g50_scw.jpg

Είναι ένα όνειρο που κοιμάμαι μαζί του τα τελευταία βράδια.
Είμαι με μερικούς συντρόφους λίγο μετά την διάσπαση του μετώπου. Είμαστε εννιά μεταξύ αυτών και δύο γυναίκες. Δε πολυμιλάμε μεταξύ μας, η ήττα έχει σκεβρώσει τις λίγες ελπίδες που είχαμε όλα αυτά τα χρόνια. Η γλώσσα δεν στάθηκε εμπόδιο, λίγα ιταλικά, λίγα ισπανικά, λίγα αγγλικά και πολλά νοήματα έκαναν τις λέξεις μας να φαντάζουν σαν το αλφάβητο μιας νέας εποχής. Κοντά στα σύνορα με Γαλλία πέφτουμε σε μια άτιμη ενέδρα, μένουμε τέσσερις: δύο άντρες και δύο γυναίκες. Το βράδυ κρυβόμαστε σε μια σπηλιά και φυλάω πρώτος σκοπιά. Τα τσιγάρα έχουν τελειώσει εδώ και δύο ημέρες, εξάλλου αμφιβάλλω αν θα μπορούσα να καπνίσω μέσα στη νύχτα, εύκολα θα μας εντόπιζαν. Με το χέρι στο όπλο βλέπω πίσω από κάθε περίεργο θόρυβο και προσπαθώ να μη με παρασύρει αυτό το βράδυ να αφαιρεθώ και με πάρει ο ύπνος οι ζωές των υπόλοιπων κρέμονται πάνω μου. Είμαι πολύ κουρασμένος και πρέπει να συγκεντρώνομαι αλλά δεν μπορώ να μην σκέφτομαι τις πορείες μας, τους χορούς στην Βαρκελώνη, τα πιτσιρίκια που μας έκρυβαν, τον ρουφιάνο που σκότωσα πρίν δεκαπέντε βράδυα, αφού γλυτώσαμε από του Χάρου τα δόντια. Θυμάμαι την Εκκλησία που καιγόταν και την αγαλλίαση των αναρχικών που μουρμούριζαν «Επιτέλους!». Τον Πέδρο που μου δάνεισε τον Μπακούνιν πριν σκοτωθεί στην μάχη και που τον κουβαλάω πάντα στην τσέπη του αμπέχωνου. Δεν ξυπνάω καθόλου τον Ενρίκο και περνάω τη νύχτα αφημένος σε σκέψεις και προαισθήματα. Η Σόνια κοιμάται πιο ήρεμα από όλους. Η Ελέν και ο Ενρίκο στρφογυρνάνε και σκέφτομαι ότι θα μπορούσε να είναι μια εφηβική σχολική εκδρομή. Τη Σόνια τη ξέρω εδώ και δύο χρόνια, είδε τον άντρα της πληγωμένο στην οπισθοχώρηση πρίν τον εγκαταλείψουμε, όσο για τους άλλους δύο τους γνώρισα τον τελευταίο μήνα τότε που δεν μιλούσε κανείς μας. Έτσι ξέρω λίγα και υποθέτω διάφορα για εκείνους: ότι κάποτε ήταν ζευγάρι και οι συνεχόμενες ήττες τους έκαναν πιο ξένους σε αντίθεση με εμένα και τη Σόνια. Πώς άρχισαν όλα; Σημασία έχει πώς θα τελειώσουν, με ανείπωτες επιθυμίες, αμφίβολους στίχους της κατάρρευσης, οβίδες και αεροπλάνα να μας κυνηγάνε…

Μας περικύκλωσαν! Είναι πολλοί και κάνουν θόρυβο για να μας σπάσουν το ηθικό. Σηκώνω τους άλλους και ετοιμαζόμαστε για τη μάχη. Σφίγγω τη χειροβομβίδα και αγκαλιάζω την Ελέν, οι σφαίρες σαρώνουν τα πάντα.

Είμαστε σε μια παλιά πλατεία, οι παλιοί φίλοι αυτοί που δεν τα κατάφεραν και αυτοί που παράλυτοι από προσδοκίες νίκησαν για λίγο την ιστορία: Η Σόνια που έπεσε πρώτη, ο Ενρίκο που μου ζήτησε να τον αποτελειώσω για να μην πέσει στα χέρια τους, η Ελέν που τράβηξε την περόνη της χειροβομβίδας και έπεσε στους πρώτους τρείς που μπούκαραν στην σπηλιά. Εμένα δεν με βρήκαν. Με θεώρησαν νεκρό και με άφησαν. Σε αυτό πάντως είχαν δίκιο. Εκείνο το ξημέρωμα πέθανα και εγώ μαζί με τους φίλους μου. Και όποτε ρωτάνε εμένα ένα τρελό να ξαναπεί τις ιστορίες του και όποτε ονειρεύομαι ένα πράγμα σχεδόν μονότονα επαναλαμβάνω: θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε, λίγα χιλιόμετρα ακόμη λίγα γαμημένα χιλιόμετρα. Και στο όνειρο η Ελέν, ο Πέδρο και η Σόνια και ο Ενρίκο μου λένε πάντα τα ίδια λόγια: θα μπορούσαμε να είχαμε νικήσει…

