ΑΚΤΗ

Το καλοκαίρι δεν ήρθε.
Πέρισυ επινοήθηκε.
Είχε απʼ όλα.
Και ζέστες και παγωμένους φόβους,
Θάλασσες που βούλιαζαν σε πράσινη αμμουδιά
μέχρι και κάστρα είχε, στο ύψος του ανέμου.
Δεν έρχονται συχνά τα καλοκαίρια.
Μυρίζει χώμα.
Όχι, όχι μετά από μπόρα,
Χώμα φουσκωμένο, έτοιμο για σπορά
με ρίζες μέσα που δε λένε να σαπίσουν.
Aπρόθυμα ξανά γεννιούντε τα φεγγάρια
σα να γεμίζουν σταγόνα σταγόνα.
Όχι, όχι επειδή δε φάνηκε το καλοκαίρι.


ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΦΩΤΙΑ

Πετάω στίχους για προσάναμμα, να δυναμώσει η φωτιά,
να κοκκινήσουν τα μάτια, να μοιάσει η συνεύρεση
φωλιά λύκων έτοιμων για εξόρμηση που στις
ράχες τους κουβαλούν εκρήξεις.
Θα απλώνουμε τα χέρια να αγγιχτούμε και αυτά θα
βρίσκουν το κλεμμένο γαλάζιο της ημέρας.
Τραγούδησε μου ένα πολύχρωμο τραγούδι,
ρίξε κι άλλους στίχους στη φωτιά,
τα χέρια μου μεγαλώνουν τα βράδια,
θα σε συναντούν την ώρα που κάθεσαι και
κοιτάς ανόρεχτα την καρδιά σου στο πιάτο.

ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Να…! Πάλι η ανάγκη με σπρώχνει να γράψω.
Φωσφορίζει μέσα μου,ότι μύρισα, ότι άγγιξα, ότι είδα.
Οι λέξεις μοιάζουν αποκαίδια μετά από πυρκαγιά.
Μα και με στάχτη μπορώ να γράψω.
Στάχτη γινωμένη από έρωτες, από πρόσωπα που κάηκαν στις ερήμους
που τα άφησα,
σʼ αυτή τη ζωή κρυφτό που συνηθίζαμε να παίζουμε,
μυρίζοντας ακόμα σαν άγρια ροζ τριαντάφυλλα.
Ελάτε να πηδήξουμε φωτιές.
Ελάτε να σκορπίσουμε τις στάχτες, ελάτε να ξεκολήσουμε ροδοπέταλα.
Είμαστε ελεύθεροι να μουντζουρώσουμε τα πάντα αν θέλουμε,
ακόμα και αυτό…
Είμαστε ελεύθεροι να κρυφτούμε για πάντα αν θέλουμε,
όσο η ανάγκη θα μας βρίσκει .


ΜΠΛΕ

Έγινα θάλασσα .
Όχι ταραγμένη.
Έσμιξα με ποτάμια
όπως σμίγει μια ακτίνα φωτός
με μια αγριοκερασιά.
Άφωνα, ξέπνοα.
Τις μάχες μου με τις φλόγες
τις παρακολουθώ από ψηλά.
Έμαθα να πετώ από παιδί
και από ψηλά χωρίς ανυπομονησία
δένω τα κορδόνια μου.
Πότε πότε πιάνομαι απ τα κρόσια
του ουρανού, κολλάω πάνω του
και αυτός μου ψιθυρίζει.
Άλλες φορές, κατηφορίζω με
ένα μαχαίρι διάφανο προς την άβυσσο
και σκορπίζομαι
μέσα στη δίψα του πόνου.
Ίσως να μη μου συνέβαιναν αυτά
αν ήμουν μόνο νερό.
Μα σου λέω,
έγινα θάλασσα πια.


ΠΥΡ

Χλωμά κορμιά που η δυστυχία δεν τʼ αγγίζει.
Φοβάται αυτή τη μισότρελη έκφραση.
Φοβάται αυτούς που απαγγέλουν στα πεζοδρόμια.
Φοβάται όσους κατεβάζουν τον ήλιο για να ζεσταθούν.
Δυστυχία είπα; Είναι τόσο δειλή,
τους αφήνει να γελάνε μέχρι δακρύων μα
δεν τους αγγίζει.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Δεν έχω άλλη πίστη.
Τα μάτια μου σπινθηρίζουν
σε κόγχες κεραυνού.
Δεν τολμώ να έρθω
σε καμία συνεύλευση.
Μόνο σε ματωμένα
τοπία συναναστροφής.
Οι νεκροί θα μιλήσουν
για όλα, αφού εσύ ζεις.
Σε ξεγέλασα,
μίλησα υποτιμητικά
για τον πόνο,
αλλά νύχτωνε και
το φεγγάρι άνοιγε
σαν πόρτα
καταπακτής.

ΕΥΤΥΧΕΙΣ ΕΡΑΣΤΕΣ

Τώρα δε φοβάμαι πιά την αστάθεια σου

η θλίψη μου δάμασε τις άγριες απειλές

του φευγιού σου

σʼ αυτήν όρκισα τα δάχτυλα μου

να μη σε γυρέψουν

στον ύπνο μου μόνο θα σε βλέπω

με αχτένιστα μαλλιά

να χαμογελάς και θα ξημερώνει

κι όταν ξεστρατήσεις σε απόμερους τόπους

με μια άβυσσο στους ώμους

θα αφήσω ελεύθερο και τον τελευταίο πόνο

αυτόν που έκρυψα καλά

στην καινούργια μέρα.