Leopoldo Marechal (Argentina, 1900 – 1970), «Άσμα από άλλες ζωές» (μετφρ.- επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)
5Ιου
`
Σιωπή,
αίμα από σήμαντρα νεκρά.
Κλαυθμός αδειανών σπιτιών
που εκλιπαρούν για μια επιστροφή μικρών παιδιών….
Εγώ ξέρω ένα άσμα ανώνυμο
που δίνει καρπούς μες τη σιωπή.
Ένα από κείνα άσματα που σφαλίζανε τα βλέφαρα σου
όταν η λάμπα άνθιζε
στα σκιερά, μουλιασμένα δώματα .
Και τότε φανήκανε δάχτυλα στο χρώμα του ρολογιού
και μια ευωδιά θρήνων παλιών στα πολυκαιρισμένα τα ρούχα.
(Πρέπει κανείς να πετάει μουσικά χαλίκια
στης σιωπής τον βυθό:
η σιωπή αποκρίνεται με φωνή πεθαμένου νερού)
Τα χέρια σου!
Βλέπω τα χέρια σου σχισμένα
σε πέντε λωρίδες εξάντλησης.
Σε ποιο παλιό επεισόδιο ξοδεύτηκαν τα δάχτυλα σου;
Ένα ελαφρύ κουδουνάκι στα ρούχα σου υπήρξε η ζωή.
Και το παιχνιδάκι που ΄ναι ο κόσμος το έριξες να στριφογυρνά
δεν ξέρω κι εγώ σε ποιο πρωινό εικονογραφημένου βιβλίου!
Το αδειανό κανάτι των ματιών σου
έχει δαγκώσει την πηγή κάποιου ήλιου στα σπάργανα….
Τα πάντα είναι μέσα στη σιωπή
και στην καταπόνηση των χεριών σου.
Ένα πρωί τα μάτια σου, μάτια Σεβάχ, καμάκωσαν τον ήλιο.
Σε ξύλο βαθύ
σκάλισες την διακοσμητική φιγούρα ενός πλοίου φαντάσματος:
μια φιγούρα απολιθωμένων χειρονομιών
που δάγκασε τη φρουτώδη σάρκα εκείνης της ανώνυμης μέρας.
Τότε μια δίχως θρύλους θάλασσα
μίλησε για την καταγωγή σου σε θεούς σφουγγαρόχρωμους.
Και ο αγέρας δεν είχε ποδοπατήσει όλες τις αποστάσεις.
Ο αγέρας παιδάκι έσπασε το παιχνίδι των ασμάτων σου
κι έκανε τους πειρατές του φόβου σου
να χορεύουν στις κρεμάλες τους…
Ποιος είπε κάποια νύχτα πως ο θάνατος
ήτανε μονάχα μια ταπετσαρία του ύπνου!














