Ανθολόγηση ποίησης του
Poemas de Alberto Caeiro
I
Ευτυχείς αυτοί πού δε συλλογιούνται,
γιατί η ζωή είναι γενιά τους
και απλόχερο καταφύγιο!
Ευτυχείς αυτοί πού πράττουν
όπως το ζώο πού έχουν μέσα τους!
Καλύτερα, από παιδιά,
να έχεις απλά πίστη,
πού σημαίνει
να μη ξέρεις ποιος είσαι
ή τι θέλεις.
Ευτυχείς αυτοί
πού δεν σκέφτονται,
γιατί είναι όντα,
και όντα σημαίνει να πιάνεις
ένα χώρο
και την συνείδηση να ακουμπάς
σε ένα μοιράδι.
`
ΙΙ
Τα έσπασα με τον ήλιο και ταʼ αστέρια.
Αφήνω τον κόσμο να φύγει.
Πήγα μακριά και πλέρια με ένα γυλιό
πράματα πού ξέρω.
Έκανα το ταξίδι, ψώνισα τα άχρηστα,
βρήκα το ακαθόριστο,
κι η καρδιά μου είναι ίδια αυτό πού ήταν:
ουρανός και έρημος.
Απότυχα σʼ αυτό πού ήμουν,
σʼ αυτό πού ήθελα,
σʼ αυτό πού ανακάλυψα.
Ψυχή δεν μού απόμεινε
για νʼ αψηλώσει το φώς
ή το σκοτάδι να πυκνώσει.
Δεν είμαι τίποτα παρά μια ναυτία, μια οπτασία,
τίποτα παρά μια πεθυμιά.
Είμαι κάτι πολύ μακρυσμένο,
και συνεχίζω να φεύγω
ίσα γιατί το εγώ μου
νοιώθει τόσο οικεία και τόσο γήϊνα,
κολλημένο σαν ρόχαλο
σʼ ένα αρμό του κόσμου.
`
ΙΙΙ
Διάβασα κανά-δυό λέξεις
του βιβλίου
ποιητή μυστικιστή
και γέλασα σαν κάποιον
πού έχει κλάψει πολύ.
Οι μυστικιστές ποιητές
είναι φιλόσοφοι αρρωστημένοι
και οι φιλόσοφοι άνθρωποι σαλεμένοι.
Γιατί οι μυστικιστές ποιητές λένε
ότι τα λουλούδια αισθάνονται
κιʼ ότι οι πέτρες έχουν ψυχή
κιʼ ότι τα ποτάμια εκστασιάζονται
κάτω απʼ το φεγγάρι.
Αλλά αν αισθάνονταν
τα λουλούδια δε θα ʽταν λουλούδια
θα ήταν πρόσωπα˙
Κιʼ αν οι πέτρες είχαν ψυχή,
θα ήταν πράγματα ζωντανά,
δεν θά ʼταν πέτρες˙
Κιʼ αν τα ποτάμια εκστασιάζονταν κάτω
από το φεγγάρι
τα ποτάμια θα ήταν
κάποιοι κρονόληροι.
Σίγουρα να μη ξέρεις πρέπει
τι είναι τα λουλούδια
και οι πέτρες και τα ποτάμια
μιλώντας για τα αισθήματα σου.
Το να μιλάς για την ψυχή της πέτρας
του λουλουδιού και του ποταμιού
είναι το να μιλάς
για σένα τον ίδιο
και τούς σφαλερούς συλλογισμούς σου.
Δόξα τον Θεό πού οι πέτρες
είναι μόνο πέτρες
και τα ποτάμια δεν είναι παρά ποτάμια
και τα λουλούδια μόλις λουλούδια.
Όσο για μένα γράφω τα κείμενα
των στίχων μου
και είμαι ευχαριστημένος
γιατί ξέρω και καταλαβαίνω
την φυσικότητα από τα έξω˙
και δεν τη ξέρω από τα μέσα
γιατί η φυσικότητα εσωτερικό δεν έχει˙
αλλιώς δεν θα ʼτανε φυσικότητα.
`
ΙV
Αν θέλουνε να πιάνομαι με τον μυστικισμό,
εντάξει: τον έχω
Είμαι μυστικιστής αλλά μόνο με το σώμα.
Η ψυχή μου είναι απλή και δε σκέφτεται.
Ο μυστικισμός μου είναι
το να μη θέλω να γνωρίζω.
Να ζω και να μην τον σκέφτομαι.
Δε ξέρω τι είναι η φυσικότητα: Την τραγουδάω.
Ζω στη κορυφή ενός γήλοφου
σε ένα μοναχικό ασβεστωμένο σπίτι
και αυτός είναι ο ορισμός μου.
`
V
Υπάρχει αρκετή μεταφυσική
στο τίποτα να μη σκέφτεσαι.
Τι σκέφτομαι για τον κόσμο;
Να ήξερα τι σκέφτομαι για τον κόσμο!
Αν δεν ήμουνα στα καλά μου
θα τόνε σκεφτόμουνα.
