Κενό
Τυλίξτε με ξανά
Μελαγχολία του τίποτα
Σκέψεις μηδενισμένες
Λόγια κενά
Φωνές χαώδεις
Τυλίξτε με ξανά
Τώρα που νοσταλγώ
Έναν όμορφο στίχο
Μία ζεστή κραυγή
Ένα μπουκάλι κρασί
Μια ονείρωξη
Τυλίξτε με ξανά
Μέσα στην παγερά αδιάφορη αγκαλιά σας
Δώστε μου τη ζεστασιά της ανυπαρξίας
Τη χαρά του νεκρού σας σπέρματος
Προτού σκαρφιστώ
Έναν ακόμη θάνατο σας
Προτού σας βιάσω ανελέητα
Προτού σας αγαπήσω
Τυλίξτε με
Μέσα μου δεν κατοικεί καμιά αλήθεια
Μέσα μου δεν κατοικεί καμιά αλήθεια.
Mόνο μια λίμνη ρυτιδιασμένη
κι ένας σπασμένος καθρέφτης.
Κάθε αυγή
ένα παιδί
χτενίζεται στα νερά της
και με ένα κομμάτι γυαλιού στη τσάντα
ξεκινά.
Έτσι, δεν θα δει ποτέ
ολόκληρο το πρόσωπό του,
ούτε θα πει
ότι κατέχει ολόκληρη την αλήθεια.
Το καταφύγιο της ποίησης
Το καταφύγιο της ποίησης
είναι η ζωή.
Όταν στριμώχνεται ανάμεσα
σε νεφελώδεις σκέψεις
και ακαθόριστα συναισθήματα,
σε αδιόρατες λέξεις
και ορατές ευαισθησίες,
στο δυσερμήνευτο τώρα
και στο πολλαπλό χθες,
στο φιλόξενο πάντα
και στο αδιαπραγμάτευτο ποτέ,
μονάχα η ζωή
μπορεί να της προσφέρει
μια αληθινή στιγμή ηρεμίας,
ένα απάγκιο στους χείμαρρους των ιδεών της,
μια ακαριαία λύση,
μια ανάσα.
Ο από μηχανής θεός της ποίησης
λέγεται ζωή…
Το μπλε που πνίγεται το βλέμμα μου
Το μπλε που πνίγεται το βλέμμα μου
Θάλασσας είναι ή ουρανού
Ή μήπως είναι κοριτσιού
Το γαλανό βλέμμα.
Το φως που πάγωσε το αίμα μου
Θανάτου ήταν ή θεού
Ή μήπως ήταν κοριτσιού
To λευκό δέρμα.
Υμέναιος
Βγήκαμε ναυάγια στις όχθες
Να πάρουμε τη θάλασσα και πάλι
Μα μείναμε στεγνό κεφάλι
Και ψεύτικες ανθρώπων κόπιες
Ζήσαμε πληρώνοντας τα χρέη
Που αφήσαν των ονείρων μας οι στράτες
Εμείς του ανέφικτου οι πελάτες
Και της αυλής οι ρωμαλέοι!
Παλέψαμε με μνήμες και με κτήνη
Να σώσουμε αλήθειες στα όστρακά μας
Και γερασμένοι πια απʼ τα παιδιά μας
Να αδράξουμε στο αίμα μας γαλήνη
Μα φευ! Σωπαίνει τώρα ο υμέναιος
Για να ακουστεί το κάλεσμα της θλίψης
Που ξέρουμε πως σαν θα λείψει
Θα μας σκεπάσει πια το έρεβος









