τότε που, γεμάτος πάθος, θεωρούσα τον εαυτό μου ευτυχισμένο. Τι να φοβηθούν τα νιάτα, τη στιγμή που τόσο πρόθυμα δοκιμάζουν κάθε ανατριχιαστική εμπειρία, διασκεδάζοντας ακόμα και σε ερημότοπους; Δεν ξέρω πως προκύπτει, ούτε μπορώ να εξηγήσω το γεγονός ότι κάποιες φορές χάνονται όλες οι έννοιες, σα να ʽναι φιλάσθενα ανθάκια που καρτερούν τον ήλιο, ενώ τα χτυπά ξαφνικά ο αγέρας και η παγωνιά. Πως γίνεται – δε μου ξεκολλά απʼ το μυαλό – να μην αποζητώ παρά τον θάνατο και να βλέπω να πεθαίνει κάθε προηγούμενή μου εντύπωση; Καθετί που σχηματίστηκε στη γη ή στον αέρα, μεμιάς αποσυντίθεται, τα φτερωτά ζώα, τα μαλλιαρά ζώα και ό, τι άλλο αποζητά τη ζεστασιά.
«Γιόκα, πρέπει να γεράσουμε. Ως να στερέψει το γάλα μου, θα ʽχουμε χαθεί!» είπε κρυφογελώντας η φεγγαρογυναίκα και κοκκίνισε. Στο χέρι κρατούσε ένα πέπλο που το τίναξε, και αμέσως κρύφτηκε πίσω από ένα σύννεφο.
«Ω σημάδι του μεσονυχτίου! Ήμουν κάποτε γερός πότης, δέκα χρόνια σερί έπινα γάλα απʼ τους μαστούς Σας. Μη φοβάστε, εδώ είμαι νʼ ανταλλάξω το αίμα Σας με γάλα!»
Όπως τα ραγισμένα ηφαίστεια που αντηχούν ως το φεγγάρι, ανασαίνοντας και μουρμουρίζοντας μέχρι την εξορία των φωτισμένων ερήμων, έτσι απηχούσαν τα λόγια αυτά την άγρια αγάπη μου.
«Θα ʽπρεπε να Σας επιπλήξω για τη θερμή αγάπη Σας! Από τʼ άγαρμπα χέρια Σας τα πλευρά μου είναι καταματωμένα, λες και έπεσα πάνω σε αγκάθια» φώναξε. Μετά πήγε και έσβησε το φεγγάρι.
Ένιωθα κουρασμένος, θα προτιμούσα να ʽμουν στο σπίτι. Έριξα μια πέτρα και έδιωξα το λευκό πουλί. Μετά ξάπλωσα στο έδαφος και αποκοιμήθηκα. Φαντάστηκα κοριτσάκια που θέλανε να τα φιλήσω, να με παρατηρούν, να κρατάνε σταφύλια και να τα περιφέρουν από χέρι σε χέρι, σα να ʽναι μούρα που έχουν ξεκολλήσει απʼ τα κοτσάνια, σα να ʽναι κόκκινα μούρα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Τάσος Μελίτης, «Το Κέρασμα που Άργησε», εκδ. Παρουσία 2012 (γράφει ο Μανώλης Αλεξάκης)

Το κείμενο που ακολουθεί αφορά στην παρουσίαση του βιβλίου του Τάσου Μελίτη, Το Κέρασμα που Άργησε, Εκδόσεις Παρουσία, 2012. Οι σκέψεις που παρατίθενται, δεν προέρχονται από έναν ειδικό της λογοτεχνίας, αλλά από ένα μέλος ενός ευρύτερου συντροφικού κύκλου από τον οποίο ο συγγραφέας έχει εμπνευσθεί ορισμένες από τις ιστορίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο (αλλά και στο προηγούμενό του, Παπαλάμπραινα by Gibson και άλλα διηγήματα, Οσελότος, 2009). Ας πούμε, λοιπόν, πως εκφράζω τις εντυπώσεις μου, κατά κάποιο τρόπο, ως «συμμετοχικός παρατηρητής».

Όπως δηλώνεται στον υπότιτλο στις μέσα σελίδες του βιβλίου, Το Κέρασμα που Άργησε αποτελείται από πέντε κύκλους πεζογραφημάτων απʼ αφορμή την τελευταία διετία. Και αφού το βιβλίο εκδόθηκε πρόσφατα (Αύγουστος 2012), αυτή η διετία είναι το χρονικό διάστημα που έγιναν και στην δική μας κοινωνία εμφανέστατα τα σημάδια της οικονομικής κρίσης, που ως γνωστόν ξεκίνησε ήδη από το 2008 στις Η.Π.Α. Η δική μου λοιπόν συμβολή στην παρουσίαση του βιβλίου στο ευρύτερο κοινό έχει να κάνει ακριβώς με την επισήμανση ορισμένων χαρακτηριστικών που, κατά τη γνώμη μου, ξεπηδούν από τη γραφή του Τάσου Μελίτη και διαγράφουν σε –αδρές γραμμές– ορισμένες όψεις της κοινωνίας μας την διετία 2010-2011.

Παρατήρηση πρώτη.

