«ΜΠΟΓΚΟΤΑ»
Κανείς δεν θα μιλήσει.
Θα περπατήσουν σκυφτοί,
Κρατώντας κάτι αδύναμους φανούς,
Θα σκορπίσουν ύστερα,
Καθώς συμβαίνει με τους φίλους
Και τους λαούς μια κάποια εποχή.
Κανείς δεν θα μιλήσει.
Θα γείρουν και θα κοιμηθούν
Κάτω από στέγαστρα,
Γυμνοί, μυστικοί,
Όπως οι πιο πολύτιμες
Από τις πέτρες
Στα κρανία σκοτωμένων δράκων.
Κανείς δεν θα μιλήσει.
Θα τραβήξουν ίσια
Κατά τα χωράφια,
Θα περάσουν εμπρός από τα σπίτια
Των σκοτωμένων φίλων,
Οι πιο επιδέξιοι
Θα αναλάβουν να στήσουν σκαλωσιές
Στο βάθος του ορίζοντα.
Κανείς δεν θα μιλήσει.
Εκείνοι που είναι επιβιβασμένοι
Στις άμαξες,
Ξαφνικά θα γίνουν με βεβαιότητα
Άρματα παλιών ήλιων,
Θα ορμήσουν προς
Τις πάνω θάλασσες.
Έπειτα από χρόνια,
Όσοι κατορθώσουν να επιβιώσουν
Από τις θυσίες και τις βροχές,
Ακίνητοι
Θα θυμούνται την πορεία,
Τα παράξενα τραγούδια,
Τα πτώματα των ήλιων,
Γυμνά,
Σαν κρανία πουλίσια.
Όσοι λοιπόν,
Κατορθώσουν,
Δεν θα μιλούν,
Γιατί τώρα είναι αργά
Για εκείνο το καθήκον
Που έρχεται πάντα πριν
Από την αγάπη.
Κάποτε, όμως,
Έστω και αργά,
Θα αναγκαστούν
Να ομολογήσουν,
Να δεχτούν τις καταδίκες,
Την ποινή του θανάτου.
Συγκεντρωμένοι στα μεγάλα τολ
Της επαρχίας,
Μες στη διαπασών της σιωπής
Κάποιοι από εκείνους,
Θα παραδεχτούν
Πως έπρεπε να είχαν μιλήσει.
Τώρα είναι αργά.
Παντού νεκροί κόνδορες,
Παντού παράξενα σώματα
Με δόντια αρουραίου και φτερά γύπα.
Κανείς δεν μίλησε.
Τώρα κάποιος γράφει
πάνω σε ένα τύμπανο,
Τα παιδιά γυροφέρνουν στις σκεπές,
Σπαράζοντας
Και τα μεγάλα φορτηγά
Με το βαμβάκι,
Τα υπολείμματα του βουλκανισμού
Τραβούν κατά την εύφορη πεδιάδα
Της Μπογκοτά
Στις αποστάσεις σβήνουν
Οι ήχοι των τραγουδιών
και
Των ασυρμάτων.
«ΦΩΤΑΓΩΓΟΙ»
Κρεμόταν ψηλά, σχεδόν έφτανε τις φωλιές των πιο σπάνιων πουλιών. Τα ράμφη τους ήταν σκληρά, θυμάται που κατέκοβαν το πρόσωπό της, έσκαβαν μες στα μάτια της, άνοιγαν τεράστιες πληγές, από εκεί έτρεχε η λύπη σαν αίμα, πιο μέσα όλες οι νύχτες των ανθρώπων. Σπάραζε εκείνη, χτυπιόταν, όπως τα θηράματα στις παγίδες των δρυμών. Έπειτα σωριάστηκε στο χώμα, τα μέλη της ήταν σπασμένα, το σώμα της δεν είχε πια καμία σχέση με τις συνηθισμένες γεωμετρίες. Απέμεινε ακίνητη. Θυμόταν σαν λάμψεις τις οδύνες παλιών πρωινών. Τα μηχανήματα του σοκ, οι ηλεκτρικές εκκενώσεις, η συμμόρφωση, ύστερα οι αργές, αυστηρές περιφορές στο προαύλιο μαζί με τους άλλους. Ήταν όλα παιδιά, θυμάται. Κάθε μέρα εκείνος ο κύκλος μικρότερος, πάντα μια ρωγμή στο δέσιμο του κύκλου, μια λεπτομέρεια ανεπαίσθητη, όπως η απώλεια ενός προσώπου. Οι μελλοντικοί νεκροί, κραυγές στους θαλάμους, κραυγές να χτυπούν στο φέρετρο της οροφής, να επανέρχονται οι αντίλαλοι των φόβων, κραυγές κρεμασμένες από τα παράθυρα, μαζί με τα ρούχα και δυο λωρίδες που όσοι είχαν ακόμα αντοχή διατηρούσαν μια μνήμη, πως ετούτες λέγονταν χέρια και ήταν φτιαγμένα για να κρατούν και να αγκαλιάζουν και να σκοτώνουν ή να σκοτώνονται. Έκανε να κινηθεί, ένιωσε ένα τεντωμένο σύρμα να την ορίζει, την ανάγκαζε να κρατά το στόμα της ορθάνοιχτο, σαν το απομεινάρι μιας αρχαίας φωνής. Ερχόταν η βροχή χαρούμενη, σαν μια παρέα παιδιών που μιλούν και γελούν και αγαπιούνται και είναι η θέλησή τους μονάχα παθητική και ωραία. Και εκείνη έκανε να κινηθεί μα ήταν όλα της τα μέλη χαμένα, καθώς εκείνες οι κεφαλές στις ανώτερες επιφάνειες των χωμάτων που επιζούν έτσι, δίχως το σώμα τους, και όλο κοιτούν μα εδώ και αμέτρητες εποχές έχουν τόσες πέτρες στα μάτια, στα στόματα και τα χείλη τους είναι σφιχτά, όπως των θυμωμένων ή εκείνων που πρόκειται κάποτε να κλάψουν.
