Οι φλέβες και οι στίχοι μου
Οι φλέβες και οι στίχοι μου ακολουθούν τον ίδιο δρόμο
Και, κατεβαίνοντας απʼ την καρδιά κατρακυλούν στο χέρι.
Πιο ταπεινός, καθημερνά, από ότι αφήνω,
Εξαντλημένο – κρατώ το λιγοστό που ανασταίνεται.
Όλα γύρω μου ζουν, δε ζω παρά με στίχους,
Το σπίτι μου η Ποίηση είναι η μοναδική μου διαμονή,
Δίνει απʼ τον ουρανό στις πιο κρυφές στιγμές
Στον κήπο μου το πράσινο πάντοτε πιο καινούργιο.
……………………………………..
Πρόσωπο που με τραβάς μες στις κρυφές μου όχθες
Το όνομα σου απλό κι ελαφρύ δε ξέρω να το λέω,
Πάντα πάνω στη γλώσσα μου ζαρώνει και πεθαίνει.
Μα αν πεθαίνει από φόβο, ο φόβος το ανασταίνει.
Ευτυχισμένος όποιος μπορεί να πει: « να το χορτάρι ».
«Κοιτάξτε αυτό το άλογο που πίνει στο ποτάμι »
Ή πάλι « ο Παύλος » ή « ο Ρομπέρ » ή πάλι « η Μαρία »
ή « η Γιάννα »
Μα είναι άλλο τʼ όνομα αυτό που πνίγω μέσα μου
Τόσο κακό, με χέρια που θα ʽπρεπε να ξέρουν
νʼ αγαπούν καλλίτερα .
……………………………………..
Τραίνο των πληγωμένων, κυλάς σιγανά,
Ξεχωρίζεις απʼ το σήμα του Ερυθρού Σταυρού.
Στις πόρτες σου βλέπουμε τεντωμένα μάτια
Και μάγουλα ερεθισμένα από τις μάχες
Που διαρκούν εκατό μέρες ,εκατό νύχτες
Πεισματάρικα όπως η γάγγραινα πάνω στο τραύμα..
Πληγωμένοι , εσείς που τα μπράτσα σας , το μέτωπο,
τυλιγμένα στα άσπρα ,
Μοιάζουν σαν να ανοίγουν πανιά ,
Σε θάλασσες αβέβαιες ,
Χαμόγελα κατάκοπα ,
Μέσα από τα ξεραμένα μπλε χείλια ,
Πληγωμένοι αδελφοί ταξιδιώτες των ήσυχων νεκρών
Που η ψυχή τους είναι τώρα ήρεμη σαν μια λίμνη ,
Όρθιοι μέσα στις πόρτες ,
Περνάτε σιγανά ,
Ώσπου το τραίνο τρίζοντας , ατέλειωτα
Δεν είναι πια πάνω στις στενές γραμμές
Όπως η τετράγωνη πλάτη μιας σκευοφόρου
Με τη διπλή σιδερένια σφραγίδα τους μαύρους συγκρουστήρες .
……………………………………..
Πόσο μας είναι δύσκολο
Να βρούμε ένα καταφύγιο
Ακόμα και μέσα στην καρδιά
Όλη η θέση είναι πιασμένη ,
Και όλη η ζεστασιά .
…………………………………….
Αισθάνθηκα να ανοίγει εκείνο το αυτί της ψυχής
Πολύ πιο τέλειο από το άλλο , έχοντας τη δικιά του ζεστασιά ,
Αντιλαμβάνεται όλες τις αποχρώσεις της σιωπής
Όμως ο θόρυβος το ξεκουφαίνει και το γεμίζει μίσος
……………………………………..
Ταξιδιώτη , ταξιδιώτη δέξου την επιστροφή ,
Δεν έχει θέση πια σε σένα για τα καινούργια πρόσωπα ,
Τʼ όνειρό σου σχεδιασμένο με τα πολλά τοπία ,
Ας το να ξεκουραστεί μες στο καινούργιο σου περίγραμμα .
Γλίτωσε από τον ορίζοντα που όλο με θόρυβο σε διεκδικεί
Για να ακούσεις επιτέλους τη ζωντανή σου οχλοβοή
Που τώρα την φυλά με τις αψίδες της τις καταπράσινες
η φοινικιά που υποκλίνεται στις πηγές της ψυχής σου.
……………………………………….
Οι πέτρες του θανάτου παίρνουν μορφή και με εξαντλούν
Σφίγγοντάς με από κοντά στη σιωπηλή τους παγωνιά
Να που με απειλούν μες στα νερά μου που κυλούν
Σαν σολομό που όλο πηδά μες στο χειμώνα που παγώνει
Εμπρός ,πρέπει να ψάξω για καταφύγιο στη ψυχή
Γιατί πια φεύγει το κορμί με δυνατό κουπί .
……………………………………..
Οι γέροι ορίζοντες μετακινούν τις αποστάσεις , τις γεμίζουν καπνούς
Περήφανοι που είναι χωρίς κορμιά σαν το Θεό που τους έπλασε
Ποτέ δεν καταλαβαίνει ο ναύτης της βάρδιας πότε τους διασχίζει
……………………………………..
