
ΓΥΜΝΗ
Θα σου δειχτώ γυμνή. Κάθε γραμμή θα δεις κάθε καμπύλη
κι αυτά που μόνο εσύ -γνωρίζω- τα μαντεύεις
και στη φωτιά κι όπως ποτέ σου πριν δεν έπιασες τη σμίλη
θ’ αρχίσεις γρήγορα και άγρια να λαξεύεις.
Απ’ τα κοινά και αδύναμα κουράστηκα τα χάδια,
το πύρινο να τυλιχτεί ζητά η σάρκα μου όνειρό σου
κι αυτό το βράδυ που κρατά βαθιά του όλα τα βράδια
θέλει τον μπρούντζο σου και το πεντελικό το μάρμαρό σου.
ΣΤΗΝ ΝAΤΑΛΙΑ
Πολεμιστής, μπροστά στον πόνο γονατίζω·
μπροστά στον βράχο τον ασύντριφτο σωπαίνω·
τη σκέψη μου στα μαύρα έγκατα βυθίζω
και βλέπω, Κόρη, να φιλάς τον Ματωμένο.
Και λες: «Το πρόσωπό του πάντα ψηλαφίζω
και στον αέρα της νυχτιάς τον ανασαίνω
τον Άγγελο του Έρωτα και πάλι σφύζω
απ’ της Αγάπης τον παλμό τον μακρυσμένο».
Κι εγώ στην πέτρα κάποιος πάντα που σκαλίζει
το οργισμένο της Αγάπης σου το κύμα
καθώς ξεσπά και υψώνεται και αφρίζει
στο πάντα αταίριαστο για τις Αγάπες μνήμα…
… Σιωπή… Μια θέρμη απλώνεται – και σε καλύπτει –
από την αδιαπέραστη της Μοίρας κρύπτη…
© Θεοδόσης Βολκώφ
O ΔΑΙΜΟΝΑΣ
(α’ μέρος – αποσπάσματα)
Η κόλαση με θέλησε δικό της
και τη φωτιά της έκανα καρδιά μου
και πόθησα τη Μάγισσα στης νιότης
το ξέσπασμα – γεννιέται η θάλασσά μου.
Κι είν’ από μαύρη οργή και το θυμό της
υψώνοντας σε κύματα η φωτιά μου
να την αρπάξει θέλει – στο βυθό της
να ζήσει εκεί γοργόνα μου, βαθιά μου.
Δεν ξέρω αν είν’ Αγάπη· είναι Μοίρα!
Κι εγώ ένας Δαίμονας Θεό ζωσμένος,
του πόθου και του πάθους η πλημμύρα,
αρχαίος και υπερήφανος, θλιμμένος,
σ’ εμέ η φωτιά δεσπόζει απ’ τα στοιχεία,
Δόξα μου κι Αρετή μου κι Αμαρτία.
***
Είμαι Ψυχή· μια Ζωή και μια Μοίρα,
λύκος στην έρημο και μάχη και σεισμός,
κολάσεων πύλη, παράδεισου θύρα,
πόθος και έρωτας και νίκη και θυμός.
Είμαι Οργή· της φύσης μου η θήρα,
άφθαρτη ουσία και πορεία και σκοπός,
της σκέψης και του πάθους την πορφύρα
κι αίματα ντύθηκα, και μαύρος καλπασμός.
Κι έχω τη χαίτη που ‘χει το λιοντάρι
και χείμαρρου φωτιάς και καταρράχτη
ορμή, ματιά του τίγρη, αλκής τα θάρρη,
καπνούς αφήνω πίσω μου και στάχτη·
ρίζες στη Γη, σε μνήμα ή σε λάκο,
φτερά της νυχτερίδας κι από δράκο.
***
Μπροστά σε σκαλοπάτι’ από τοπάζι
ξίφος που στάζει αίματα κραδαίνω,
στα πόδια μου πεσμένη και ουρλιάζει,
του σκότους ρόδο που ‘δρεψ’ ανασαίνω.
Διπλό πελέκι εκείνη και με σφάζει,
μέταλλο κι από μένα πυρωμένο,
τον Έρωτα στα μάτια ποιος κοιτάζει,
με τη ζωή μου πλάθω πεπρωμένο.
Για εμάς, κόσμος εχθρός και καταδίκη,
αθάνατη φωτιά κι αιώνιος τρόμος,
μέσα σε τόσο θάνατο και φρίκη,
– αμαρτωλοί κι οι δυο, εγώ κι εκείνη –
αγάπη μαύρη μας ενώνει κι όμως
ανάξιος είν’ ο κόσμος να μας κρίνει.
***
Στο στήθος σου οι πόθοι των αγνών,
στα μάτια σου τα πάθη των ηρώων,
στον ουρανό σου τ’ άστρα των Θεών,
ξεσπούν στη Γη σου οι θρήνοι των αθώων.
Συγκρούσεις μακρινές αστερισμών,
θηρίων, απ’ τη λήθη, ορμές και ζώων,
γεννήσεις και πορείες των λαών,
Σκυθών και Κιμμερίων, Κελτών, Τρώων.
Οι μάχες τους κι οι πόνοι κι οι πληγές
είναι δικοί σου, η Φωνή μού είπε·
τον κόσμο αυτόν αγκάλιασε και δες
και τις πληγές σου κάθισε και μέτρα,
ρυθμέ ζωής, της Γης παλμέ και χτύπε,
εσύ που είσαι φλόγα κι είσαι πέτρα.
***
Πότε θα μάθεις να διαβάζεις τη φωτιά,
το μαύρο γράμμα στο πυρό λυκόφως,
του μαύρου λιονταριού στην πέτρα τη νυχιά,
του δράκοντα το σχήμα στο αστρόφως…
Τα μυστικά σημάδια πάνω στα σπαθιά
και τα σπαθιά στους τάφους κι ένας λόφος,
κι εκεί εγώ και σε κοιτάζω από μακριά
ενώ ουρανούς γεννά γύρω μου ο ζόφος.
Έλα! Θα σου διδάξω τη γραφή μου,
κατάβαθα στα προαιώνια σκότη,
δε βρίσκεται σε βίβλους και χαρτιά
– η μόνη που θα μάθει και η πρώτη –
την ψηλαφίζεις ήδη στη μορφή μου,
στο μέτωπο, στα μάτια, στα φτερά.
***
«Eίμ’ ο ουρανός και όλος σκοτεινιάζω.
Κορμί από πηλό που σε προσβάλλω
ξύλο εσύ γίνεσαι και σε χαράζω
κι ύστερα πέτρα που χτυπώ· σε σάλο
φτιάχνεσαι μέσα σίδερο· σου κράζω:
“Μπορείς λοιπόν να γίνεις τίποτʼ άλλο”;
Ολούθε σε κυκλώνω, σε ρημάζω,
δόσου και στην Εδέμ μου θα σε βάλω…
Εσύ που όλο τινάζεις το κεφάλι
ποιο μέταλλο θα γίνεις, πού θα φτάσεις,
άτι και ταύρος από ατόφιο ατσάλι,
δεν έχει άλλα η γη για να δαμάσεις»…
– Εγώ που θειάφι πάντοτε ανασαίνω
όσο θα σκοτεινάζεις θα σκληραίνω.
***
Εγώ που το κορμί σου αποθεώνω,
πέλμα κι αστράγαλο, μηρούς, κεφάλι,
σπόνδυλο σπόνδυλο που χαρακώνω
την πλάτη με τα δόντια και μ’ ατσάλι,
λαιμό που μου αφήνεται σε φόνο,
κοιλιά και στήθος σε σπασμό και πάλη,
με τα φτερά μου σ’ αγκαλιάζω μόνο
και σε τυλίγω από παντού θρύλων αιθάλη.
Βαθύ που απ’ το λαιμό αρχίζει αυλάκι,
το χέρι μου που βίαιο σε διαβάζει,
– εγώ της Γης ο λύκος κι όλ’ οι δράκοι –
των ώμων που αδράχνω άγριο ρίγος,
το βάρος μου σού δίνω που σπαράζει
και νόημα καινούργιο, θείο σφρίγος!
