Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Άγγελος Πετρουλάκης, Να προσευχηθούμε στην αφηγηματική των αγγιγμάτων

Να μιλήσουμε για τις απόλυτες σιωπές
των νυχτωμένων χωραφιών.

Πίσω από τον κυματισμό του κάμπου
ένα ακόμα απόγευμα περιμένει τις λέξεις μας.
Χωρίς φλοιό,
με βήμα παιδικής ηλικίας
και ανασφάλειες σκουριασμένου σκαριού
αποθέτω ένα ακόμα όνειρο στα πόδια σου.

Πια συνομιλώ με τη φθορά,
τις κουρασμένες κινήσεις,
τις αγρύπνιες που θέλουν να θεραπεύσουν
ανίατες προσμονές.
Εθιστήκαμε στην λανθασμένη χρήση
των λέξεων.

Ο καθείς και η αφωνία του.
Ο καθείς και η ματαίωσή του.
Πια με κουράζει ο απόλυτος ορθολογισμός του Μπαχ.
BWV 1041 – Violin Concerto Νο. 1 σε λα ελάσσονα,
σε νύχτες επαναλαμβανόμενες…

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Θεοδόσης Κοντάκης, Τρία ποιήματα

`

[Σε στιγμές γαλήνης…]

Σε στιγμές γαλήνης, καλό είναι τʼ αυτί να χαμηλώνει
ενώ κύμα ελαφρό φέρνει ευχάριστα νέα απʼ τα βαθιά

τα δέντρα, ως πέρα στο βάθος του ορίζοντα,
βέβαιοι φίλοι• και να ʽχει κιόλας απαλή συννεφιά:
πολύ προτιμώτερο να μην είνʼ ο ουρανός κάθετος, γυμνός
καθρέφτης• και το περπάτημα βοηθάει, αργό – προς την κορφή
τότε μοιάζουν να μας συναντούν κάποτε άνθρωποι αγαπημένοι,
χαμένοι σήμερα, με σημάδια καθημερινά που δε φέρνουν πόνο:
ποιο ήταν, ας πούμε, το συνηθισμένο τους πρωινό γεύμα
ή αν πρόφεραν ασυνήθιστα, κάπως κωμικά, κάποια λέξη

αβάσταχτο μοιάζει πως δε θα μας θυμούνται για πολύ,
κι όμως είναι γλυκό, πιο ανθρώπινο να μην είνʼ αιώνια η μνήμη•
οι δικοί μας, οι καλοί μας άνθρωποι δεν ήταν τίποτε στρατηλάτες
να τραντάζουν τη γη στο πέρασμά τους, τρομερή ανάμνηση•
τα βήματά τους, καθώς απομακρύνονται, αφήνουν λεπτότατα ίχνη-

σε στιγμές γαλήνης το βλέμμα μας, μυωπικό, τʼ αναζητεί
χαμηλώνοντας στο χώμα.

`

*

Πορεία, 2

Την άλλη έξοδο της σπηλιάς δεν την είδε ποτέ κανείς
μέχρι σήμερα• εκεί δεν ήταν γη, παρά μόνο το γαλάζιο κύμα-
ο πρώτος που θα έβγαινε κολυμπώντας θα ʽμοιαζε να γεννήθηκε
απʼ το νερό -κι ο Θεός μόνος μπορούσε σήμερα να δει, άξαφνα
ξασπρισμένους ανθρώπους να ξαναβγαίνουν στο άγριο το φως,
αλλόκοτο θέαμα• χρόνια έψαχναν ψηλαφητά: γωνίες, γραμμές, αποστάσεις

