Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Νέοι Ποιητές

Νέοι Ποιητές

Αφίξεις, Νέοι Ποιητές

Θωμάς Τσαλαπάτης, «Το Ξημέρωμα είναι σφαγή Κύριε Κρακ», εκδ. Εκάτη, 2011

 

Το καλοκαίρι και οι σκιές

Πίναμε νερό ζεστό όλο το καλοκαίρι εκείνο. Περπατούσα μαζί της στο δρόμο με τα ψηλά δέντρα, συζητούσαμε αδιάφορα και κυνηγούσαμε σκιές. Όταν τις πιάναμε, τις βάζαμε σε ένα ψάθινο καλάθι. Και κάθε νύχτα, πριν γυρίσουμε στο σπίτι μας, μετρούσαμε τις σκιές, τις ράβαμε και φτιάχναμε ένα σκοτάδι. Με αυτό καλύπταμε το παρκαρισμένο μας αμάξι.
Μια μέρα έπαιζα χαρτιά με τη σκιά μου. Δεν γνωρίζω αν ήταν οι κακές μου επιδόσεις στο χαρτοπαίγνιο, οι οποίες με έχριζαν άμεσα έναν συμπαίκτη βαρετό, ή ίσως το γεγονός ότι ένιωθε παραμελημένη σε σχέση με τις ξένες σκιές. Μα μόλις ο δεύτερος γύρος τελείωσε, έφυγε τσαντισμένη χτυπώντας την πόρτα πίσω της. Με παράτησε και από τότε έμεινα χωρίς σκιά. Οι επιπτώσεις ήτανε άμεσες. Οι άνθρωποι σταμάτησαν να μου μιλούν, τα σκυλιά με κυνηγούσαν γαυγίζοντας και τα παιδιά μου πετούσανε πέτρες.
Προσπάθησα να ορθοποδήσω, να πάρω αποφάσεις. Μέσα στην απόλυτη και ιδρωμένη απελπισία μου, αγόρασα μια μπέρτα. Περιφέρθηκα μαζί της παριστάνοντας ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει. Μα δεν ήταν το ίδιο. Τότε αποφάσισα να ψάξω την σκιά μου. Είχα αλλάξει. Είχα γίνει δειλός. Αναγνωρίζοντας την επιρροή της πάνω μου, την απόλυτη εξουσία που μου ασκούσε η συνοδεία της, δεν άργησα να ανακαλύψω και το φόβο. Δεν είναι ντροπή να το ομολογήσω, φοβόμουνα τη σκιά μου.
Ταπεινωμένος άρχισα να την ψάχνω. Έψαχνα μέσα στο καλοκαίρι, όταν τα τζιτζίκια τραγουδούν και η ζέστη έχει δόντια. Και αφού περιπλανήθηκα αρκετά, ένα πρωί σε τόπο μακρινό συνάντησα τα ίχνη της. Δούλευε σε μια μεγάλη πλαζ. Τις νύχτες σχεδόν αόρατη μες στα σκοτάδια, γυρνούσε στην έρημη αμμουδιά και πριόνιζε τις ομπρέλες. Έτσι, τις μέρες με το βαρύ ήλιο, σε μια παραλία καραφλή από ίσκιους, νοίκιαζε τις υπηρεσίες της, ξαπλώνοντας πάνω στα κουρασμένα σώματα των παραθεριστών, απλώνοντας το δροσερό εαυτό της. Κέρδιζε πολλά χρήματα και ήτανε λογικό… δεν ήθελε να επιστρέψει σε αυτή την τόσο εγκλωβιστική μας συνύπαρξη. Ένιωσα την απελπισία να λούζει το μέτωπό μου.
Μα μια μέρα η τύχη της άλλαξε. Μια αγέλη νεοναζί την πέτυχε. Την τρύπησε, φορές πολλές με ένα κατσαβίδι, κάνοντάς την να πληρώσει για το μαύρο της δέρμα. Την τρύπησαν όπως το χαλάζι τρυπάει την τέντα. Και αυτή, κουρελιασμένη σύρθηκε πίσω στο σπίτι μας.
Την υποδέχτηκα θυμωμένος. Τη δίκασα και την καταδίκασα πρόχειρα, με διαδικασίες συνοπτικές. Μέσα από την καταδίκη της και το συνοφρυωμένο των φρυδιών μου, ανέκτησα τελικά και πάλι το αρχικό μου μέγεθος. Με τέσσερα καρφιά την κάρφωσα, στη ρίζα ενός παλιού ρολογιού. Μέχρι και σήμερα στέκει εκεί εγκλωβισμένη. Στέκει εκεί και κάθε μία ώρα μου υπενθυμίζει πως δεν έχω πολύ χρόνο. Και γω περιπλανιέμαι σε ένα σπίτι που όλο μεγαλώνει,
σταματώντας για λίγο, κάθε τόσο,
συνεχίζοντας για λίγο, κάθε τόσο.
Έτσι, προχωρούμε όλοι εμείς, άνθρωποι και σκιές, τρυπημένοι από το χρόνο. Βυθομετρώντας τις επιφάνειες, δωροδοκώντας τις λέξεις, εξετάζοντας εκεχειρίες. Όλοι εμείς, που βγήκαμε από τη σκιά για να βρούμε το σκοτάδι.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Κώστας Τσερπές, τέσσερα ποιήματα


