Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Δημήτρης Δημητριάδης, Ο Ευαγγελισμός της Κασσάνδρας (Προδημοσίευση)

Γεννητικό άγγελμα

*

στους εμφανείς

(1.Απʼ την πρώτη στιγμή, το φως είναι ανυπόφορα εκτυφλωτικό. Σταδιακά και αισθητά, χαμηλώνει, μέχρι που τα τελευταία λόγια λέγονται σε απόλυτο σκοτάδι.

2.Σε όλη την διάρκεια, ακούγεται το ίδιο κείμενο ανάποδα, απʼ την ίδια ή από μία άλλη φωνή – ανάποδα : όπως μία εγγραφή όταν γυρίζουμε την μαγνητοταινία της απʼ το τέλος προς την αρχή – χωρίς αυτό να παρεμποδίζει καθόλου ή να επικαλύπτει σε καμία στιγμή την πρώτη φωνή, ωστόσο να ακούγεται ευκρινώς και, με κάποιον τρόπο που πρέπει να βρεθεί, να γίνεται πολύ εύκολα και γρήγορα αντιληπτό απʼ τους θεατές ότι πρόκειται για το ίδιο κείμενο).

 

Κρυστάλλινα ρόδα
από αίμα παρθένας

Κινήσεις ασυγκράτητες κοφτές
όπως βγαίνουν και πετιούνται όπου νάναι
μʼ αδιαφορία περιφρόνηση εκνευρισμό θυμό
σαν για να μη φορεθούν ποτέ ξανά
περιττά και άχρηστα στα σκουπίδια στον αγύριστο
σαν εξοργιστικά εμπόδια απαγορευτικά καλύμματα
τα ρούχα τρελαμένων εραστών που επείγονται
να φανερώσουν ολόγυμνα τα σώματά τους
και να παρθούν ο ένας απʼ τον άλλον
μέσα στην άσκεπτη συναρπαγή τους
Ετσι ακριβώς κινείται τώρα πια ο κόσμος

Κρυστάλλινα ρόδα
από αίμα παρθένας

Γυρίζω απʼ το τέρμα
Έφτασα εκεί και από εκεί γυρίζω
Έφτασα σε όλα και τα είδα όλα
Γύρισα από εκεί όπου έφτασα σε όλα και τα είδα όλα
Έρχομαι από εκεί όπου τελείωσαν όλα γιατί τα είδα όλα
Από εκεί όπου όλα τελείωσαν και όλα ξεκινούν
Αυτό είναι το τέρμα
Η αρχή για αρχή
Έφτασα στο τέρμα και γυρίζω απʼ το τέρμα
για να ξεκινήσω απʼ το τέρμα

Κρυστάλλινα ρόδα πορφυρά
από χυμένο αίμα παρθένας

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Jules Supervielle, Ποιήματα (μτφρ: Κώστας Ριτσώνης)

Οι φλέβες και οι στίχοι μου

Οι φλέβες και οι στίχοι μου ακολουθούν τον ίδιο δρόμο
Και, κατεβαίνοντας απʼ την καρδιά κατρακυλούν στο χέρι.
Πιο ταπεινός, καθημερνά, από ότι αφήνω,
Εξαντλημένο –­­ κρατώ το λιγοστό που ανασταίνεται.

Όλα γύρω μου ζουν, δε ζω παρά με στίχους,
Το σπίτι μου η Ποίηση είναι η μοναδική μου διαμονή,
Δίνει απʼ τον ουρανό στις πιο κρυφές στιγμές
Στον κήπο μου το πράσινο πάντοτε πιο καινούργιο.

……………………………………..

Πρόσωπο που με τραβάς μες στις κρυφές μου όχθες
Το όνομα σου απλό κι ελαφρύ δε ξέρω να το λέω,
Πάντα πάνω στη γλώσσα μου ζαρώνει και πεθαίνει.
Μα αν πεθαίνει από φόβο, ο φόβος το ανασταίνει.