Σύρθηκε, μα έπαψε όταν είδε που έφταναν εκείνοι από τα μέρη της λάσπης και κράδαιναν σπαθιά και θέριζαν τις σκαλωσιές του ορίζοντα και έπεφταν φεγγάρια πανσέληνα, ήλιοι, άνεμοι, εποχές, όλα ρημάζονταν και πίσω πια δεν φαινόταν τίποτα μονάχα βουή ακουγόταν και όλοι οι νικημένοι αποσύρονταν μες στα μικρά μονοπάτια και ύστερα γίνονταν δέντρα με φυλλώματα και μυριάδες χέρια, άλλα υψωμένα σε προσευχή, άλλα φορτωμένα με χυμούς και χρόνια, ονόματα ερώτων ανεκπλήρωτων.
Ακούστηκαν τουφεκιές, πέρα στο ξέφωτο, εκεί που απλώνονταν τα χωράφια και οι εναπομείναντες δρόμοι. Σκέφτηκε να πέσει και να πεθάνει, όπως κάνουν εκείνοι που έπειτα από χρόνια χάνουν κάτι πολύτιμο και ολοκληρώνονται έτσι τραγικά, όλες οι έννοιες και τα πράγματα. Μα άκουσε κάποιους που είχαν σωθεί και μπορούσαν ακόμη να λένε, πως με μια τέτοια πράξη θα συληθεί η ομορφιά του θανάτου και το μετάνιωσε τότε και έκλαψε πικρά με σκυμμένο το κεφάλι και από τους φωταγωγούς έφταναν οι φωνές των ζευγαριών και λίγο φως. Ήταν ιδρωμένη και έκλαιγε γιατί τόσα χρόνια έρπει στους τοίχους, περπατά τόσα χρόνια σκυφτή, σαν φοβισμένη, κάτω από δέντρα και φυτά με πλεγμένα βλαστάρια και φυλάγεται με επιμέλεια από την τάξη εκείνη των στρατιωτών που κρατούν τις δάδες στα χέρια τους σφιχτά. Τώρα είναι λοιπόν έτοιμη. Να επιβιώσει παρά την ετυμηγορία, παρά την καταδίκη επί ποινή θανάτου. Να επιβιώσει, καθώς εκείνοι που επέζησαν των θρυλικών κατακλυσμών.
Άκουσε τα πρώτα πουλιά της μέρας, τα πρώτα τροχοφόρα, κάτι βαριά φορτηγά με τη μουσική στη διαπασών. Βγήκε στο δρόμο. Και ήταν όλα τακτικά, όπως τα δέντρα στο πλάι των λεωφόρων. Τίποτα, λοιπόν, δεν προμήνυε τις γενιές που κατέφταναν μέσα από τις μήτρες των ανθρώπων και επρόκειτο να διδαχθούν σε όλο της το εύρος, τη φιλοσοφία των θηρίων, τις πρακτικές της επαχθούς εμπορίας του μέλλοντος. Τίποτα. Μήτε τα σημάδια του ήλιου, ή οι ξαφνικές εξάρσεις των ασυρμάτων. Άκουσε για τελευταία φορά μες στην πολιτεία την υπέροχη κραυγή των παγονιών.











Άσχετο , και συγνώμη στην ανάρτηση:
Θα μου πει κάποιος τον τόπο της εκδήλωσης ?
Και εάν πρόκειται για το ίδιο το λύκειο 52ο ΓΕΛ
οδό και αριθμό παρακαλώ .
Ευχαριστώ