Μεταμεσονύκτια πτήση Άμστερνταμ-Αθήνα

Η στενότητα των θέσεων
ίδια με τ’ ασφυκτικό πλαίσιο του συστήματος

Η επαφή με τους διπλανούς
ίδια με τις κοινωνικές σχέσεις: άλλοτε αδιάφορη, άλλοτε υποκριτική και ενίοτε προσβλητική

Η πλαστική τροφή
ίδια με την προσφερόμενη πνευματική τροφή

Η αναπόφευκτη αγκύλωση
ίδια με την συντηρούμενη κοινωνική αδράνεια

Ο φόβος για ατύχημα
ίδιος με τον φόβο για δυστυχία

Η προσμονή για την άφιξη
ίδια με την ανυπομονησία για κατανάλωση της ζωής

Η επιβεβαίωση της άφιξης: επιβεβαίωση της αγάπης

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Αγλαΐα Μηλιά, Δύο Μικροκείμενα

Ά-ΠΟΡΕΙΑΣ ΆΞΙΟΝ !

Ο κάθιδρος θυμός μου, που ξέφραγα τσαλάκωνε εδώ και μέρες την ιδιοσυγκρασία μου, προσδιόρισε τη σημερινή πορεία πάνω σε μια σκακιέρα, ιδιοφυές πιόνι ενός ιδιοφυούς σκακιστή –και σιχαίνομαι το σκάκι- που a priori έχει ζυγιάσει την κάθε κίνηση με γοητευτική ακρίβεια. Μου πάει το λευκό μα περισσότερο μου πάει το μαύρο, ειδικά όταν απορώ και θαυμάζω. Και φιλί του Ιούδα δίνω στο ανικανοποίητό μου καλοπιάνοντας το ʽαμάρτημαʼ της επιλογής και της απόρριψης ή μήπως καλοπιάνω τελικά το ʽαμάρτημα της μητρός μουʼ; Επιλογή : ραντεβού μετρό Μεταξουργείο. Δέκα και σαράντα.. Καθυστέρηση, 10.30 ξεκινούσε η συγκέντρωση για την πορεία . ʽΤώρα τρέχουμεʼ και η ιδιοσυγκρασία μου ακόμα πιο τσαλαπατημένη, σχεδόν να περνά από χαραμάδα.
Αριστοτέλους – Ομόνοια, παλμός και ακινησία, ταυτόχρονα μέσα σε τέτοια κίνηση ανθρώπων, αποκαθιστούν τη θαμπή μου άνοια, την τροφό μου και την τρόφιμό μου για πολύ καιρό. Σχεδόν σε όλη τη διαδρομή ένα χέρι ζεστό, χέρι γνώριμο και ως τώρα ανέγγιχτο, διασφαλίζει τη μη διασφάλιση, διαμελίζει την απειλή επικυρώνοντάς την και αποκαθιστά την ιαχή της ψυχικής μου αποκήρυξης. Το ίδιο αυτό χέρι που λίγο πριν διέταζε τα πόδια να τρέξουν, πρόσκαιρα ξεχνώντας πως και τα δύο στο ίδιο σώμα ανήκουν.
Μυρίζει μια παρωχημένη μελωδία, φερμένη από τα στεγανά του Πολυτεχνείου Φωνές που συνοδεύουν τα άσματα αναδίδουν καμφορά, αποπνικτικά παλιακή οσμή, συνάδουσα με την επαναληψιμότητα των χημικών εισπνοών και των οργισμένων κενώσεων. Κενό, απότοκο της τόσο έντονα παρούσης απουσίας της πίστης..
Ανάμεσα στύλους Ολυμπίου Διός και σταθμό μετρό Ακρόπολη, η πόλη αναθεμάτισε και αναθεματίστηκε μπαίνοντας διεξοδικά σε αδιέξοδες στροφές, με τους κατά συρροή επαναστάτες να επιστρέφουν στη γεύση του καφέ και στη θυσία του αμνού.
Ποιος πλανητικός φασισμός άραγε και ποιος πόλεμος αντίληψης μετέτρεψε τους λύκους σε πρόβατα και τα πρόβατα σε λύκους;
Μυρίζει κάτι από το αίμα της σφαγής και την κακοποίηση του κόσμου μας περιβάλλει, ίδια κακοποίηση με αυτήν των πελμάτων μου που κοσμίως αγανακτούν κι ανήσυχα κουκουλώνονται σε μια φαινομενική θαλπωρή.
Επέστρεψα.. αρτιμελής σωματικά, θιασώτης της αρετής, νευρική και ψυχικά πυρπολημένη. Αύριο έχει κούρεμα, και στις λιγοστές τρίχες που θα μου απομείνουν από το ψαλίδι του κουρέα παίζουν οι καταιγιστικές πολιτικές εξελίξεις. Η εθνική ενότητα πατινάρει γυμνή στο σχεδόν γυμνό μου κρανίο και οι εκπρόσωποί της εμφυτεύουν θύλακες τριχωτής βλακείας.. Προτιμώ να μείνω φαλακρή παρά ανεγκέφαλα επιδειξιομανής.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Απόστολος Θηβαίος, Δύο κείμενα

