Η ΚΙΜΩΛΙΑ

Στην αποφοίτησή μας, από μια κιμωλία
δώσαν στους αριστούχους· σ’ένα χρυσό κουτί
να ζωγραφίζει πόρτες όποιος τυχόν χρειαστεί,
κι αν τον στριμώξουν άγρια να φεύγει μ’ ευκολία.

Μέσα σε κούφιο δόντι, κυάνιο εφεδρείας…
Tου ενήλικου κρυφτού μας το «φτου ξελευτεριά»
το ανταλλάξαμε: άλλοι με θώκους και λειριά
κάποιοι με χρήμα κι άλλοι με ζώνες ασφαλείας.

Μα οι πιο πολλοί, το δώρο το ρίξαν στο πηγάδι·
μην πέσουνε σε τοίχο και θέλει επιλογή!
–Ρίζα η απόφαση είναι· το κόστος παρακλάδι–
Κι η άλλη μεριά του, τάχα τι κρύβει αν κάποιος βγει;

Ο φόβος. Ο πολέμιος του «αλλιώς» του «παραπέρα».
Ρηχές αναπνοούλες για οικονομία αέρα.

~.~

Η ΦΥΛΗ ΜΟΥ

Η φυλή μου τα ταξίδια έχει μεράκι
ιερά, καθεδρικούς να επισκεφθεί
περιμένει στην ουρά για το κεράκι

σε θεούς που αρνείται να προσευχηθεί.
Μια σταλιά νερό σε μήλο κερωμένο
δίχως διείσδυση γλιστρά, για να χαθεί

στη χοάνη του καιρού. Τον ξιπασμένο
λιιπαρό βίο, δίπλα στο άσαρκο παιδί
κάποια Νέμεση να κόψει περιμένω.

Κάποιο Γένι, που θα σκύψει και θα δει…
Η φυλή μου είν’ αεικίνητη, σπουδαία!
Μα σαν βρίσκεται αυτόπτης στη σφαγή

στέκει ασάλευτη· λαγός σε προβολέα·
μαρτυρίου φιλοθέαμον κοινό
συγκινείται. Καταπίνει λυσσαλέα

γη και θάλασσα˙ νηστεύει ουρανό.
Η φυλή μου δεν τα βάζει με το “ισχύον”
–ποιος πληρώνει την τιμή του “αντιφρονώ”;–

Τυφλό ψάρι σε βυθό μπλάβο δακρύων
κουτουλάει στου ενυδρείου το γυαλί·
μία λέσχη αναρμόδιων μετρίων

στης ζωής τα χείλη ξύδι και χολή.
Αλλά ο κόσμος δεν αλλάζει τη σειρά του
ούτε καν μπρος στου χαμού την απειλή.

Ένα φίδι που δαγκώνει την ουρά του
ένας κύκλος, ένας πύρινος κλοιός
μία ζάντα στραβωμένη, ποδηλάτου.

Η φυλή μου δεν πιστεύει στο “αλλιώς”·
σάπιο πτώμα με γραβάτα και σακάκι
σκεπασμένος μπρος στ’ ακράνυχα ο γκρεμός…

Η φυλή μου όλο μάγισσες και δράκοι.

~.~

ΠΑΓΩΤΟ ΞΥΛΑΚΙ

Έτσι όπως λιώνει ένα ξυλάκι παγωτό
στο χέρι του μικρού παιδιού, του αδέξιου,
λιώνει στο χέρι σου η ζωή· ανέξου
να την κοιτάς να λιώνει στο πλακόστρωτο
ξυστά απ’ τη γλώσσα να περνά, να μην προφταίνεις
το γοργό κύλημα της γλύκας της λιωμένης.

Ανέξου, κόμπο κόμπο, όλα τα ποθητά
να σ’ αποχαιρετούν· και τα όνειρά σου
τ’ αβίωτα να κείτονται μπροστά σου
μια κρέμα υγρή, χλιαρή· μια δυνατότητα
να γίνεται όλη ένας λεκές και να κραδαίνεις
τ’ άγευστο ξύλο, ιστό σημαίας υποσταλμένης.

Ανέξου, κάθε ελπίδα καθεμιά σου ευχή
στ’ ακάθαρτα να πέφτει του υπονόμου
μαζί με τα ξεπλύματα του δρόμου
να ηχεί στον βόρβορο όπως πνίγεται, άτυχη.
Του εαυτού την προδοσία, τη δικιά σου,
ανέξου· ή άλλαξε· ή στη συκιά κρεμάσου.

~.~

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΜΟΥ

Τώρα που ’χω ένα μπανιερό για κάθε κύμα,
το καλοκαίρι μου μες σε κορνίζες ζει.
Ξηλώνει αργά της ευταξίας μου το γαζί
μες απ’ τα κάδρα, κείνο το παλιό του σχήμα:

Ξαπλώνει στου μπάρμπα- Βαγγέλη την καρότσα
– μέσα σαλτάραμε όλα τα μικρά παιδιά
και μας ξεφόρτωνε γυμνά στην αμμουδιά·
το βράδυ μέτραγε και λείπανε καμπόσα…

Χορεύει μπάλο στον ληνό και στο φεγγάρι
τ’ Αυγούστου· σάτυρος, λες, που ’χει αφιονιστεί·
μαζεύει αφράλα από τη γούβα στην ακτή
απ’ το ποδόχι πίνει, τρώει νέο στάρι.

Ψάχνω τα μάτια του, και τα δικά μου εκείνο·
το τυρκουάζ του βλέμμα, σαν να με καρφώνει.
Πηχτός αέρας μες στο ξέχειλο βαγόνι·
μαζί κι εγώ μ’ όλους τους παίδες εν καμίνω.

Κάτω απ’ τη σόλα ατμίζει η άσφαλτος καυτή
σαν να ζητάει όπως κι εγώ ν’ αναληφθεί.

~.~

ΥΔΡΟΒΙΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ

Οι λέξεις μου ζούνε στη θάλασσα εντός μου, βαθιά,
ως πλάσματα υδρόβια· για να τ’ ανασύρω, ασθμαίνω.
Η γλώσσα κυρτώνει να γίνει αγκίστρι ασημένιο·
το δόλωμα ρίχνω: σαράκι από τρύπια καρδιά.

Οι λέξεις τινάζονται, αμύνονται στην αρπαγή.
Με δέος τραβώ, μη μου σπάσουν και πάνε χαμένες:
χταπόδια ευφυή, ηλεκτροφόρα σαλάχια και σμέρνες
και ψάρια τυφλά· η πετονιά στην παλάμη, πληγή.

Μα όταν η ανάγκη επιτάσσει για θέμα τιμής
οι λέξεις ν’ αλείψουν τα χείλη πανέτοιμα όπλα,
δολώνω μπαρούτι· κι αυτές, αναδύονται ευθύς
μια μάζα από μέλη πτωμάτων τα λόγια μου όλα…

Γι’ αυτό σε κοιτούσα να φεύγεις αργά, σιωπηλή
το βράδυ που μ’ άφησες μόνη, εκεί, στο σκαλί.