πρόσωπο αυστηρό -χείλη κλειστά, μισόκλειστα μάτια, δυο αχνές ευθείες-
πέταξε ο πρώτος τη σημαία με τις γκρίζες της οριζόντιες γραμμές,
τα παλιομοδίτικα μαύρα παπούτσια, το ξεθωριασμένο το στρώμα
κι έπεσε ξυπόλητος στη θάλασσα• ξοπίσω του, σειρά ατελείωτη, πέσαν όλοι
απλώνοντας τα χέρια, σαν τους τυφλούς βγαίνουν τώρα σʼ άγνωστη γη
με τʼ αλάτι στα βλέφαρα και το κόκκινο να τσούζει στα μάτια

πιασμένοι αλυσίδα όπως σαν μπαίνανε -πάνε χρόνια- πατούσαν απέναντι
ακατοίκητη χώρα: μόνο τα δέντρα τους καλωσόριζαν κουνώντας τα κλαριά
-έτσι βεβαίωναν ο ένας τον άλλο με το βλέμμα- και κείνοι απαντούσαν
μʼ ένα νεύμα: το χρώμα πάνω τους φώναζε, είχαν μείνει βουβοί

καθώς ο ήλιος τούς έστελνε τις τελευταίες του μαβιές ακτίνες
αποκαμωμένοι έγειραν στην άμμο –το σκοτάδι τους κοίμισε•
κι έβλεπαν όλη νύχτα το ίδιο όνειρο, σα να κάνανε τώρα το πρώτο βήμα•
εκεί μέσα συχνά υπνοβατούσαν- σαν σε όραμα οι τραγουδιστές,
οι τρελοί της σπηλιάς τους κυνηγούσαν: τους τάραζαν τότε
της φωνής τους τʼ αλλόκοτα χρώματα• μα τώρα κυλούσαν αυτά
από μέσα τους βλάστηση μυστική κίτρινη πράσινη τους πήρε τα πρόσωπα.

`

*

Παιδί του ήλιου,
δεν πάει πολλή ώρα που κατέβηκες να κολυμπήσεις τα νερά της
πράσινα σαν τα ʽβαφε ο ήλιος –νωθρός εραστής:
στις θάλασσές της είχε καθίσει πολύ καιρό, μα η κορφή
όταν ξεκίνησες -δε θυμάσαι;- χαμένη έμοιαζε σε σύννεφο γκρίζο•
γιατί κι εδώ σκοτεινιάζει συχνά

κι όχι μόνο:
ξεγελασμένοι όσοι μόλις χτες, άγουροι σαν και σένα
περπάτησαν μάρτη μήνα μεθυσμένοι στη ράχη της-
κάτω απʼ τον ήλιο της γέμισαν ρυτίδες τα πρόσωπα•
κουκουλωμένοι τώρα σκυφτοί περπατούν, βαραίνουν
τα χιόνια στα μαλλιά τους

μα κι από πολύ παλιά
ένα βουητό φτάνει απʼ όσους αλώνιζαν, νέοι σαν και σένα
μες στο κατακαλόκαιρο• μια κρούστα πάγου, διάφανη
στους καθρεφτίζει τώρα μαρμαρωμένους, αν έσκυβες να δεις
τα μάτια γεμάτα απορία -θα τη νιώσεις και συ, κρύα στάλα,
μα δε θα καταλάβεις• κι ο ήλιος θα σου καίει ακόμα την πλάτη.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Κώστας Ρεούσης, «Τάφρος»


Φωτογραφία: AndréKertész [1894-1985]

Μία εξωφρενική διείσδυση
χαζεύει τα ακροδάχτυλα
καθώς μάχονται να χορέψουν
το ρυθμό της γραφίδας

Το σώμα ταλαντεύεται
στο κενό να λαμβάνει
τη συσπείρωση
τροχισμένων νευρώνων

Ο θόρυβος κυματίζει
τον ήχο του τείχους
σαθρό επεμβαίνει
απεικάζοντας φάσμα ψυχής

Πέρασμα άνυδρο καταπέλτη
βιασμός ιδιώνυμος του τοπίου
να γέρνει απόβλητο
σε ώρα θανάτου στυφή

Λευκωσία, Δευτέρα Του Πάσχα, 2 Μαΐου 2016

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ηλίας Κουρκούτας, Τρία Ποιήματα

Λάρισα π. & μ. Χ.