 

 

«ΜΠΟΓΚΟΤΑ»

Κανείς δεν θα μιλήσει.
Θα περπατήσουν σκυφτοί,
Κρατώντας κάτι αδύναμους φανούς,
Θα σκορπίσουν ύστερα,
Καθώς συμβαίνει με τους φίλους
Και τους λαούς μια κάποια εποχή.
Κανείς δεν θα μιλήσει.
Θα γείρουν και θα κοιμηθούν
Κάτω από στέγαστρα,
Γυμνοί, μυστικοί,
Όπως οι πιο πολύτιμες
Από τις πέτρες
Στα κρανία σκοτωμένων δράκων.
Κανείς δεν θα μιλήσει.
Θα τραβήξουν ίσια
Κατά τα χωράφια,
Θα περάσουν εμπρός από τα σπίτια
Των σκοτωμένων φίλων,
Οι πιο επιδέξιοι
Θα αναλάβουν να στήσουν σκαλωσιές
Στο βάθος του ορίζοντα.
Κανείς δεν θα μιλήσει.
Εκείνοι που είναι επιβιβασμένοι
Στις άμαξες,
Ξαφνικά θα γίνουν με βεβαιότητα
Άρματα παλιών ήλιων,
Θα ορμήσουν προς
Τις πάνω θάλασσες.
Έπειτα από χρόνια,
Όσοι κατορθώσουν να επιβιώσουν
Από τις θυσίες και τις βροχές,
Ακίνητοι
Θα θυμούνται την πορεία,
Τα παράξενα τραγούδια,
Τα πτώματα των ήλιων,
Γυμνά,
Σαν κρανία πουλίσια.
Όσοι λοιπόν,
Κατορθώσουν,
Δεν θα μιλούν,
Γιατί τώρα είναι αργά
Για εκείνο το καθήκον
Που έρχεται πάντα πριν
Από την αγάπη.
Κάποτε, όμως,
Έστω και αργά,
Θα αναγκαστούν
Να ομολογήσουν,
Να δεχτούν τις καταδίκες,
Την ποινή του θανάτου.
Συγκεντρωμένοι στα μεγάλα τολ
Της επαρχίας,
Μες στη διαπασών της σιωπής
Κάποιοι από εκείνους,
Θα παραδεχτούν
Πως έπρεπε να είχαν μιλήσει.
Τώρα είναι αργά.
Παντού νεκροί κόνδορες,
Παντού παράξενα σώματα
Με δόντια αρουραίου και φτερά γύπα.
Κανείς δεν μίλησε.
Τώρα κάποιος γράφει
πάνω σε ένα τύμπανο,
Τα παιδιά γυροφέρνουν στις σκεπές,
Σπαράζοντας
Και τα μεγάλα φορτηγά
Με το βαμβάκι,
Τα υπολείμματα του βουλκανισμού
Τραβούν κατά την εύφορη πεδιάδα
Της Μπογκοτά
Στις αποστάσεις σβήνουν
Οι ήχοι των τραγουδιών
και
Των ασυρμάτων.

Διαβάστε περισσότερα
Νέοι Ποιητές

Έλενα Λυμπεροπούλου, Επτά Ποιήματα

ΑΚΤΗ

Το καλοκαίρι δεν ήρθε.
Πέρισυ επινοήθηκε.
Είχε απʼ όλα.
Και ζέστες και παγωμένους φόβους,
Θάλασσες που βούλιαζαν σε πράσινη αμμουδιά
μέχρι και κάστρα είχε, στο ύψος του ανέμου.
Δεν έρχονται συχνά τα καλοκαίρια.
Μυρίζει χώμα.
Όχι, όχι μετά από μπόρα,
Χώμα φουσκωμένο, έτοιμο για σπορά
με ρίζες μέσα που δε λένε να σαπίσουν.
Aπρόθυμα ξανά γεννιούντε τα φεγγάρια
σα να γεμίζουν σταγόνα σταγόνα.
Όχι, όχι επειδή δε φάνηκε το καλοκαίρι.

Διαβάστε περισσότερα