
Κάποτε ο Χάνραχαν ταξίδευε προς τον Βορρά, προσφέροντας κάθε τόσο την βοήθειά του σε κάποιον αγρότη κατά την πλέον επιβαρυμένη με γεωργικές εργασίες περίοδο του έτους· κι ακόμη: διηγείτο τις ιστορίες του και μοιραζόταν τα τραγούδια του σε αγρυπνίες νεκρών και γάμους.
Μια μέρα συνάντησε κατά τύχη, στον δρόμο του για το Κολούνει,_ κάποια Μάργκαρετ —Ρούνει, μία γυναίκα που γνώριζε από το Μούνστερ, όταν ήταν νέος, και η οποία δεν έχαιρε και της καλύτερης φήμης εκείνον τον καιρό· οι λυσσαλέες προσπάθειες που κατέβαλε ο ιερέας για να την εκδιώξει από την περιοχή, την ανάγκασαν εν τέλει να αυτοεξοριστεί. Ο Χάνραχαν την αναγνώρισε από την περπατησιά και από το χρώμα των ματιών της καθώς και από τον τρόπο που έπιανε πίσω τα μαλλιά της, φεύγοντάς τα από το πρόσωπο, με το αριστερό χέρι. –περιφερόταν, του είπε, από τόπο σε τόπο πουλώντας ρέγκες και άλλα ψαρικά, και τώρα επέστρεφε στο Σλάιγκο,_ στο σπίτι της στο Μπάροου,⁴ όπου συγκατοικούσε με μιαν άλλη γυναίκα, την Μαίρη Γκίλις, η οποία είχε υποφέρει στο παρελθόν σχεδόν την ίδια ιστορία με εκείνη και του είπε πως θα της έδινε ιδιαίτερη χαρά αν ερχόταν να μείνει στο σπίτι μαζί τους και μοιραζόταν τα τραγούδια του με τους μπάκαχς και τους τυφλούς και τους βιολιστές του Μπάροου. Και του είπε πως τον θυμόταν καλά και πώς έτρεφε για αυτόν –παλιά– κάποιαν ερωτική επιθυμία· όσο για την Μαίρη Γκίλις, συχνά σιγοψιθύριζε κάποια τραγούδια του από μνήμης, και συνεπώς δεν θα έπρεπε να φοβάται μην τύχει κακής μεταχείρισης· και ακόμη, όλοι οι μπάκαχς και οι φτωχοί μόλις τον άκουγαν θα του εξασφάλιζαν ένα μερίδιο από τα κέρδη τους –όσον καιρό θα έμενε κοντά τους– για τις ιστορίες και τα τραγούδια του και συνάμα θα φρόντιζαν να εξαπλωθεί η φήμη του ονόματος του σε όλες τις κοινότητες της Ιρλανδίας.
Διαβάστε περισσότερα