Παντού γύρω μου νεκροί
Στρατιές ολόκληρες νεκρών
Ακόμα και παιδιά νεκρά
Ακόμα και νεογέννητα
βγαίνουν στο φως
-ένα φως χλωμό, αδύναμο, χωρίς καμιά ζεστασιά-
γεννιούνται από μήτρες νεκρές
βυζαίνουν στήθη νεκρά
γάλα γεμάτο ύπνο θανατερό
Φοβάμαι
Με τρόμο, με αγωνία
αναζητώ ένα βλέμμα ζωντανό
Φοβάμαι
Ζω ανάμεσα σε νεκρούς
Τα ρουθούνια μου καίει
η βαριά μυρωδιά της πτωμαΐνης
Κουφάρια παρελαύνουν
Μου μιλούν
Με αγγίζουν χέρια νεκρά
Με κοιτούν με μάτια άδεια
Όλοι πέθαναν
Και οι δικοί μου
Και οι φίλοι
Και οι γνωστοί και οι άγνωστοι
Πότε;
Πότε πέθανε ο κόσμος;
Πού ήμουν εγώ όταν πέθαινε ο κόσμος;
Μήπως εγώ σκότωσα τον κόσμο;
Μήπως εγώ βλέπω τον κόσμο
μέσα από τα νεκρά μου μάτια;

***

Πόσο όμορφες φαίνονται οι ιστορίες μας
καθώς απομακρυνόμαστε
Σαν να παρακολουθούμε από ένα τουριστικό λεωφορείο
απαθείς, αποσυνδεδεμένοι
Ακολουθούμε την πορεία
που οι συμβιβασμοί χάραξαν
γιατί, πόσο μαστίγωμα μπορεί ν’αντέξει
ενός ανθρώπου η πλάτη;
Στολίζουμε με χρυσόσκονη αυταπάτης
τη ζωή για να την κάνουμε πιο υποφερτή
Κι όταν τα μάτια μας δεν τυφλώνονται πια απ’ τη χρυσόσκονη
(δυστυχώς δεν κρατάει το στραφτάλισμα για πάντα)
κατεβαίνουμε από το λεωφορείο
κι αρχίζουμε να παίρνουμε τους εαυτούς μας στα σοβαρά
Ενηλικίωση…

***

Τίτλοι και ιδιότητες
περιφέρονται άσκοπα
Λίγο ακόμη και θα αναρτηθούν σαν πανό
ή θα κρέμονται σαν ταυτότητες σκύλων
από λαιμούς που δεν έμαθαν να είναι ευθυτενείς
Ξαναζεσταμένη σούπα
σοβαροφάνειας και σεμνοτυφίας
Μάτια που κοιτούν χαμηλά
δήθεν ταπεινά
αντί να κοιτάξουν κατάματα
και να πουν
Γεια, είμαι ΕΓΩ
κι αυτή είναι η μόνη μου ιδιότητα
και τίτλος τιμής