Στο βιβλίο των 150 περίπου σελίδων, αναφορές στην λιτότητα, την τρόικα, το προτεκτοράτο, το χρέος, την οικονομική κρίση, το δάνειο, το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την κρίση χρέους, τις μειώσεις μισθών, την ανασφάλεια και, ιδιαίτερα, το μνημόνιο, γίνονται σε όλα ανεξαιρέτως τα διηγήματα (17 τον αριθμό). Συνολικά μέτρησα περισσότερες από εξήντα τέτοιες ονομαστικές αναφορές, με πιο συχνή τη λέξη μνημόνιο (αναφορά που σε συγκεκομμένη μορφή υπάρχει και στον τίτλο του τρίτου διηγήματος του πρώτου κύκλου –«΄μώ το Μνημό», σελ. 23, 29). Αν μάλιστα αργούσε λίγο ακόμη η έκδοση του βιβλίου, είμαι σίγουρος ότι στις παραπάνω αναφορές θα συμπεριλαμβάνονταν ορισμένες ακόμη, όπως, π.χ., πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, παράκαμψη συνταγματικών διατάξεων ή καταστρατήγηση του συντάγματος κλπ. Κάποιος που δεν έχει διαβάσει ακόμη το βιβλίο, θα νόμιζε ίσως πώς ο συγγραφέας στα διηγήματά του καταπιάνεται λεπτομερώς με αυτά τα ζητήματα, τα αναλύει διεξοδικά και στέκεται με κριτική διάθεση απέναντί τους. Κάθε άλλο… Τα θέματα με τα οποία ασχολείται αφορούν στις ανθρώπινες σχέσεις, στον έρωτα, στις τριβές με τις δημόσιες και μη υπηρεσίες, στην αναζήτηση εργασίας, στη διάθεση του ελεύθερου χρόνου, με δυο λέξεις σε ζητήματα που αφορούν διαχρονικά την καθημερινότητα λίγο-πολύ συνηθισμένων, μέσων ανθρώπων. Ο καμβάς όμως, πάνω στον οποίο ο Τάσος Μελίτης υφαίνει τις ιστορίες του, είναι έντονα χρωματισμένος από τις ανασφάλειες και τις δυσκολίες της τρέχουσας πολιτικής και οικονομικής συγκυρίας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Η εμπειρία της εξορίας στον Γιάννη Ρίτσο ή άλλως τα “Επικαιρικά Δελτάρια Εξορίας” (γράφει ο Μάριος-Κυπαρίσσης Μώρος)

`

Ι. Η εξορία ως δυστοπία

Εξορία, «η αθεράπευτη ρήξη που επιβάλλεται βιαίως σε έναν άνθρωπο και έναν γενέθλιο τόπο, ανάμεσα στον εαυτό και την πραγματική του πατρίδα» (1). Σίγουρα, δεν είναι εύκολο να ορίσει κάποιος, τοπικά τουλάχιστον, την εξορία, καθώς αυτή περικλείει τα πάντα έξωθεν των ορίων• ο χώρος, οι άνθρωποι, τα ίδια τα αντικείμενα της ανήκουν και μέσα από τα φίλτρα της αλλοιώνονται, τροποποιούνται, μεταλλάσσονται, γίνονται ανοικειωτικά. Το εν εξορία υποκείμενο απομακρύνεται από το γνώριμο, ρήγνυνται –άλλοτε άνευ επιστροφής- οι δεσμοί με ό,τι οικείο. «Η πραγματική εξορία είναι μια κατάσταση οριστικής απώλειας»(2). και δεν είναι μόνο οριστική, αλλά και διαρκής. Ο εξόριστος βιώνει μια συνεχή απώλεια, που προσμετράται σε έμψυχο, άψυχο και νοητικό υλικό• φίλοι και συγγενείς, αγαπημένα αντικείμενα, αλλά και η μνήμη, αρχίζουν να μοιάζουν μακρινά. Έτσι, το εξορισθέν υποκείμενο γίνεται ένας «Άλλος», ο οποίος καλείται να προβεί σε μια αυτοπαρουσίαση εκ νέου, απότοκο της οποίας είναι η ετεροπαρουσίαση. Η ανασύσταση ή ανασυγκρότηση της ταυτότητας γίνεται επιτακτική ανάγκη. Αξίες και σχέσεις επαναξιολογούνται, φιλτράρονται, για να αξιολογηθεί η αντοχή τους.

Ανάγκες όπως αυτές εύκολα γίνεται αντιληπτό, μοιάζουν μάλλον επιτακτικές στην περίπτωση που το υποκείμενο έχει μέσα του συσσωρευμένα διαβάσματα• η ιδέα του «σπιτιού» επανέρχεται συνεχώς, αναζητείται, έστω μια προσωρινή, γη της Επαγγελίας, κιβώριο μνημονικών καταθέσεων και επαναστοχασμών. Οι λογοτέχνες που βρέθηκαν εξόριστοι αφθονούν. Εδώ, όμως, πρέπει να γίνει η εξής παρένθεση: ο τόπος της εξορίας αναδεικνύεται πάντοτε πρωταγωνιστής και διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο, το ίδιο και οι έννοιες της αυτοεξορίας που συνεπάγεται πλείστες όσες ευχέρειες και της αναγκαστικής εξορίας σε ήδη προκαθορισμένο χώρο. Μεταφέροντας την προβληματική αυτή στα καθʼ ημάς, παρατηρούμε πως πολλοί Έλληνες λογοτέχνες βρέθηκαν, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, εξόριστοι, και μάλιστα δημιούργησαν στη δυστοπία της εξορίας, ανάγοντας τις περισσότερες φορές την τελευταία ως κύρια θεματική τους. Ο λογοτέχνης, τότε, καλείται να σταθεί με όση αξιοπρέπεια μπορεί να συγκεντρώσει απέναντι σε ένα θεσμό που για τον Said [2006] θεσπίστηκε για να αποστερεί κάθε έννοιά της. Η γραφή αναδεικνύεται το μόνο «σπίτι», στους τοίχους του οποίου αντηχεί η γνωστή φράση, «καμία πατρίδα για τους εξόριστους».

Διαβάστε περισσότερα