
Ήμουνα το τζίνι με τα σακατεμένα μπράτσα
Μαρία Μήτσορα, Ο ήλιος δύω
Καπνίζω το ένα άφιλτρο μετά το άλλο και ψάχνω στις όχι και τόσο ογκώδεις βιβλιοθήκες μου, αγωνιωδώς βιβλία που να προσδιορίζουν την σχέση των παθών με το καθημερινό. Στο μυαλό μου έχω μια φράση, κολλημένο από χρόνια στους γάλλους, του Μοντεσιέ. Δεν την θυμάμαι ακριβώς αλλά η αισθητική της και η αξία της δεν έχει χαθεί. Κάπου λεει ότι «εγώ τις πράξεις μου δεν τις διάλεξα αλλά τις έπαθα»…
Η μεγαλύτερη μου κραιπάλη, από τα παιδικά μου χρόνια, ήταν η γαμημένη συνήθειά μου να μην μπορώ να ξεφύγω ποτέ από τα μάτια μου, να στήνω τον εαυτό μου απέναντι και από κει, από την απέναντι να του σκίζω τα βάρδουλα.
Ανάβω και άλλο τσιγάρο, τώρα που φύγαν προσωρινά(;) οι χαρμάνες ευχαριστιέμαι τον καπνό χωρίς να τον ευχαριστιέμαι, κάτι με κρατά μακριά από την ευχαρίστηση, απολαμβάνω καφέ με ντεκαφεϊνέ αισθήματα. Κάτι με κρατά απών από την ολοκλήρωση του οποιοδήποτε αισθήματος, το μυαλό μου γυρνά με αξία νιρβάνας σαν να ακούω Πιάφ ή σαν να βλέπω πίνακα του Ακριθάκη στους φίλους που έφυγαν νωρίς. Στο κρυστάλλινο και το πολύχρωμο της άλλης πλευράς. Της ζωής και του θανάτου. Του ταξιδιού. Του οριστικού μετά το φλου.
Ανέκαθεν για μένα η ντρόγκα ήταν το φαρμακάκι μου. Η μόνη οριστική μου και μη αποκλίνουσα από τις απόψεις μου δήλωσις. Η μορφή του πάγιου. Από δω μωρά μου, ξεκινάω για να φτάσω στο θεό μου.
Στα χέρια σημάδια ονείρωξης.
Στην ψύχη αίσθηση γαμησιού με καπότα. Απόλυτα προστατευμένου…
Στεγνά χείλη, σαν από ρουφηγμένα φιλιά.
Και άσε να λένε…
Ζούμε την εποχή της ειδικότητας.
Όλοι είναι εμπειρογνώμονες. Γονείς, ψυχίατροι, μπάτσοι.
Διαβάστε περισσότερα