© Θεοδόσης Βολκώφ
QUATRAINS OF A REBEL
Dies irae
et nunc et semper
I
From the depths of your wild ocean
and the heights of your black stone,
set the crowds to wilder motion,
I am here; you ‘re not alone.
II
Something in the stone is waiting,
thou must speak the magic word,
be the One who is contemplating
all the Fate within the Sword.
III
Search the cryptic word of fire,
rest, if thou must, for a while,
then erupt in wild desire
and arise, Volcanic Isle.
IV
When the fiery Dragon-Keeper
gives you a piece of ancient lore,
look him in the eye, go deeper,
don’t accept and seek for more.
V
Heart of wrath, spirit of anger,
in these quatrains made of steel
thou has cast desire and hunger
and your will to never kneel.
VI
If the syllables you utter
of the fiery quatrain,
you shall find all forms of matter
and all craft you shall regain.
VII
Thus inscribes the Battle Sire:
“In this bloody, bleak domain
there’ s no soul without desire
and no body without pain”.
VIII
When your Spirit wilder wakes
in this runic Book of Psalms,
you shall find the Earth that quakes
and the Sea that never calms.
IX
Deep within the humblest tree,
hidden well within the flower
lies the destiny of the Free
and the all-consuming Power.
X
Hear the whispers of the ember:
“Live or perish if thou must,
look inside me and remember
“all is ashes, all is dust””.
XI
Deep in the Volcano’s cave
forge, with lava, shield and sword
and you ‘ll be nobody’s slave
and no man shall be your lord.
XII
When the sword upon the shield
beating soundeth from afar,
not my people, they will yield,
Sultan, Empress, King and Tsar.
XIII
Who the Gorgon dares to stare,
meet the Serpent’s deadly Kiss,
search inside the Dragon’s Lair,
touch the face of the Abyss?
XIV
“Can there be light more divine?
List, o Brothers, list my calls,
Heaven, Earth shall soon be mine”,
and the brightest Angel falls.
XV
Night falls; lust attacks the Good.
Thus, before the break of day
throw your mantle and your hood,
grab your sword and maim and slay.
XVI
With this broken pen I write
lines of terror and of blood,
using the demonic might
ere I go completely mad.
XVII
Satan gathers all his siblings,
he has many things to tell,
myths and stories, horrid findings
and the fairy-tales of hell.
XVIII
Thus the Demon flew unseen
on that rocky mountain peak
looking down the forest green,
eager mortal souls to seek.
XIX
The Gargoyle – a stone of sorrow
contemplates the Holy Lamp,
while the night awaits the morrow
on the bells of Notre Dame.
XX
You canʼt ponder nor imagine
all the places I have been;
feel beyond the pageʼs margin
all the horrors I have seen.
XXI
You who step on this dark ground,
do not seek me; it is vain;
I am nowhere to be found,
by my mistress I ‘ve been slain.
XXII
Feel the Fire-oceans wave,
it’s the Demon’s wounded heart;
he was trying you to save
from the sword, the spear, the dart.
XXIII
In a crazed and horrid smile
there I stood beside the waters;
scarlet was the river Nile
from the massacres and slaughters.
XXIV
“O High-priest, this world just dies,
-asks the Pharaoh- in this crisis
what to do”? The priest replies,
“Dead are Osiris and Isis”…
XXV
Can you read with fearless eyes?
These rebellious quatrains,
sons of black and alien skies,
are the blood of my own veins.
XXVI
“Sons of stone, immortal brothers”,
says the Demon, “I ‘ll arrive
from the spheres unknown to others
and you ‘ll wake for you ‘re alive”.
XXVII
Thou art foul, impure and weak,
wish for me not to return
for my purpose is to seek
you, to kill you is my concern.
XXVIII
From the land of no return
I ʽve returned to hunt you down,
kill your brethren, slay and burn,
take thy spouse and crush thy crown.
XXIX
“On this heavy battle-steel,
said the Demon, with my wings
and the craftsman’s mighty zeal
I have forged these magic rings”.
XXX
You who turned the Angel’s place
into a land of desolation,
read the marks upon my face
of my bleak abomination.
XXXI
I have my soul to save and keep;
this must be a mistake,
for she is calm and fast asleep
and I am still awake.
XXXII
There are letters on this stone
carved by the tempestuous flame;
do you feel betrayed, alone?…
Spell the letters, call my name…
XXXIII
Don’t get startled; t h i s is you,
inside your blood the fever
that whispers all that you must do;
behead them in the river.
XXXIV
Demon, you slept a thousand years
under your shield and sword,
the hour has come, one thousand spears
await to hear your Word.
XXXV
They will say “man’s life is calm”,
they will order you to halt;
list to my demonic psalm:
disrespect all and revolt.
XXXVI
This is the era of The War,
the mountains high, the oceans wide,
death is the one you must ignore;
wield thy sword, choose thy side.
XXXVII
Evil brings upon you sleep,
a sea of death and lies;
do not dwell into the deep,
wake up, Brothers, rise.
XXXVIII
You who grew up in this hell
join us and forsake your fathers,
join us in our cause and yell
“all the Rebels are our Brothers”.
XXXIX
Do not wait, for it is time,
look at me and start to fight,
sink your hearts in Love sublime,
roar, my Lions, and unite!
XXXX
Do not say, “she is my mother,
she must live though she’s unjust”.
Hearts of stone we are, my brother,
we shall only spare the just.
XXXXI
Now that lost is all the land
thought is nothing; only action
counts, my brothers –swords in hand!-
be the war, be the destruction.
XXXXII
Song of wrath and song of rage,
psalm of blood and psalm of flesh,
all ye that disrupt the sage,
ye shall build the world afresh.
XXXXIII
Vilify me if you will.
Am I barbarous and wrong?
Through the blaze and with the steel
I have built myself my song.
XXXXIV
He, the oppressor and the thief;
you, his lustful, lying whore;
me, a bloody, wild belief
a dark faith, an endless war.
XXXXV
I will set the world on fire,
even if this means to be
all alone; I know no sire;
I will even burn the sea.
XXXXVI
I, the wolf of this dark wood,
have been howling here alone;
look at me beneath my hood,
I ʽm the fire and the stone.
XXXXVII
“Please forgive me”, cries the unjust,
“spare my soul and let me live”.
– I will do all that I must,
when you die, I will forgive.
XXXXVIII
Brothers, we were born apart,
much the fog and lo – we ‘re few,
but in this demonic art
search for Me and I ‘ll find You!
1/6 – 5/6/03
© Θεοδόσης Βολκώφ
ΑΠΟΨΕ
Κοίτα Ψυχή μου άγρια πάντα το σκοτάδι,
μην αποστρέφεις απʼ τα βάραθρα το βλέμμα,
βυθίσου μες στη λάμψη των ψυχών και το αίμα,
με λάσπη κι αίμα φτιάχνει η Μοίρα το υφάδι.
Σεισμούς γεμάτο και φωτιές αυτό το βράδυ·
γίνε η κατεύθυνση – η κοίτη για το ρέμα
της λάβας το ασυγκράτητο – και μʼ ένα γνέμα
σύγκορμο κίνησε το ανθρώπινο κοπάδι.
Ψυχή μου πάντα άγρια, τον κόσμο μέτρα,
στη μήτρα του ηφαιστείου βύθισε το σπέρμα
και φτιάξε στίχους από σίδερο και πέτρα·
ορμή μου αδίστακτη, εκεί ʼναι το τέρμα·
τη λευτεριά σου άδραξε· και στη φωτιά της
απόψε ποιητής και αύριο επαναστάτης!
© Θεοδόσης Βολκώφ
DIE LIEDERNSONATE
I LARGO
Μύθοι ξυπνούν εδώ βαθιά, εδώ ανατέλλουν θρύλοι,
αγάπες αιματόχαρες και δύναμη της Γης,
πέτρα σκληρή, σκληρότερη του Κένταυρου η σμίλη,
βλέπω στους όγκους των βουνών τη γέννα της μορφής.
Τραχιά επικά ξεσπάσματα και λυρικές εξάρσεις,
ρυθμοί το αμόνι που γεννά σκληρά με το σφυρί,
ζωή και χίλιοι θάνατοι κι αιματηρές καθάρσεις,
θλίψης ποτάμια, θάλασσες, του πόνου η πηγή.