Τι ιδέα έχω για τα πράγματα;
Τι γνώμη έχω για αιτίες και αποτελέσματα;
Τι διαλογίστηκα για Θεό και ψυχή
και την δημιουργία του κόσμου;
Δεν ξέρω. Για μένα οι σκέψεις γιʼ αυτά
είναι να κλείνω τα μάτια και να μη σκέφτομαι.
Είναι να τραβώ τις κουρτίνες
του παραθύρου μου (αν και δεν έχει κουρτίνες).
Το μυστήριο των πραγμάτων;
Να ήξερα τι είναι μυστήριο!
Το μόνο μυστήριο είναι
ότι υπάρχει κάποιος
πού σκέφτεται το μυστήριο.
Αυτός πού στέκεται στον ήλιο
και κλείνει τα μάτια
αρχίζει να μην καταλαβαίνει
το φώς τι είναι
και να σκέφτεται πράγματα
στην πλησμονή της κάψας.
Ανοίγει τα μάτια και βλέπει τον ήλιο
και να σκεφτεί πλέον
τίποτα δεν μπορεί
γιατί το φώς του ήλιου
αξίζει πιότερο από τις σκέψεις
όλων των φιλόσοφων
και όλων των ποιητών.
Το φώς του ήλιου
δεν ξέρει αυτό πού κάνει
και γιʼ αυτό δε σφάλλει
όντας ωραίο και απλό.
Μεταφυσική;
Τι μεταφυσική έχουν εκείνα τα δέντρα;
Αυτή του να είναι πράσινα και θαλερά
του να έχουνε κλαδιά
και να δίνουνε φρούτα στην εποχή τους
πού δεν μας κάνει να σκεφτόμαστε
ότι δεν ξέρουμε να τα ανταποδώσουμε.
Ωστόσο ποια καλύτερη μεταφυσική
από τη δική τους
πού είναι το να μη ξέρουν
γιατί ζουν
ούτε το να ξέρουν
ότι δεν το ξέρουν;
«Εσωτερική συγκρότηση των πραγμάτων»…
«Εσωτερικό νόημα του σύμπαντος»…
Όλα σφαλερά πού τίποτα
δε θέλουνε να πουν.
Απίστευτο πού μπορεί
να σκέφτεσαι για τέτοια πράγματα.
Είναι σα να σκέφτεσαι
για αιτίες και σκοπούς
όταν χαράζει η αυγή
και μέσα από τα φυλλώματα
ένα ʼχλιό χρυσαφί
διαλύει το σκοτάδι.
Το να σκέφτεσαι
το εσωτερικό νόημα των πραγμάτων
είναι παραπανίσιο,
όπως το να σκέφτεσαι την υγεία
ή το να πίνεις με ένα ποτήρι
από το νερό μιας πηγής.
Το μόνο εσωτερικό νόημα των πραγμάτων
είναι ότι δεν έχουνε κανένα
εσωτερικό νόημα.
Δεν πιστεύω σε Θεό
γιατί ποτές δεν τον είδα.
Αν ήθελε να τόνε πιστεύω
θα ερχότανε το δίχως άλλο
να μού μιλήσει
και θα ʽμπαινε μέσα από τη πόρτα μου
λέγοντας μου: Είμαι εδώ!
(Ίσως είναι γελοίο στʼ αυτιά εκείνου
πού μη ξέροντας τι είναι να κοιτάς
ίσια τα πράγματα
δεν καταλαβαίνει αυτόν
πού μιλάει γιʼ αυτά
με τον τρόπο της έκφρασης
πού η όψη τους παραπέμπει).
Όμως αν ο Θεός, είναι τα λουλούδια
και τα δέντρα και τα βουνά
κιʼ ο ήλιος και το φεγγάρι,
τότε τόνε πιστεύω,
τότε τόνε πιστεύω
για κάθε λεπτό
κιʼ όλη μου η ζωή
είναι προσευχή και λειτουργία
και ευχαριστία με τα μάτια
και από τα αυτιά.
Αλλά αν ο Θεός είναι
τα λουλούδια
και τα δέντρα και τα βουνά
κιʼ ο ήλιος και το φεγγάρι,
γιατί τον λέμε Θεό;
Τον λέω
λουλούδια
και δέντρα και βουνά
και ήλιο και φεγγάρι˙
Γιατί αν ήτανε καμωμένος
για να τον έβλεπα
λουλούδια
και δέντρα και βουνά
και ήλιο και φεγγάρι,
αν μού εμφανιζότανε
λουλούδια
και δέντρα και βουνά
και ήλιος και φεγγάρι,
είναι γιατί θα ήθελε
να τόνε ξέρω
για λουλούδια
και δέντρα και βουνά
και ήλιο και φεγγάρι.
Γιʼ αυτό και τον υπακούω
(Τι περισσότερο ξέρω εγώ για τον Θεό
απʼ ότι ο Θεός για τον εαυτό του;)
τον υπακούω ζώντας, αυθόρμητα,
σαν κάποιος πού ανοίγει τα μάτια
και βλέπει,
και τόνε λέω λουλούδια
και δέντρα και βουνά
και ήλιο και φεγγάρι
και τον αγαπάω
χωρίς να τον σκέφτομαι
και τόνε σκέφτομαι
βλέποντας και ακούγοντας
και βαδίζω πάντοτε
δίπλα του.