Ευτυχισμένος όποιος μπορεί να πει: « να το χορτάρι ».
«Κοιτάξτε αυτό το άλογο που πίνει στο ποτάμι »
Ή πάλι « ο Παύλος » ή « ο Ρομπέρ » ή πάλι « η Μαρία »
ή « η Γιάννα »
Μα είναι άλλο τʼ όνομα αυτό που πνίγω μέσα μου
Τόσο κακό, με χέρια που θα ʽπρεπε να ξέρουν
νʼ αγαπούν καλλίτερα .

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Στρατής Παρέλης, Ποιήματα


fc02.deviantart.com/fs21/i/2007/267/8/0/Meet_…

ΓΝΩΣΗ

Έρχομαι από μέρες καθαρής σιωπής

μυρίζω γύρη των κυττάρων·

Ιδέες πολιορκητικές

σαν όρνεα σαρκοφάγα

έρχονται στο κεφάλι μου·

και πού θεός!

Ρυθμός κρατάει την αναπνοή μου

ταράζει όλα τα σπλάχνα μου.

Αρχαίες ψυχές με κατακλύζουνε- σαν να ʽμαι

το ξόδι ενός Βάκχου ποιητή.

Και φως-

Στην κόρη του ματιού ένα φως απόκοσμο

ξοδεύει όλον τον θάνατο.

Εδώ τα μυστικά βαθαίνουνε, πονάνε πιο πολύ οι πόνοι.

Είμαστε οι εντολοδόχοι του μοιραίου δυστυχώς.

21.10.2007

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Άλκης Αλκαίος, Στίχοι

Γαμμαγραφία

Το μπάντζο σφίγγανε στα χέρια οι μιγάδες
δέκα ρεπόρτερ καταγράφαν τα συμβάντα
πριν στο χορό τους μας τραβήξουν οι μαινάδες
οι ανεμώνες μας βρεθήκαν μείον σαράντα.

Πού πας χλομός καλέ μου Μιγκέλ
γέμισε ο τόπος κίτρινες τουλίπες
και στην πλατεία Χόρχε ντ’ Αλβαράδο
περιπολούν δεινόσαυροι και γύπες.

Ο σεισμολόγοι στο Παλάσιο Νασιονάλ
τα βάζανε με τους κρατήρες της Σάντα Άννα
φοράς σομπρέρο κι έχεις πρόσωπο οβάλ
κι ούτε που πρόλαβες να παίξεις στην αλάνα.

Πού πας γυμνός καλέ μου Μιγκέλ
γέμισε ο τόπος με κηλίδες απουσίας
τις τεφροδόχους κλείσαν σε κρυφή σπηλιά
και μας πουλάν ενέσεις ευθυμίας.

Η μπαλάντα ενός φιλήσυχου

Πώς να κοπάσει ετούτη η τρικυμία
τα κύματά της με καταζητούνε
φορούν οι φίλοι πορφυρό μανδύα
με ρούμι οι βοριάδες με κερνούνε

Στον όλμο εκεί υπνοβάτης βλαστημάει
και τρώει ένα κουκούρι σκεφτικός
έφυγε απʼ την καρδιά μου ο πανικός
και γελαστός την πόρτα μου χτυπάει

Άλογο ατίθασο μακριά με φέρνει
στων κυνηγών του χρόνου την αυλή
ο πυρετός τους την ζωή μου παίρνει
και τʼ άλογό μου τρέπει σε φυγή

Η τρικυμία ποτέ δε θα σβηστεί
για μιαν ανεξιχνίαστην αιτία
καρφώθηκα σε όμορφη εξορία
το πέλαγο καρφί μου και σφυρί

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, 2 ανέκδοτα Ποιήματα

Η ΝΤΟΥΛΑΠΑ

Λαϊκή οικογένεια. Ο πατέρας ναυτεργάτης.
Όταν έμεινε χήρος έφερε γυναίκα
και συζούσαν.
Τα παιδιά του- αγόρι και κορίτσι-
ήδη στο τέλος της εφηβείας.
Αποξένωση και κατήφεια υπήρχε στο σπίτι τους.
Το αγόρι, ένας θηριώδης
για το τίποτα ξυλοφόρτωνε την αδελφή του
και ύστερα την έκλεινε σε μια ντουλάπα.
Από την κακομεταχείριση λιποθυμούσε.

Δεκαετία του εξήντα.
Στην περιοχή ένας δρόμος μας χώριζε.

Διαβάστε περισσότερα