Θέληση που είναι προσταγή και μοίρα που δεσπόζει
σιδηρουργού που ακούραστα δουλεύει τη φωτιά,
μέταλλα, βράχους και βουνά τσακίζει και αρμόζει,
τέχνης αρχαίας ο κάτοχος σκληρής μες στη νυχτιά.
Από της Γης τα έγκατα θεριεύω κι ανεβαίνω,
στις φλόγες μέσα χαίρομαι, στις πυρκαγιές γελώ
κι οι άνεμοι με σπρώχνουνε και πάω και πηγαίνω,
σε ωκεανούς βυθίζομαι, σε χείμαρρους κυλώ.
Από τον κόσμο μάκρυνα και δρόμους άλλους πήρα
και μέσʼ από το βράχο μου έβγαλα τη φωτιά,
η Μοίρα θέλει τη Ζωή και η Ζωή τη Μοίρα,
κι εγώ είμαι θλίψη, δύναμη, λατρεία, μοναξιά.
***
Αρχαίες δυνάμεις των παθών, των πόθων Τιτανίδες,
το στήθος μου σας έδωσα, πατέρας σας και γιος σας,
θα σπείρω εγώ του Κένταυρου ταίρια, τις Λαπιθίδες,
βράχος φωτιάς η θλίψη μου, η οργή μου κεραυνός σας.
Άγριοι και ξένοι, αταίριαστοι οι λόγοι μου είνʼ εμένα,
δυσνόητα τα πάθη μου, πρωτόγονονʼ οι ρυθμοί μου,
γιος Σκύθη, μάνας Σκύθισσας αλλόκοτη μια γέννα
κι άλλʼ εινʼ εμένα η πηγή και άλλη η πνοή μου.
Στου πάθους τα χαλάσματα, στα θλιβερά συντρίμμια,
μες στης ζωής της άχαρης που ζείτε τα ρημάδια,
εμένα μέσα μου ποθούν της Γης όλα τʼ αγρίμια,
εμένα με χαράσσουνε του πάθους τα σημάδια!
***
Εδώ κι αιώνες γύρευα τον εναγκαλισμό σου,
ερήμων ο γεννήτορας, πατέρας των σεισμών,
μα πουθενά και πάντοτε ξένʼ από τον δικό σου
πυράς χορό τα βήματα στις χώρες των θνητών.
Aγαπημένη Αθάνατη, στα δάση ανασαίνεις,
στους καταρράκτες λούζεσαι, με έρωτες μεθάς,
χέρι μου εσύ σπαθιά παλιά αρπάζεις και κραδαίνεις,
μοίρες αρχαίες προκαλείς κι αγγίζεις και ξυπνάς!
***
Διάβολους τώρα εγώ κρατώ, δαίμονες στʼ άρμα ζεύω,
πολεμιστής κυρίαρχος και θέλω τα φιλιά σου,
στα πάντα εγώ ξεχύνομαι, στο χρόνο σου θεριεύω
και τους αιώνες δέχομαι και φέρνω εγώ μπροστά σου!
Για σένα μεσʼ στο στήθος μου τον πόνο γιγαντώνω·
το έργο που αχνοφαίνεται, για σένα, είναι δικό σου·
ευλαβικά στα πόδια σου σκύβω και τʼ απιθώνω
κι είναι γεμάτο απʼ τον παλμό κι απʼ τον ανασασμό σου…
II SCHERZO. SERIOSO
Εδώ είναι αμόνι τραγικό και πάνω του σφυρί,
εδώ χτυπούν οι δαίμονες και καταριούνται οι μάγοι,
φίδια κυκλώνουν, δράκοντες ξεσχίζουν το κορμί,
σμίγει του πόνου η έρημος με κόλασης πελάγη.
Μέσα στο ηφαίστειο βαθιά που καίει σιωπηλό
ο φοβερός μεταλλευτής κι ο άγριος σφυρηλάτης
δένει το ατσάλι της οργης με τον χαλκό θυμό
– ζωή που σε λαβύρινθους χάνει τα βήματά της.
H λήθη εδώ δυνάστρια αιώνων και λαών,
η αμαρτία βασίλισσα και ενοχή και τύψη,
πόθων ημέρες πύρινες και νύχτες των παθών,
ο πόνος είναι προορισμός και πεπρωμένο η θλίψη.
Ξεσπούν αρρώστιες γύρω μας κι ανάβουν χαλασμοί,
ο ήρωας πέφτει ανήμπορος, τρέμει στα χέρια η σμίλη,
σκυφτή διαβαίνει η Μοίρα μας και μας περιφρονεί,
μα Κάποιος το αγκάλιασμα και το φιλί έχει στείλει.
Το μέταλλο είναι αμάλαγο, χορός είναι η φωτιά
κι ο σφυρηλάτης τρομερός στην άβυσσο των χρόνων,
– βυθίζεται – κι αδιάκοπα θεούς σφυροκοπά
κι ο βρηχυθμός του αντηχεί στις όχθες των αιώνων.
ΙΙI GRAVE. ENERGICO. ALLEGRO NON TROPO
O Δαίμονας. Λυκόφως. Ονείρου ο βυθός. Σιωπή.
Ζωές που γέρνουν και ξεχνούν· κάτι που θα πεθάνει.
Γκρεμοί· βάραθρα· άβυσσος. Μακάβρια συλλογή.
Αγάπη που αγγίζοντας για μια στιγμή, τη χάνει.
Λατρεία του υπέροχου. Στέπες. Παντού χειμώνες.
Στην έρημο ο Δαίμονας ανοίγει τα φτερά του·
δράκους γεμάτʼ οι ουρανοί κι οι θάλασσες γοργόνες.
Σκιές, νύχτας σαλέματα κι η ανάσα του θανάτου.
Ζωή. Τραγούδι βάρβαρο. Εξώκοσμοι σκοποί.
Πόθος για κάποια μάγισσα· κατάρα που τον δένει.
Σπηλιά. Βράχοι αμάλαγοι. Φωτιά η μυστική.
Θνητή που κάπως άγγιξε. Μούσα Θεά που κραίνει.
Κορφές. Κόκκινα σύννεφα. Θεοί. Θεές. Τιτάνες.
Ένα σκοτάδι· κάποιʼ αυγή· μια μαγεμένη λύρα.
Μια ελεγεία προσευχή· διθύραμβοι· παιάνες.
Η δύναμη κι η θέληση κι η μουσική κι η μοίρα.
Ποτάμια χρόνων. Θάλασσες. Ωκεανοί που απλώνουν.
Λίμνες που κρύβουν μυστικά. Νεράιδες. Κι αγαπάνε.
Άτλαντες που στους ώμους τους τούς Άτλαντες σηκώνουν.
Του καταρράκτη τα νερά που αφρίζουνε και σπάνε.
Μαύρο του έναστρʼ ουρανού. Αναπνοές της μέρας.
Της νύχτας το απόλυτο· οι πόθοι και τα πάθη.
Γραφή στις πέτρες αίματος· και η φωτιά· κι ο αέρας.
Αινίγματα και μυστικά· και αμαρτίες και λάθη.
Μορφές· κορμιά· αγάλματα. Ασάλευτα. Σαλεύουν.
Ύπνοι και σκέψεις κι όνειρα. Μύθοι σκληροί και θρύλοι.
Και εφιάλτες, ψίθυροι, κραυγές, φωνές, χορεύουν.
Βράχος ο πόνος άσπαστος. Μια πένα που ʼναι σμίλη.
Ουρλιάσματα, βουνά, γκρεμοί. Ηφαίστεια. Πλημμύρες.
Σεισμοί. Κύματα. Ήπειροι. Αθάνατοι τυφώνες.
Θύελλες μαύρες. Κεραυνοί. Οι Μούσες και οι Μοίρες.
Οι καταιγίδες· οι αστραπές. Οι χρόνοι κι οι αιώνες.
Το αίμα. Η λάβα. Η ψυχή. Η φλέβα. Ο παλμός της.
Ο έρωτας και το φιλί. Η αγάπη και το χάδι.
