http://mikresistories.blogspot.com/
«Ας αλλάξουμε θέμα»
Κλικ. Κλικ. Τα φλας αστράφτουν. Φωτίζουν τα χαλάσματα. Οι πέτρες είναι βαριές. Ασήκωτες. Σακατεύουν τη νιότη μου. Ένα αγόρι ήμουν. Ήθελα να ζήσω. Σαν όλα τα παιδιά. Μα η ψυχή μου ήταν αβρή. Είχα στόχους. Όνειρα. Τι οικτρό λάθος! Τι λάθος να έχει όνειρα ένας μικρός μετανάστης. Ο «χειμώνας» του Βιβάλντι ξεπηδά από τα συντρίμμια. Τώρα πια είναι ένα ρέκβιεμ που τυλίγει την υστεροφημία μου. Τη σύντομη διαδρομή μου. Κλείσατε τ’ αυτιά σας. Δεν αντέχετε το στριγγό κατηγορώ της ενοχής; Όλοι τα κλείνουν. Όλοι ξέρουν. Όλοι ψιθυρίζουν. Η βία συνυπάρχει με την πρωινή προσευχή στο προαύλιο. Ο θεός μόλις έκλεισε τα μάτια. Ο μικρόκοσμος των σχολείων βρίθει από παιδιά-μάρτυρες σαν εμένα. Άλλα μπαντάρουν τη θλίψη τους και επιβιώνουν. Άλλα με ακολουθούν στα χαλάσματα. Παιδιά ευάλωτα, λυπημένα. Όλοι τα βλέπουν. Όλοι σιωπούν. Πάντα σιωπούν. Η πορτοκαλί ταινία της αστυνομίας γίνεται φίμωτρο. Σιωπούν μέχρι να γίνουν θέμα στις ειδήσεις. Και έπειτα; Θα τηρηθεί ενός λεπτού σιγή και θα περάσουμε στη λήθη. Μόνο μια μάνα θ’ ανάβει το καντήλι. Ένα θύμα που μεγάλωσε και επέζησε θα μας μνημονεύει. Μια παραγκωνισμένη λεζάντα στην άκρη μιας εφημερίδας. Αλλά ας αλλάξουμε θέμα κυρίες και κύριοι, ο πρωθυπουργός της χώρας δέχθηκε…
«Παραλήρημα»
Ο κόσμος μου είναι ωραίος. Καλός. Δεν φοβάμαι. Όχι. Μονάχα όταν τα χερουβείμ παίζουν πιάνο στο κεφάλι μου. Τότε μπερδεύομαι. Τρέχω πάνω κάτω στο δωμάτιο. Νομίζω ότι θέλουν να με πιάσουν. Δεν είμαι σίγουρος. Συνεχώς χάνω το πακέτο με τα τσιγάρα μου. Μου τα πήραν, είμαι σίγουρος. Είμαι καλά. Ο κόσμος μου είναι τόσο όμορφος. Τα φώτα με ζαλίζουν λίγο. Θα πέσω. Τι παράξενη ζάλη. Αλλόκοτα παιχνιδίσματα. Τρέχω. Τρέχω. Τρέχω. Πιάσε με. Δεν μπορείς. Στον κόσμο μου όλα είναι ήρεμα. Δεν πρόλαβα να βγάλω το eyeliner. Τρίβω τα μάτια μου. Φύγε. Φύγε. Φύγε. Δεν αντέχεις τις κραυγές μου; Θα τραγουδήσω λοιπόν. Νανούρισμα. Αγκάλιασέ με. Σε χρειάζομαι, μη φεύγεις. Να μπορούσα να φύγω απ’ το παράθυρο. Δεν μ’ αφήνουν. Είναι σφραγισμένο. Είναι κακοί. Τρία πράγματα απέμειναν. Το κρεβάτι. Ο τοίχος. Τα μουτζουρωμένα μάτια μου. Α και οι σκέψεις μου. Αυτές δεν μου τις πήραν. Χα, ποτέ δεν θα τις πάρουν. Τους ξεγελάω εξαίσια! Ο κόσμος μου είναι τόσο ωραίος. Τόσο λευκός. Τόσο…τόσο…τόσο….εξαντλητικά ακατανόητος.
«Ακροβάτης»
——————————————————————————–
Τσιμεντένια σκαλιά. Τ’ ανεβαίνει. Ένα. Δύο. Τρία. Δέκα. Ανοίγει την σιδερένια πόρτα. Ταράτσα. Είναι νύχτα. Χειμώνας. Φυσάει. Ήρθε η μεγάλη ώρα. Σήμερα θα γίνει Ίκαρος. Το υποσχέθηκε. Πράξη εκδίκησης. Ποιον εκδικείται; Τους άλλους. Νομίζει. Τον εαυτό του. Νομίζω. Η βραδιά είναι επαγγελματικά σκηνοθετημένη. Θα κάνει τριανταδύο βήματα μετρημένα. Θα κοιτάξει κάτω. Ο αέρας θα φυσήξει. Θα σκεφτεί: «θα προλάβω να χαρώ ή να μετανιώσω;». Θα σταθεί στη άκρη. Τα πέλματά του θα φλερτάρουν με την ισορροπία. Ειρωνεία. Η βραδιά διέπεται από ανισορροπία. Θα σκεφτεί. Θα πονέσει. Θα δακρύσει. Θα αρχίσει να πετάει. Ο αέρας θα τον χτυπάει. Θα γίνει ακροβάτης του κενού. Θα κάνει φιγούρες που θα ζήλευαν τα κορίτσια της ρυθμικής. Το σώμα θα βαρύνει. Οπισθοχωρεί. Όχι απόψε. Όχι. Η βραδιά θα κλείσει με το βαρύγδουπο ερώτημα: suicide ή homicide;










Ευχαριστώ πολύ που συμπεριλάβατε τις ιστορίες μου στη σελίδα σας!