Ας είμαστε μόνοι μια στιγμή
Μέσα σʼ ένα κόσμο τυφλών.
Εκατομμύρια βλέφαρα
Τριγύρω μας κλειστά .
……………………………………..
Μεταθανάτιο
Θα ʽπρεπε να δώσουμε στους νεκρούς φράσεις καθημερινές
Λέξεις που με ευκολία πηγαίνουν απʼ τα χείλια μας στα αυτιά τους ,
Λέξεις για να βαστούν συντροφιά
Όταν δεν είμαστε πια στη ζωή .
Βοηθείστε με ,φίλοι μου ,άνθρωποι ,
Δεν είναι δουλειά μοναχά για έναν . Από τις μεταχειρισμένες φράσεις τριμμένες από τα χρόνια
Φράσεις δικές σας και δικές μου μα και των πατεράδων μας
Προπάντων για τους νεκρούς του πολέμου
Με τη μοίρα τους που εξερράγη Φράσεις διαλεγμένες προσεχτικά
Για να τους έχουν εμπιστοσύνη .
Τίποτε δεν είναι τόσο δειλό όσο ένας νεκρός
Αισθάνεται λιγάκι τον έξω αέρα
Και να που δυσπιστεί ,
Φράσεις που πρέπει να τις βαστούμε έτοιμες
Για να τις τρίβουν λιγάκι στα χείλια τους
Και βρίσκοντας τες τόσο όμορφες από την μεγάλη τους χρήση
Αισθάνονται το μικρό πυρετό
Που μαζί του έχασε μια όμορφη μέρα την ανάμνηση των σκοταδιών
Και κοίταξε πίσω του .
……………………………………
Χτες και σήμερα
Όλο το δάσος περιμένει ότι το άγαλμα θα κατεβάσει το
σηκωμένο του μπράτσο
Θα είναι για σήμερα .
Χτες σκεφτήκαμε ότι ίσως ήταν για χτες .
Σήμερα είμαστε σίγουροι ,ακόμα και οι ρίζες το γνωρίζουν
Θα είναι για σήμερα .
……………………………………
Jules Supervielle
“H ποίηση έρχεται και με βρίσκει μέσα σε ένα κρυμμένο όνειρο που το αγαπώ και το κατευθύνω ʼʼ λέει ο Jules Supervielle [ 1886 -1960 ] στην Ποιητική του …Γάλλος , γεννημένος στο μακρινό Μοντεβίδεο έζησε από μικρός στο Παρίσι .Όμως συχνά ξαναγυρνούσε στην Ουρουγουάη…Άργησε να θαμπωθεί από τους μοντέρνους .Από το Rimbaud και τον Apollinaire . Φοβόταν να διασχίσει τα «τείχη του καπνού και της φωτιάς » . Ήθελε να τους συμφιλιώσει με τους κλασσικούς που τόσο αγαπούσε . Ποιητής μιας φλόγας ευαίσθητης και χαμηλής μιλούσε απλά και με διαύγεια .Για το φόβο του θανάτου και για τον έρωτα .Για τη νοσταλγία των παιδικών χρόνων. Για τη φυγή στην μακρινή Αμερική …Μετάγγιζε στο ποίημά του τα βαθιά του μυστικά .Πολύτιμα στολίδια οι κουβέντες του που έμειναν καθημερινές και σύγχρονες .
……………………………………











Καλό σας μεσημέρι κύριε Παστάκα,
Con dignidad y nobleza
Γας (με περισπωμένη)
“Οι φλέβες και οι στίχοι μου ακολουθούν τον ίδιο δρόμο”
“Όλα γύρω μου ζουν, δε ζω παρά με στίχους”
Υπέροχη γραφή, γήινη αλλά με έντονους συμβολισμούς με κορυφαία του τρένου του ερυθρού σταυρού (θα ήταν χρήσιμο να υπήρχε και αναφορά για το πότε γράφτηκε – κατά τη διάρκεια του πρώτου ή του δεύτερου Π.Π. ίσως…), με σεβασμό στο απλό που προηγήθηκε και μια έντονη ανάγκη της ψυχής, και μια αν όχι ταύτιση πάντως συσχέτιση της με την ποίηση να υπονοείται, να αφήνει το σώμα στη μάταια κίνησή του και να ξαποσταίνει στη μοναξιά της. Έστω και για λίγες στιγμές.
Jules Supervielle(16.1.1881 Μοντεβίδεο-1.5.1960 Παρίσι)
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Μετάφραση:Ντενίζ Ανδριτσάνου
Προλεγόμενα:Γιώργος Κ.Καραβασίλης
Επιμέλεια:Παυλίνα Παμπούδη
ΔΙΓΛΩΣΣΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ PRINTA 2007
( Το βιβλίο αφιερώνεται στη μνήμη του φίλου ποιητή Γιώργου Καραβασίλη….Π.Π.)