Η πόρνη. Η μάγισσα. Η νυχτιά. Ο αναστεναγμός της.
Το τέλος. Όλʼ οι θάνατοι. Το αόρατο σημάδι.
Το δάσος. Σύννεφα. Καπνοί. Ομίχλη. Η σελήνη.
Αρχαίοι βωμοί. Ιέρειες. Δρυίδες των θαυμάτων.
Θυσίες. Λατρείες. Οιωνοί. Λύκος νερό που πίνει.
Πάθη του ερέβους των κορμιών. Λήθη νεκρών σωμάτων.
Λειμώνες των αθάνατων. Δαρμός. Η τρικυμία.
Μέταλλα και πετρώματα. Μεταλλουργός και γλύπτης.
Των κολασμένων οι γκρεμοί. Ο Μύθος. Ιστορία.
Γραφές μιας γλώσσας άγνωστης· του τάφου και της κρύπτης.
Το φύλλο και το πέταλο. Το μαύρο αυτό λουλούδι.
Το θρόισμα. Ο ψίθυρος. Η λάμψη μυστηρίων.
Το ρόδο. Χρώμʼ απέραντο. Το χάδι και το χνούδι.
Το σώμα της. Το σώμα της. Κι η τέχνη των ορίων.
Το ματωμένο τους φιλί. Πικρό, κλεμμένο χάδι.
Η μνήμη. Το απόλυτο. Ο στόχασμός. Η θλίψη.
Ο σκοτεινός ανασασμός. Το αόρατο σκοτάδι.
Όψη σκληρή. Η θέληση· θεά που εδώ θα σκύψει.
Χορός. Πυρρίχια βήματα. Ο καλπασμός Κενταύρου.
Προορισμός. Απόσταση. Διαστήματα και χρόνοι.
Η οπλή και το ρουθούνισμα. Το μούγκρισμα του ταύρου.
Η ζάλη και ο ίλιγγος. Μέθη που δεν τελειώνει.
Ρωγμή. Η πτώση. Λύγισμα. Η Γη που τον φωνάζει.
Τα σπλάχνα. Το αγκάλιασμα. Τα φλογισμένα μάκρη.
Ο ύπνος. Χίλια όνειρα. Το χώμα που δοξάζει.
Ο κόρφος πουʼ ναι θάνατος. Η φλόγα απʼ άκρη σʼ άκρη.
Μονόλιθος. Ο Δαίμονας. Ανατολή και Δύση.
Ναοί. Λατρείʼ αρχέγονη. Σκοτάδι και αστρόφως.
Το Λυκαυγές. Το άγνωστο. Ο κύκλος που θα κλείσει.
Ο Λύκος ο ανέσπερος και πάντα το Λυκόφως.
Αγαπημένη Αθάνατη. Δική του και μακριά του.
Ο πόνος. Λυγμός ήρωα. Ο στοχασμός. Η θλίψη.
Η έρημος. Λύκος. Ο σκορπιός. Το αίμα. Η σκιά του.
Το βράδυ. Η θέρμη. Η σιωπή. Ο Άγγελος. Η τύψη.
Μόνος. Ο Λύκος. Δαίμονας. Η Γη του κι η σκιά του.
Δύναμη αδάμαστη. Ορμή. Λίθινος θλίψης θρόνος.
Ο βρηχυθμός. Το αίμα του. Η ανάσα. Τα φτερά του.
Το πέταγμα. Οι ουρανοί. Γκρεμοί, άβυσσος. Μόνος.
IV ADAGIO. ESPRESSIVO
Toυ λόγου εσύ βασίλισσα και της ψυχής μου γλώσσα,
Σιωπή, σεμνή ιέρεια και των παθών μου πλάστρα,
πόσα κοιμούνται μέσα σου κι αργοσαλεύουν πόσα,
βαθιά σου ζουν οι ωκεανοί κι ανάβουν όλα τʼ άστρα!
Σμίλεψα βράχους μέσα σου και μέταλλα έχω λιώσει,
της Γης όλα τα θαύματα με αθάνατες φωτιές,
του σφυρηλάτη την ψυχή κατάκτησα με όση
ζωή στο στήθος μου έκλεισα, μʼ όσες τραχιές πνοές.
Μες στη σιωπή κυρίαρχος μορφών και καταιγίδων,
ζωών σκληρών ο δαμαστής, της Γης ο βρηχυθμός,
ο ματωμένος Κένταυρος αγάπες Λαπιθίδων
θέλησα και στην άβυσσο με πήγε ο καλπασμός.
Μες στη σιωπή σʼ αγάπησα, ω μυστικό του κόσμου,
μού ʼδωσε κάτι η Μοίρα μου και είπα, «δε μου αρκεί»,
στη δύση γέρνω πρόωρα, αργά σβήνει ο παλμός μου
κι είναι σπασμός το πνεύμα μου, το σώμα μου πληγή.
Ο βρηχυθμός μου απόμακρος – αρχίζει και τελειώνει –,
κύμα του ήχου χάνεσαι στις όχθες της σιγής,
Σιωπή, τα πάντα κυβερνάς, λιώνουν βαθιά σου οι χρόνοι,
του λόγου πρωθιέρεια και γλώσσα της ψυχής.
Του πόνου ο βράχος άσπαστος· συνθλίβεται η σμίλη,
σπάνε της λύρας οι χορδές, ραγίζει το σπαθί,
σώμα νεκρό δεν το φιλούν τʼ αγαπημένα χείλη,
εδώ τελειώνει ο καλπασμός και είμαι πια σιωπή.
Και είμʼ εγώ που χάνομαι κι εγώ είμαι που σβήνω,
δάφνες που δε σας έδρεψα, αγάπες που δε βρήκα,
ω κόσμοι που σας λάτρεψα και τώρα σας αφήνω,
θύελλες που αγκάλιασα, σε σας, κολάσεις, μπήκα!
Σιωπή των τάφων, έρημος Θεών και μυστηριών,
το δάσος στο λυκόφωτο της μοίρας που κρατώ
ίσκιος σαλεύει απέραντος – η ώρα των ορίων –
ήρθε το τέλος έρχεται και γονατίζω εδώ.
Στου βράχου απόψε την καρδιά το ξίφος μου βυθίζω,
ιερείς δεν είναι γύρω μου, το ξίφος μου σταυρός,
τον τάφο με τα χέρια μου στο βράχο μου σκαλίζω
κι οι σπίθες απʼ τη σμίλη μου το τελευταίο φως…
– Μα μέσα στη σκληρή σιωπή των όλων ήρθʼ Εκείνη
και σταθερό το χέρι της στην πέτρα του ακουμπά,
ρόδα του πάθους μέσα της κι αγάπης σμίγαν κρίνοι,
και στη μορφή του βράχου του αφήνει τη ματιά.
– Η ελεύθερη ήρθε στη σιωπή κι η πολυαγαπημένη,
του έρωτα η βασίλισα, της μοίρας η πιστή,
λιοντάρι, νύμφη, λύκαινα και στη φωτιά η πλασμένη
λόγια σεμνά για το χαμό του Κένταυρου να πει:
«Σιγά, σιγά ακουμπήστε τον στην κρύα ασπίδα επάνω,
ελάτε οι κόρες γύρω του και λύστε τα μαλλιά,
φωτιά ανάψτε οι ήρωες, στεφάνια θα του κάνω
κι όσα του αρνήθηκε η ζωή θα δώσω εγώ φιλιά».
© Θεοδόσης Βολκώφ
ΟΙ MΑΥΡΟΙ ΣΤΙΧΟΙ
(τραγούδι)
Του Γιώργου Πύργαρη, ακριβοδικαίως
Θυμός ήταν η δεύτερη κι Οργή η πρώτη λέξη
της ποίησης που χάραξες με αίμα στη φωτιά·
την άναρχη μανία σου ποιος μπόρεσε νʼ αντέξει·
εδώ είναι όλα πύρινα – σκληρά και σκοτεινά…
Τριάντα χρόνια στα γνωστά και στα υγρά υπόγεια,
το στήθος σου αρρώστησε ανάβοντας φωτιές
και οι φωτιές τα σκοτεινά στους τοίχους γράψαν λόγια
που σʼ άλλα στήθη ζήτησαν να λύσουν τις σιωπές.