1 / 11 / 07

ΤΡΙΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ

orsonwells.jpg

Ο Γουέλς δεν έκανε ποτέ κινηματόγραφο, ας το πούμε δυνατά: ο Γουέλς είναι ο κινηματογράφος. Στην «Κυρία απʼτη Σαγκάη», μετατρέπει την κάμερα σε αίσθηση, νιώθεις από το πρώτο λεπτό ότι μπορεί να κάνει τα πάντα. Για τον Γουέλς το πρώτιστο δεν είναι να διηγηθεί μια ιστορία αλλά ο τρόπος που θα την παρουσιάσει.
Η κίνηση της κάμερας εξυπηρετεί τόσο απόλυτα το πόθο του πρωταγωνιστή που δεν σε νοιάζει να ακούσεις τις ατάκες, τις χειρονομίες. Οι φωτισμοί, το παιχνίδι του φακού δεν γίνεται επιδεικτικά αλλά μεταμορφώνεται σε μια ατμόσφαιρα που με τη σειρά της υποτάσσεται στην μήτρα του μαγικού και την αιτία που το σινεμά γεννήθηκε και δεν θα πεθάνει ποτέ: την εικόνα.
Η «Δίκη» έχει διαφορετική δομή, μου μοιάζει πιο απρόσιτη πιο σκοτεινή, οι φωτισμοί και εδώ διατηρούν την μαγεία τους, αλλά αυτό που προξενεί την πιο δυνατή κατάπληξη είναι ότι ο Γουέλς έχει το θάρρος, τη δύναμη και σίγουρα την ικανότητα, να προχωρήσει το κείμενο του Κάφκα μερικά βήματα πιο μπροστά. Τα κείμενα του Κάφκα γίνονται απρόσιτα για κινηματογράφηση επειδή ενώ οι φράσεις του μοιάζουν απλές κρύβουν μια ολόκληρη ποίηση μοναξιάς και μεγαλείου όπως του διάσημου κλειστού ερμητικά κόσμου που περιέγραψε πριν γίνει δεκαετίες μετά μια εφιαλτική πραγματικότητα. Το στοίχημα του Γουέλς κερδίζεται χάρη της πρότασης του: προσαρμόζει τόσο φυσικά τον κόσμο του Κάφκα στις μέρες μας αποδεικνύοντας ότι ένα μέρος της μαγείας του Κάφκα οφείλεται και στην πρόβλεψη ενός δυσοίωνου οράματος που είδαμε στις μεγάλες τραγωδίες του 20ου αιώνα.
Η «Λάουρα» του Πρέμινγκερ συνθέτει ένα γοητευτικό σκοτεινό παραμύθι όπου οι ανατροπές που συντελούνται δεν υπολείπονται σε ομορφιά από τη συνολική εικόνα όπου οι ήρωες μοιάζουν παγιδευμένοι γύρω από την μοιραία γυναίκα που αναπόφευκτα τους οδηγεί ή στην σωτηρία ή στην καταστροφή- ακούγεται τετριμμένο, είναι όμως ο πυρήνας των “noir”.
Αλλά κάτι βαθύτερο ενώνει τη «Λάουρα», τη «Κυρία απ΄τη Σαγκάη», ή τη «Δίκη» με το σύμπαν των παλιών ταινιών που αγαπώ: τη «Καζαμπλάνκα», το «Γεράκι της Μάλτας», τη «Ζούγκλα της ασφάλτου», τη «Τζίλντα», το «Θησαυρό της Σιέρρα Μάδρε», είναι η δυνατότητα τους να περιγράψουν τον κόσμο όχι όπως είναι αλλά όπως θα έπρεπε να είναι. Με πιο απλά λόγια αυτές οι ταινίες βοήθησαν τον κόσμο να ονειρευτεί ίσως για πρώτη φορά μέχρι τότε και αυτό για εμένα είναι σημαντικότερο από τη συμβολή του Αϊζενστάιν ή την οπτική επανάσταση του Γκρίφιθ. Για παράδειγμα αυτό που με γοήτευε στον Γουέλς δεν ήταν το «βάθος πεδίου»(«Πολίτης Κέην»), αλλά το ίδιο το πεδίο δυνατοτήτων που κάνει τον ίδιο να γεμίζει τις αίθουσες πενήντα χρόνια μετά και όχι αδιάφορα μουσεία ή αποστεωμένες ταινιοθήκες.
Ο ρεαλισμός του Γουέλς ήταν να δείξει τον κόσμο από διαφορετικές γωνίες, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να κάνει τα οράματα του πιο δυνατά και να παρουσιάσει τον κόσμο όπως δεν είχε ξαναφανεί ως τότε στον κινηματόγραφο. Από τη άλλη ο Πρέμινγκερ δηλητηριάζει την συμβατή σκέψη της δεκαετίας του 1940 δείχνοντας μια ιστορία που υποσκάπτει από μόνη της τις ευκαιρίες που δίνει και τυλίγοντας τους θεατές με μια ομίχλη αμφιβολίας και παράξενου.
Στις μέρες μας αυτά φαντάζουν ανόητα και κάπως ρετρό. Προτιμώνται ανάλαφρες κωμωδίες ή ποταμοί αίματος μαζί με χορταστικά ποπ – κόρν. Και όμως! Υπάρχει πάντοτε η ελπίδα και μαζί η αίσθηση πέρα από μαρξιστικές ή στρουκτουρο- ψυχολογικές αναλύσεις ότι αυτές οι ταινίες υπερασπίστηκαν με το δικό της τρόπο η κάθε μία το δικαίωμα να βλέπεις τον κόσμο κάθε φορά όπως ένα μικρό παιδί για πρώτη φορά. Το να βλέπεις για πρώτη φορά τον κόσμο φαίνεται μαγικό, καμιά φορά όμως είναι επικίνδυνο.

19 / 10 / 07