Φωτιές στους κάμπους
Φωτιές στο Πηνειό
δίπλα μου απλώνονται αρχαία θρύψαλα
λόγια σπαρακτικά
από χρησμούς και όνειρα, βγαλμένα
κι οι Θεσσαλές οι μάγισσες να ψάχνουν
στις λίμνες το φεγγάρι

Που είσαι Λόλα;
Σʼ αναζητώ χιλιάδες χρόνια
Σε πρόσωπα σκαμμένα
Σε πρόσωπα αναμμένα
σε μια γη που ανθίζει στο λιοπύρι
οι πληγές ανοίγουνε και κλείνουνε
Στο σώμα του Ιπποκράτη
ακόμα προσπαθώ να ψηλαφίσω αρχαίες
θεραπείες

Τρέξε Λόλα, τρέξε
Οι μιναρέδες πέφτουν
Οι γέφυρες διπλώνονται
εβραϊκά τραγούδια ακούγονται
και σλάβικες κραυγές
όλα μαζί τα πλήθη
σε ένα γιουρούσι ύμνων
και θρησκειών
και γύρω μου μια στέπα από χρυσάφι

Σε βρήκα Λόλα, σε βρήκα
Οι δρόμοι αδειάζουνε
γεμίζουν οι πλατείες
Τα αρώματα φουντώνουν
Είναι μια πόλη ταραγμένη
Είναι μια πόλη σιωπηρή
Είναι μια πόλη χλευασμένη

Φωτιές και ταραχή πάλι μεσʼ τους δρόμους
Φωτιές και φόβοι στην ψυχή μας
δυο Βούλγαροι κάθονται πιο πέρα
δύο άγνωστοι Βυζαντινοί
δυο Μολδαβές χορεύτριες
δύο Λιάπκιν κοιτάζονται αντικριστά
μέσʼ στους καθρέπτες διηγούνται ιστορίες
αμήχανα απλώνουν τα χέρια τους προς τα μένα

Αυτή η πόλη παλεύει
μʼ ένα έρημο καημό
Αυτή η πόλη φλέγεται
σʼ ένα αδιέξοδο στενό

Μείνε Λόλα
μείνε κοντά μου
Λεγεώνες από νέους στους δρόμους πλέον
κολόνες από μπετόν αρματώνουν τη νέα εποχή
χιλιάδες όνειρα ακόμη εκπορνεύονται
κι ένας γιγάντιος αετός σκεπάζει το Αλκαζάρ
των παιδικών μας πόθων

Αυτή η πόλη αποζητά και βρήκε
νέους πολλούς κι αμήχανους Θεούς

(Από το Μία πόλη στη λογοτεχνία Επμ. Θωμάς Ψύρρας)

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Σελάνα Γραίκα, Τρία Ποιήματα

Σατυρικόν

Αν έχεις σοφιλιάσει τρείς,
σαφώς θα ονομάζεσαι και μέγας ποιητής,
ενώ αν έχεις σοφιλιάσει έξι
όλο και κάποιος θα συντρέξει
-από αυτούς τους έξι,
και σε ανθολογία να μπεις.

Κι εμείς, που δεν πηδάμε
γιατί φαλλό δεν καταδεχτήκαμε
ποτέ μας, να φοράμε,
θα καταντήσουμε στιχάκια αιρετικά
ανάμεσα σε φοιτητές
κι ανθρώπους που πεινάνε.

Και μέγιστος ποιητής που θα’ σαι·
θ’ ακούς τους νέους ποιητές,
αρσενικούς χώρια
από τους θηλυκούς,
-αχ! που να πιάσω και που να το αφήσω,
που θα διαλέγεις
κείνους που’ χουν το αιδοίο τους
αντί για κάθετο, ίσιο…

Διαβάστε περισσότερα