Με το τσιγάρο ανάμεσα στα δυο σφιγμένα χείλια,
γράφοντας στίχους στα κλεφτά την ώρα της δουλειάς,
η μαύρη φλόγα ήσουνα και γύρευες φιτίλια·
επαναστάσεις ήθελες, παιδί της πυρκαγιάς…
… Στο σπίτι που αγάπησες δουλειές κάνει ο σαράφης,
μια μακρινή ξαδέρφη σου γίνηκε παστρικιά,
«έτσʼ είνʼ ο κόσμος» σού είπανε, μα εσύ δεν υπογράφεις
κι ας ζεις πάντα στο κάτεργο δεμένος στο χαλκά…
Στο θόρυβο και στη σιωπή της γλώσσας σου οι ήχοι
χάνονται κι είνʼ ανώφελο απόψε να μιλάς,
μα πεπρωμένο σου ήτανε εκείνʼ οι Μαύροι Στίχοι
και τους χαράζεις στο χαρτί χαλκό σα να πατάς.
© Θεοδόσης Βολκώφ
ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ
Φίλε μου Φίλε μου
βλέπω στα μάτια σου την έχθρα που ανάβει
λόγια πικρά κι εσύ απόμερα ετοιμάζεις
καρφιά σ’ έναν αόρατο σταυρό·
εχθρούς
εχθρούς μού κέρδισαν οι στίχοι
λόγια ερπετά
οι περήφανοι ρυθμοί.
Ποίηση που μου αύξησες τη φτώχεια
που μου πολλαπλασίασες τη μοναξιά
να ‘ξερες πόσο φως μού έχεις κοστίσει
αφού στο μαύρο μόνο
καταδέχεσαι να ανθείς.
© Θεοδόσης Βολκώφ
ΒΑΓΔΑΤΗ 1207 μ.Χ.
Άψογη είσαι·
την ομορφιά σου ομολογούν οι ομορφότερες,
μπροστά σου γονατίζουν οι ανδρείοι·
Ατίμητο στολίδι της Βαγδάτης,
της Περσίας μονάκριβο καύχημα
σε αποκαλούν οι ποιητές
και ο σύζυγός σου υπερήφανος
ευφραίνεται με τα δίκαια λόγια του Σουλτάνου –
«Δεν υπάρχει άλλη γυναίκα σαν και αυτήν,
την ομορφιά της που λάμπει
ξεπερνά μόνον η τιμιότητά της που αστράφτει·
τυχερός ο άνδρας που την ορίζει».
Όμως εγώ – που από μπρος σου πέρασα –
σε κοίταξα
και σʼ έχω κάνει νʼ αναρωτιέσαι.
© Θεοδόσης Βολκώφ
Ο ΓΙΓΑΝΤΑΣ
Γεννήθηκα ένας γίγαντας
από της Γης τα σπλάχνα,
με το κορμί χωμάτινο
φτιαγμένος με πηλό
και πάνω μου δροσιά έφερνε
της μάνας μου η άχνα,
πλασμένος με την έρημο
ζητούσα το νερό.
Και γύριζα τα πέρατα
του κόσμου και τις χώρες,
Αγάπη πάντα ψάχνοντας
και μάχες μυστικές
και μʼ έδειραν οι ανεμικές
και με τσακίσαν μπόρες
και το κορμί μου έσπασαν
και γέμισαν ρωγμές.
Στην έρημʼ ολομόναχος
ξεδίψαγα στο Νείλο
και τα κομμάτια μάζευα
θνητός στοχαστικός
κι είπα, «δε θέλω τον πηλό»
και μʼ έπλασʼ από ξύλο
κι είπα, «παλιές ανεμικές
δεν είμαι πια τρωτός».
Κι ήρθαν καινούργιες
θύελλες κι ορμήσαν νέες μπόρες,
δεν έκλεινε η Μοίρα μου
και γύριζε τʼ αδράχτι,
πολέμους γνώρισα φωτιάς,
των κεραυνών τις κόρες
και το κορμί μου απόμεινε
και κάρβουνο και στάχτη.
Κι εκεί πάλι σηκώθηκα
βαρύς από τη Γη μου
και μʼ έσπρωχνε ξανά μια ορμή,
ζωή αλυσοδέτρα,
να βρω μια ύλη άφθαρτη
από το χαλαστή μου
κι έψαξα μές στα βάθη μου
και μʼ έκανʼ από πέτρα.
Και τότε ήρθαν και μʼ αγγιξαν
μάγισσες κάποιες κόρες,
μητέρες τους τα τέρατα,
πατέρες οι σεισμοί,
βαθιές θάλασσες μέσα μου
πνίγαν στεριές και χώρες
και πια χαλίκια ο βράχος μου
και να, ξανά η ρωγμή!
Κι είπα, «τωρʼ από σίδερο
θα φτιάξω τον εαυτό μου,
δε θα ʼχω πια καμιά ρωγμή
και στάχτη και καπνιά,
η Μάχη είναι η δόξα μου
κι η Αγάπη τʼ όνειρό μου»,
με βρήκε όμως το λύγισμα,
το λιώσιμο, η σκουριά.
Καινούργιες πάντʼ ανεμικές,
πάντα καινούργιες μπόρες,
δαιμόνισσες σαν να ʼλεγαν
μʼ ανθρώπινες φωνές,
«ίδιες για σένα της ζωής
και του θανάτου οι ώρες,
γιατί κι εσύ δυνάμωσες
κι εμείς πιο δυνατές».
Κι ήρθε από μέσα η Μοίρα μου,
που απʼ την αρχή καλούσα,
από τα χρόνια τα παλιά,
τα χρόνια του πηλού,
κι είπε σʼ εμένα – μαχητής
που ζούσα κι αγαπούσα –
τους νόμους και τις προσταγές
της Γης και τʼ Ουρανού:
«Γιατʼ είσαι συ ο αδάμαστος
κι αν γίνεις από ατσάλι
κι απʼ όποιο μέταλλο άγνωστο,
σκληρό, γυαλιστερό,
μες στις φωτιές, στους χαλασμούς
θα σε βυθίσω πάλι,
δεν εχʼ η Αγάπη νικητές
κι η Μάχη τελειωμό»!
© Θεοδόσης Βολκώφ
Το βλέμμα που ανταλλάξαμε
To βλέμμα που ανταλλάξαμε
μες στη σιωπή
και που φωτιά δεν πήρε
και δεν έγινε φιλί
κι από τη μνήμη σου έσβησε
κι έκανα λέξη στο χαρτί
πύρινος στέκει επάνω μας
κριτής μας γιατί ζει·
θα φύγεις θα χαθώ
ποιος ξέρει ποια στιγμή
μα είναι γραφτό στην κόλαση
να σμίξουμε φρικτοί
μια παγωμένη κόλαση
χτισμένη από σιωπή·
θα σε κοιτάζω αιώνια
θα με κοιτάς κι εσύ
και θα ʼμαι δίχως γλώσσα
και θα ʼσαι δίχως ακοή
τόσο κοντά και όμως
για πάντα οι μακρινοί
γιατί κι οι δυο μας ένοχοι
κι οι δυο αμαρτωλοί
Εγώ γιατί σε ντράπηκα
γιατί φοβήθηκες Εσύ.
© Θεοδόσης Βολκώφ
Στίχοι γυμνοί που το γυμνό σου δείχνουν σώμα
Στίχοι γυμνοί που το γυμνό σου δείχνουν σώμα
και που αν τους φωνάξεις, λες, θα κοκκινίσεις·
«κάνε, ζητάς, λιγότερο πυρό το χρώμα,
εκτεθειμένο το κορμί μου μην αφήσεις.
»Υπάρχει κάτι εκεί που καίει και ξεσχίζει,
κάτι που θα ʼθελα γοργά να το ξεχάσω·
κάτι σαν τέρας που κινείται και μουγκρίζει.
Τους στίχους σου ψιθυριστά θα τους διαβάσω».