*
Η ΠΑΜΠΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Η ποίηση του Σουπερβιέλλ εκρήγνυται σαν ηφαίστειο που τήκεται ακατάπαυστα.Ανρύ Μισώ
Στο Μοντεβίδεο ,σε μιά ανεμοδαρμένη πλατεία ,απ όπου περνούν περισσότερα σκυλιά παρά διαβάτες ,υψώνεται μια στήλη όπου μπορεί κανείς να διαβάσει:”Στους Γαλλο-Ουρουγουανούς ποιητές Ισίδωρο Ντυκάς ,Ζυλ Λαφόργκ και Ζυλ Σουπερβιέλλ.Η πόλη του Μοντεβιδέο,όπου γεννήθηκαν και η πόλη του Παρισιού,όπου κέρδησαν παγκόσμια φήμη χάρη στην καινοτόμο τους μεγαλοφυΐα”.
……………………
“Ανάμεσα στους σύγχρονους ποιητές ,πιό πλήρη,πιο οξύ ,πιο εύκρατο ποιόν βλέπετε;”
Ρητορική ερώτηση..
απαντώ κα κλείνω το μάτι:
Μα εκείνον που έγραψε το στίχο :
-Μη γυρνάς το κεφάλι ,ένα θαύμα είναι πίσω!
Τον Ζυλ Σουπερβιέλλ.
Γιώργος Κ.Καραβασίλης
Ιούλιος 2003
_______________
Χαϊδεύω την υδρόγειο
Ώσπου κάτω απ τα δάχτυλά μου τα μακριά
Να γεννηθούν δάση,βουνά,
Και στο βαθύ νερό των ποταμών
Βουτώ και μαζί τους ορμάω
Προς τον ιλιγγιώδη ωκεανό
Που από παντού μου πλημμυρίζει τη ματιά
Σ ενός άλλου κόσμου την παραφορά.
J.S.
*
Χαιρετίζω την ομήγυρη.
κύριε Μίχο είναι πολύ δύσκολος
αυτός ο ευαίσθητος Γάλλος . Το
ποίημα του τραίνου αναφέρεται στον Α Παγκόσμιο .
Τότε που δοξάστηκε ο Γκιγιώμ .
“Θα ʽπρεπε να δώσουμε στους νεκρούς φράσεις καθημερινές
Λέξεις που με ευκολία πηγαίνουν απʼ τα χείλια μας στα αυτιά τους”
γιατί εμείς δεν γράφουμε
για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου,
απ΄τους νεκρούς
εμείς γράφουμε
για να σμίξουμε μαζί τους
μήπως και μας υποφέρουν…
Ευχαριστήθηκα ποίηση σήμερα.
Σας ευχαριστώ κύριε Ριτσώνη.
Ο ίδιος ο Jules Supervielle έλεγε : H ποίηση μ’αγγίζει μ’ένα όνειρο, πάντοτε απόκρυφο.
΄Ενα όνειρο που θέλω να το κατευθύνω εκτός
από τις μέρες της έμπνευσης , τότε νομίζω , πάει
ολομόναχο .
Παραθέτω ένα του ποίημα σε μετάφραση
ΤΑΣΟΥ ΚΟΡΦΗ : ΡΕΣΑΛΤΟ
Κουρσάροι :αρπάγματα και κούρσος
Στου πράσινου ακρωτηρίου τα νησιά.
Μέσα στη λύσσα του ρεσάλτου
Πέφτει μια νέγρα στα βαθιά.
Αλλάζουν όλα μες στη δύση
Ωκεανός , αγέρας , γη .
Γυμνός αράπης κοκκινίζει
Και παίζει ατσάλινο σπαθί .
Είναι τα μάτια μου που φταίνε
Μια και στου πλοίου μας τα σκότη
Γύρω από χράμια και καρέκλες
Γυρνάνε μόνο καμαρότοι .
Έκφραση μιας άλλης επίγνωσης, που λίγοι μόνον μπορούν να εκφράσουν. Επίγνωση των ανάπηρων αισθήσεών μας, να αντιληφθούμε το ακατάληπτο της φύσης που μας περιβάλλει, μέσα και έξω από μας.
Βλέπουμε αυτό που μπορούμε και όχι αυτό που υπάρχει… λειψοί, που ακούμε μόνον ό,τι δονεί το τύμπανο στ’αυτιά μας. Υπάρχουν και άλλοι ήχοι, χρώματα, μυρωδιές…πώς να καθήσουν στις λέξεις; Αφού είναι άχρωμες, άοσμες, άηχες, άυλες, κρυφές κραυγές από παντού, μες στην ψυχή μας. Ο λόγος του Supervielle, δονείται απ’αυτές…
Το ατελέσφορο ονειροπόλημα και ο θάνατος. Υπέροχη γραφή, ξεχωριστή απλότητα και ευαισθησία.
Χαίρε «Ποιείν»! Πάντα τέτοια.Ευχαριστούμε.
Very wise comment from venus, I agree with it. Man’s cognition is affecting to everything we see or sense. The truth is always “out there”, almost unreachable for us.