(Τους στίχους μου δεν τους αντέχουνε τα χείλη;
Να τους φωνάξει δεν τολμά κανένα στόμα;
Ευλογημένη νύχτα εσύ, ακριβή μου φίλη,
τα ψιθυρίσματα δεν τα έμαθα ακόμα).
Και να τους ψιθυρίσεις όμως – δεν αλλάζει
τίποτα· ετούτο το κορμί δεν παίρνει ντύμα·
λύκος ο άνεμος εκεί πάντα θα ουρλιάζει
και πάντα πύρινο θα υψώνεται το κύμα.
© Θεοδόσης Βολκώφ
ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
(απoσπάσματα από τα λυρικά μέρη του έργου)
***
Από τους τέσσερις ορίζοντες συνάχτηκα,
σε βράχους όλος κι ερημιές ειπώθηκα
κι ύστερα πάλι μόνος διαρπάχτηκα
κι ανέγνωρος σαν πρώτα κραταιώθηκα.
Τον Εαυτό μου απάντησα στο θάνατο
και μες στου σκοταδιού την ενατένιση
μαντεύοντας απ’ τη ζωή ποιο το αθάνατο
στην πλήρη μου βυθίστηκα εκμηδένιση.
***
Χώμα βαρύ· φωτιάς πνοή σʼ αναρριπίζει·
περιδινείται ο Μακρινός στο διάστημά του
και να, ο Άγγελος απλώνει τα φτερά του
και να, το σώμα της η φλόγα σχηματίζει.
Πάλλεις, κορμί· φωτιά ιερή σε ορίζει·
μα στρέφει αλλού ο Μακρινός τʼ ανάβλεμμά του
και να, ο Άγγελος διπλώνει τα φτερά του
και να, ο θάνατος το δρόμο του αρχίζει.
***
Λέξη πιο πριν που λάτρευε τη λέξη,
έρωτας μʼ έναν έρωτα αγκαλιά,
φλόγα πιο πριν που γύρευε τη φλόγα,
φωτιά που διαπερνούσε τη φωτιά.
Στάχτη μετά που σμίγει με τη στάχτη,
κάρβουνο μʼ άλλο κάρβουνο μαζί,
καπνός που τον καπνό περιτυλίγει,
σιωπή που ατενίζει τη σιωπή.
***
Ανάγνωσε, Ψυχή, αυτά που χάραξαν
του Αρνίου οι οπλές που ʼναι λεπίδες·
μελέτα αυτά που ξέσχισαν και σπάραξαν,
γίνε φωνή και λέγε μου όσα είδες.
– Είδα κορμιά λαμπρά να περισφίγγει η ατίμωση
κι αίμα ζεστό στο δροσερό – είδα – χορτάρι·
είδα τη λέπρα· και είδα την ερήμωση…
Ετούτος ο Αμνός είναι Λιοντάρι.
***
Πόνε μου εσύ, δεν έσπασες κι ας ράγισες,
ακέραιο και σκληρό σ’ όλα σε κράτησα·
με την πυρή ματιά σου κοίταξες και σφράγισες
τον κόσμο και μαζί σου εδώ επικράτησα.
Απ’ το κορμί μου φαίνεται πως πλάστηκες
και με τον έρωτά μου αυτόν που σε ανέθρεψα
να είσαι αυτός που είσαι δεν κουράστηκες
κι εγώ στην πρώτη μου πηγή με σένα επέστρεψα.
© Θεοδόσης Βολκώφ
Δ Α Β Ι Δ
(αποσπάσματα)
Α
Τόσους αιώνες πορεύεσαι
μέσα στις σκόνες των δρόμων
και στα αίματα των κορμιών
μες στων ψυχών την πηχτή μαύρη λάσπη
το ίδιο φωτεινή
όπως την πρώτη μέρα
το ίδιο εξαίσια
σαν να μην σε άγγιξε ακόμα κανείς
με τα μακριά ξανθά μαλλιά σου να ανεμίζουν
σαν να φυσά αιώνια γύρω σου
η πνοή που σε έπλασε
και τα γαλάζια μάτια σου να ανταμώνουν τον κόσμο
σαν να ανατέλλουν βαθιά τους
όλες οι ώρες των ουρανών
και μυστικά να τρικυμίζουν όλες οι θάλασσες·
με τον ιδρώτα του Έρωτα να τρέχει
και να σχηματίζει τα ποτάμια του
τους καταρράκτες του στα μαλλιά
και στο βαθύ της πλάτης σου αυλάκι
στα πανίσχυρα ανάμεσα μεστά σου στήθια
στη λεπτή σου τη μέση
στους τέλειους γλουτούς
και μετά στων μηρών σου το μελάνιασμα
και στων κνημών
γύρω από τον αγαπημένο σου
το κλείδωμα
στον θείο αστράγαλο
καρπό ακριβό με τη σκληράδα του
στα δυνατά των ποδιών σου ακροδάκτυλα
που ζωή δική τους έχουν
και τα λέω μικρά θηρία
και στο λευκό σου το πέλμα
που όταν γυμνό το βυθίζεις στο χώμα
ξυπνάς τους σπόρους του
και όταν δροσερό το πηγαίνεις στις πέτρες
μερώνεις την άγρια τους θέρμη·
δεν κουράστηκες αιώνες τόσους
Αγαπημένη μου Αθάνατη
με το κορμί σου αυτό
που τις ημέρες είναι φλόγα σάρκινη
και τις νύχτες σάρκα από φωτιά
δεν κουράστηκες
τις λέξεις και τις μουσικές
τα χρώματα των αστεριών τα απόκρυφα
τον σκοτεινό χαλκό
και το λαμπερό το μάρμαρο
δεν κουράστηκες
Αγαπημένη Αθάνατη
να τα ντροπιάζεις·
χίλιες φορές σε θέλουν
και χίλιες σε αγαπούν
οι τεχνίτες αυτού του κόσμου
γιατί τους απελπίζεις
και εγώ άλλες χίλιες
γιατί χωρίς εσένα
θα ήμουν ένας από τους αναρίθμητους
που δεν απελπίζονται
γιατί είναι προτιμότερη μια απελπισία μαζί σου
παρά μια ελπίδα
ή μια σιγουριά
ή ακόμα και μια πίστη
και κάθε γνώση
απʼ όπου όμως εσύ λείπεις
και εγώ
αν ήταν να διαλέξω
και είναι
ανάμεσα σε μια ευτυχία μακριά σου
και μια δυστυχία δίπλα σου
ξέρεις καλά ότι εσένα θα διάλεγα
και ξέρεις ότι εσένα διαλέγω
γιατί μια ευτυχία χωρίς εσένα
είναι μια ευτυχία που πρέπει να ντρέπεται.
Β
Τραγουδώ έναν ύμνο εξέγερσης
λιονταρίσια στους καιρούς αποκρίνομαι
τη φωτιά μου δίνω στους ηττημένους
και στους απελπισμένους
της σάρκας μου τα φτερά·
μάταιοι σου φαίνονται οι λόγοι μου
και οι ρυθμοί μου περασμένοι
– Δεν σε χρειάζεται ο κόσμος – σκέφτεσαι
και μακραίνεις από κοντά μου γρήγορα·
Θα με χρειαστεί σου απαντώ·
όταν λοιπόν θα σηκωθείς
θα με βρεις δίπλα σου
εμένα που ήδη όρθιος είμαι
τον ύμνο μου της εξέγερσης
θα φέρεις στα χείλη σου
εσύ
μαζί με στόματα μυριάδες
των βουνών μου θα νιώσεις τη βοή
και των θαλασσών μου το κύμα
και στον βράχο μου
τη χαραγμένη μου λέξη
αγκαλιάζοντας
το κρυφό της νόημα θα συλλάβεις –
Είμαι ο ερχόμενος.
Γ
Μακριά από μένα οι ανέραστοι και οι λάγνοι
φονιάδες του Έρωτα και οι δύο
λέω
μακριά εσείς που τα μεγάλα μικραίνετε
εσείς που δεν γεννάτε
κι εσείς που γεννάτε τέρατα
οι αδύναμοι για κάθε πόθο
και οι μόνο για τα άρρωστα ικανοί·
κλειστή μένει για σας η ομορφιά
στείροι εσείς
και κατασκευαστές των τεράτων
τη θέλησή μου παροργίζετε
με τα καμώματα και τα λόγια σας·
γιʼ αυτό μέσα σε εκρήξεις
τον Έρωτά μου τον έκανα Δαίμονα
και γιʼ αυτό με λένε Εκδίκηση
και τη θέληση μου Θηρίο.
Δ
O Έρωτας λέω ο Θεός των θεών
ο Μακρινός λέω το σύμπαν των συμπάντων·
του κόσμου όνειδος και της ζωής σκύβαλο
αυτός που μπροστά στην ομορφιά θα πει –
Δεν αξίζει –
αυτός που ενώ μπορεί να αγαπήσει
μονολογεί μες στη σιωπή και λέει –
Ας προσπεράσω –
αυτός που φοβάται
αυτός που δεν θέλει ώς το αίμα
των θεών εχθρός
αυτός που τα φιλιά στο λίκνο τους φονεύει
αυτός που τα λόγια τα μονάκριβα
τα τρυφερά και τα πύρινα
τα πνίγει
των θεών εχθρός·
των θεών εχθρός
και εχθρός δικός μου ώς τον θάνατο.
Ε
Θλίψη μου από γρανίτη
τώρα που οι ομορφιές όλες πεθαίνουν
με μάτι άγρυπνο
και που δεν γνωρίζει τα δάκρυα
κοιτάζεις όλες τις αβύσσους
αγέραστη πραγματικά
ερωμένη μου αθάνατη
έχεις πάντα των είκοσι ετών μου τη φωτιά
και των ογδόντα μου το φεγγοβόλημα·
των ηρώων αγαπημένη ακοίμητη
νύχτα πάνω στη νύχτα σμίγεις μαζί τους
και στο φως φέρνεις των σκοτεινών τα παιδιά
ενσάρκωση εσύ του σφρίγους μου
σώμα που κάθε φλέβα σου
από αίμα ξεχειλίζει.
ΣΤ
Τότε θα προχωρήσει αλλιώς ο κόσμος
τότε ο ήλιος μια πλάση νέα θα φωτίσει
όταν η γυναίκα θα ορθώνεται
Γη και Φωτιά μαζί
και με τη φωνή της λέαινας
θα λέει –
Δείξε μου τα χέρια σου
εσύ που ζητάς να με αγκαλιάσεις
θέλω να δω αν κράτησαν σπαθιά
θέλω να δω αν μάτωσαν στις πέτρες
μόνο αυτά αξίζουν το κορμί μου
μόνο σε αυτά την καρδιά μου παραδίδω·
δεν έχεις δικαίωμα στο φιλί και στο χάδι
αν δεν πήρες μέρος στον Πόλεμο
αν δεν διάλεξες γρήγορα μεριά στη μάχη
αν δεν μου δείχνεις ένα κορμί
κι από χίλιες μεριές
χαραγμένο·
όμορφο τον άνδρα;
Ματωμένο τον θέλω
το αίμα του που ξοδεύεται
το αίμα του που καίει
και βάζει φωτιά με χίλιους τρόπους
το αίμα του που δεν γαληνεύει
που γίνεται κύμα και άνεμος
και αιώνια τους κόσμους ταράζει
αυτό που πυρακτώνεται και πυρπολεί
που κτίζει θεούς μέσα στους θανάτους του
και την άβυσσο βάφει κατακόκκινη
αυτό λέω ομορφιά του
αυτό δόξα του
και αυτό μεγάλο μου πόθο·
μόνο οι πολεμιστές
έχουν δικαίωμα στο κορμί μου
για τους μαχητές του τρομερού φυλάω τον Έρωτά μου
για τους σκοτεινούς
και τους δυναμιτιστές
τις νύχτες μου
για τους ήρωες που δεν ελπίζουν σε τίποτα
και όμως είναι Επίθεση
τη γλυκιά παρηγοριά μου·
ελάτε σε μένα οι πρόμαχοι
εγώ
εγώ είμαι η άλως των αγώνων
εγώ είμαι η παρηγορήτρα των θεών.
Ζ
Στη γλώσσα του λαού μου
το όνομά μου σημαίνει
Αυτός Που Τον Αγαπούν·
στη γλώσσα της ψυχής μου
τη φτιαγμένη από αίμα και φωτιά
σε κάθε της γράμμα και φθόγγο
μέρα με την ημέρα
πληγή μετά την πληγή
άλλαξα το νόημα
το ξαναγέννησα καινούργιο
πιο δυνατό
και για μένα πιο άξιο
Δαβίδ τώρα σημαίνει
Αυτός Που Αγαπά.
Η
Η Θλίψη μου μέσα στη μοναξιά ανδρώθηκε
αρσενική γεννήθηκε
και ανυπότακτη θα μείνει
δεν μπορεί καμιά γυναίκα να τη γλυκάνει
καμιά νίκη να την αμβλύνει
οξεία όπως η τρομερότερη λεπίδα
διάπυρη από τα έγκατα των ηφαιστείων
ατόφια σε όλα της
ατσάλινη τελείως
δεν ζωγραφίστηκε ποτέ χαμόγελο στο πρόσωπό της
ακοίμητη στέκει μέσα στον κόσμο
λόγους κοφτούς ανταλλάσσει με τʼ αδέρφια της
την Οργή και το Θυμό
και οι τρεις μαζί
σφραγίζουν την πέτρα την πελεκητή με την ενέργειά τους
και οικοδομούν κάστρα για τους πολέμους
πάνω απʼ την άβυσσο.
Θ
Πρέπει να γίνω λιγότερο άντρας για να σας αρέσω;
Αρσενικότερος
κάθε μέρα θα γίνομαι
για να σας γονιμοποιήσω·
ανατριχιάζουν οι πόρνες στο πέρασμά μου
με λόγια μικρά μιλούν για μένα
όταν με βλέπουν μοναχικό να ορθώνομαι
κάτω από ουρανούς που εγκυμονούν
και πάνω σε μια Γη που παρθένα γεννά
όταν με βλέπουν στην έρημο να οικοδομώ
πέτρα πάνω στην πέτρα
και βράχο πάνω στον βράχο
και να αντηχούν οι γκρεμοί όλοι απο τη φωνή μου
και να γεμίζουν όλα τα σκοτάδια από την πράξη μου·
Είμαι
ο εχθρός της ευτυχίας.
Ι
Θέλω το αίμα μου να σμίξει με το αίμα σας
θέλω οι στίχοι μου να δυναμώσουν τα κορμιά σας·
αυτός ο πυρωμένος γρανίτης
αυτό το απροσδιόριστο
άναρχο σύννεφο από ατσάλι
εδώ μέταλλο λιωμένο σε μιαν άλλη λάβα
κι εκεί στερεό που ορθώνεται
και στον ήλιο κατάμαυρο αστράφτει
θέλω να γίνει αυτό που χρειάζεστε
με τα κορμιά σας ένα·
για σένα
Πρόμαχε Αιώνιε
η ρομφαία και ο ίππος του πολέμου
για σένα
Λύκε Αρχέγονε
η νύχτα σου και το πλουτώνειο ημίφως
και για σένα
Γυναίκα Αθάνατη
ο άντρας
βαρύς από τον Έρωτα
και αληθινός από τη Μάχη.
ΙΑ
Σηκωθείτε οι νεκροί
αίμα θα κυλήσω στις φλέβες σας
ψυχές απελπισμένες
δεν είπα την τελευταία μου λέξη
δεν έκλεισε το μεγάλο βιβλίο
πολλά να γραφούν μέλλει
και για να τα γράψω έχω το χέρι και τη θέληση·
ό,τι εσείς θεωρείτε περασμένο
εγώ
μπορώ να το θέλω ερχόμενο
και αυτό που σε σας απομένει
μόνο ένα αξιοθρήνητο
Ποτέ Πια
σε μένα είναι ένα
αγριεμένο
Όχι Ακόμα.
ΙΒ
Εσύ
που δουλεύεις στα κάτεργα αυτού του πολιτισμού
και δεν με ακούς
εσύ
που μέσα στα ορυχεία του είσαι
και δεν με βλέπεις
κι εγώ μέσα από κάτεργα σού μιλώ
κι εγώ μέσα από ορυχεία σε κοιτάζω
εσένα μόνο έχω στο βλέμμα μου
και τον κοινό μας τον προορισμό
και τη μοίρα μας
που δεν διαφέρει·
δεν είναι αυτός ο κόσμος
που για σένα η θέλησή μου ονειρεύτηκε
ούτε αυτός
που μυστικά
η πίστη μου οικοδομεί·
από τον εαυτό μου ξεκινώ για να σου μιλήσω
από τον εαυτό σου ξεκίνησε
και θα μπορέσεις να με ακούσεις.
ΙΓ
Είδα το σάπιο σπέρμα τους να τινάζεται
είδα σε πίδακες
το πουλημένο γραϊδιο με τη νεκρή ψυχή
να λατρεύει·
είδα τις πόρνες όλες
γύρω από τους φαλλούς της κτηνωδίας
να αλαλάζουν
και τα παιδιά τέρατα
που απʼ των ανόσιων τα αγκαλιάσματα
οι μέλλοντες αιώνες θα γεννήσουν·
αυτά θα προσκυνούν και θα λένε κυρίαρχους της γης
και στα μικρά τους τα χρόνια
θα σβήσει
ώς και της φωτιάς η ανάμνηση.
ΙΔ
Σιχάθηκα όλους αυτούς
που τη σκλαβιά τους δεν ντρέπονται
βάρυνε η ψυχή μου
από την αγάπη που έχουν για κάθε τι χρυσό∙
είναι τόσο δειλοί
που ούτε καν μια κατάρα δεν βγαίνει από το στόμα τους∙
όταν μιλούν για τις αλυσίδες τους
τα δόντια τους στάζουν μέλι
δεν δαγκώνουν ποτέ
γλείφονται μόνο∙
κάθε μέρα φιλούν τα πόδια του αφέντη τους
και το βράδυ
με το ίδιο στόμα
τα χείλη των γυναικών τους.
ΙΕ
Θα σου δώσω όλες τις λέξεις
και θα σου δώσω όλα τα γράμματα
δεν μου χρειάζονται πολλά να λέω
και να σκέφτομαι
για να είμαι αυτός
που θέλω να είμαι·
αλλά θα κρατήσω μία
μία μόνο
και από αυτήν θα γεννήσω ξανά
όλες τις λέξεις και τα γράμματα
όλους τους έρωτες
και όλες τις σκέψεις
από αυτήν ξανά
όλους τους κόσμους –
Ελευθερία.
ΙΣΤ
Γραφή του αίματος και του πυρός
η προσευχή μου
στον βράχο μου
με το χέρι μου
μέσα σε σπίθες χίλιες χαραγμένη
με αυτήν μόνο η ψυχή μου ανατέλλει
και σε αυτήν πάλι γυρίζει για τη δύση της
αυτήν
νύχτα πάνω στη νύχτα επαναλαμβάνει
και αυτήν από αιώνες μελετά·
πέτρα της σκέψης και της θλίψης
μια μόνο προσευχή
σού χάραξα
κι άλλη δεν αναπέμπω στον σκοτεινό Θεό μου –
Καταραμένος
αν βάψω τα χέρια μου με το αίμα των αθώων
Καταραμένος φορές χίλιες
αν δεν ξεδιψάσω Γολιάθ τη Γη με το δικό σου.
ΙΖ
Τη σκέψη της φωτιάς θα φυτέψω βαθιά σου
και χρέος σου ηφαίστειο να γίνεις
και να την εκτινάξεις στις άκρες των κόσμων
και να την κυλήσεις στο αίμα των λαών·
αδερφό και εχθρό σου μαζί
θα σου δώσω τον χρόνο
και δεμένος με αυτόν απόλυτα θα είσαι·
αλίμονο
αν μυστική τη φλόγα σου κρατήσεις
σε γέννησα όπως σε γέννησα
όχι για να κρύβεσαι
αλλά για να εκρήγνυσαι παντού
και μέσα σε όλα να ξεχειλίζεις·
ποταμούς λάβας
στο στήθος της Γης
θέλω να χαράξεις
δρόμους της φωτιάς να ανοίξεις
για να πορευθούν οι λαοί της καρδιάς μου·
δεν μου φτάνει μόνο η ρίζα σου να καίει
θέλω και η κορφή σου να φλογίζεται
και με τον τρόπο μου τον άγριο να λάμπει·
έχθρα φύτεψα ανάμεσα σε σένα
και στους γιους των ανθρώπων
έχθρα ώς τον θάνατο
γιατί πολύ σε αγαπώ·
ακολούθησε τη φωτιά σου
εσύ που θες να με αγαπήσεις
και όταν ο ένας μετά τον άλλο θα σε αρνούνται
τότε θα με έχεις βρει
και όταν όλοι θα σε μισούν
τότε θα είμαστε Ένα.
ΙΗ
Σε αυτήν τη Γη θα περιπλανιέμαι Γολιάθ
και από αυτό το χώμα θα παίρνω δύναμη·
με τις πέτρες μου θα κτίζω τον εαυτό μου
ασταμάτητα
δίχως ανάσα
στο πέρασμα των αιώνων
ξανά και ξανά
ώσπου να δω το κομμένο σου κεφάλι
να βουλιάζει στη λάσπη
κάτω απʼ το πόδι μου·
τότε θα πεθάνω Γολιάθ
τότε μόνο
όταν θα έχω νικήσει·
κι αν κάποτε
η κόλαση σε ξεβράσει στον κόσμο
κοίτα πίσω σου γίγαντα
τα βήματα που θα ακούς
στης ηδονής και στης λαγνείας σου τις νύχτες
τα βήματα που θα σου κλέβουν τον ύπνο
και θα στοιχειώνουν κάθε σου σκέψη
Γολιάθ γνώριζε
θα είναι τα δικά μου.
ΙΘ
Αθάνατος όχι
μα την Αθάνατη Εκδίκηση γέννησα
την αιώνια Οργή
που δεν γνωρίζει σύνορα
τον Θυμό τον υπέροχο
που συντρίβει τον χρόνο·
Αλάστορα λέγε με
και Πυρκαεύς είμαι·
αυτή η φλόγα δεν θα σβήσει
έως ότου κατακάψει τα πάντα…
και τότε
πέρα απʼ τον Έρωτα
και από τον Πόλεμο πέρα
δυνατότερη θα καίει·
έτσι γεννιούνται οι θάλασσες και τα όρη
έτσι τα βάραθρα και οι κορυφές
οι πηγές των αστεριών
και τα ποτάμια των λαών και των χρόνων
έτσι σε μια στιγμή η απεραντοσύνη
και σε ένα κορμί
και σε ψυχή μία
έτσι ο Αιώνιος.
© Θεοδόσης Βολκώφ
Θεοδόσης Βολκώφ
Γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα, όπου και εργάζεται. Κατάγεται από την Κω. Ποιητικό του έργο υπό τον τίτλο «Τα Τραγούδια της Ψυχής και της Κόρης» κυκλοφόρησε το 2004 (εκδόσεις Γαβριηλίδη). Μέλος της Ενωτικής Πορείας Συγγραφέων. Σε λευκώματα και περιοδικά έχει ανθολογηθεί ποίησή του.
Έργο υπό έκδοσιν: Δαβίδ.
Περιεχόμενα ανθολογίας
Γυμνή
Στην Ναταλία
Ο Δαίμονας (αʼ μέρος – αποσπάσματα)
Quatrains of a Rebel
Aπόψε
Die Liedernsonate
Οι Μαύροι Στίχοι
Χωρίς τίτλο
Βαγδάτη 1207 μ.Χ.
Ο Γίγαντας
Το βλέμμα που ανταλλάξαμε
Στίχοι γυμνοί που το γυμνό σου δείχνουν σώμα
Ρέκβιεμ για την Κατερίνα (αποσπάσματα)
Δαβίδ (αποσπάσματα)










Ο Θεοδόσης Βολκώφ είναι ένας πολύ καλός ποιητής,
Συγχαίρω και εσάς για την ιστοσελίδα σας