`
VI
Μπαίνω μέσα και κλείνω το παράθυρο.
Μού φέρνουν το κηροπήγιο
και μού λένε καληνύχτα.
Και η φωνή μου αναγαλλιάζει στην καληνύχτα.
Μακάρι η ζωή μου
να ήταν πάντα τούτο:
η μέρα γεμάτη ήλιο,
ή μιας απαλής βροχής,
ή κατακλυσμική
σαν να τελεύει ο κόσμος,
το βράδυ γλυκό
και τα ασκέρια πού περνούν
να κοιτάνε με περιέργεια
το παράθυρο,
η τελευταία μειλίχια ματιά
στη γαλήνη των δέντρων
και μετά,
με κλεισμένο το παράθυρο
και το κερί σβηστό,
χωρίς τίποτα να διαβάζω
χωρίς τίποτα να σκεφτώ,
χωρίς ύπνο,
να νοιώθω τη ζωή
να κυλάει μέσα μου
όπως ένα ποτάμι στην κοίτη του,
και εκεί έξω
μια μεγάλη σιωπή
σαν ένας θεός πού κοιμάται.
`
VII
MENSAGEM
FERNÃO DE MAGALHÃES
Στη κοιλάδα καίει μια φωτιά.
Ένας χορός κλονίζει ολάκερη τη γη.
Και σκιές τσακισμένες και δύσμορφες
διαβαίνουν μέσα σε μαύρες ανακλάσεις της
ροβολώντας τις πλαγιές
για να χαθούν στο σκοτάδι.
Ποιού ο χορός τη νύχτα τρομάζει;
Είναι οι Τιτάνες, τα παιδιά της Γής,
πού χορεύουν στο χορό
του ναυτικού
πού θέλουν να σφίξουν
με μητρική αγκάλη
– Σφίξτε τον, τον πρώτο των αντρών –
στα μάκρη της ακρογιαλιάς πού τελικά ετάφη.
Χορεύουν και ούτε πού ξέρουν
ότι η γενναία ψυχή
από τον κάτω κόσμο ακόμα
διαφεντεύει την αρμάδα
καρπός χωρίς σώμα
πού τα πλοία πηδαλιουχεί
ίσαμε το βάθος του ορίζοντα:
Πού και λείποντας ακόμα
ήξερε να κρατά ολάκερη τη γη
στην πυγμή του.
Τη γη εμάστιζε.
Αλλά αυτοί δεν το ξέρουν και χορεύουν
στην αλησμονιά˙
Και σκιές τσακισμένες και δύσμορφες
πού πάνε να χαθούν στους ορίζοντες
ανεβαίνουν την κοιλάδα
από τις πλαγιές
των βουβών λόφων.
`
VIII
HORIZONTE
Θάλασσα πού μας προεξόφλησες,
οι φόβοι σου έκρυβαν
κοράλλια, ακρογιαλιές και δενδρώνες.
Ξεγυμνωμένοι από τη νύχτα
και την ομίχλη
από θύελλες περασμένες και το μυστήριο
τα πλοία των μυημένων
είδαν τα μάκρη νʼ ανοίγουν τα πέταλα
και τον Νότο τον αστρόφωτο
να μαρμαρυγεί.
Λιτή γραμμή της μακρινής ακτής –
Όταν το πλοίο πλησιάζει
μια πλαγιά ξεπροβάλλει
με δέντρα πού μακράν
ήταν αόρατα˙
Από κοντά ανοίγεται η στεριά
σε ήχους και χρώματα:
Και με το ξέμπαρκο
είναι λουλούδια και πουλιά
εκεί πού απόμακρα
ήταν μόνο γραμμή αφηρημένη.
Το όνειρο είναι
να βλέπεις φόρμες ανείδωτες
ακαθόριστης απόστασης
και με τη διαίσθηση
πού κινούν ελπίδα και θέληση
να ψάχνεις στην ψυχρή γραμμή
του ορίζοντα
το δέντρο, την ακρογιαλιά,
το λουλούδι, το πουλί, την πηγή –
Τα φιλιά πού αξίζουν της αλήθειας.
`
IX
ULISSES
Ο μύθος είναι το τίποτα πού είναι το παν.
Ο ίδιος ο ήλιος πού στον ουρανό χαράζει
είναι μύθος λαμπρός και άφωνος –
Το νεκρό σώμα του Θεού
ασπαίρον και γυμνό.
Αυτός πού άραξε εδώ
γιατί δεν ήταν, άρχισε να υπάρχει.
Δίχως να υπάρχει μας εχόρτασε.
Χωρίς να έχει έρθει ποτέ
ήταν ερχόμενος και μας έπλασε.
Έτσι ο μύθος σιγά
τρυπώνει στα πράγματα
τα μεστώνει και εκλείπει.
Η ζωή από κάτω,
μισό του ουδενός
μικραίνει.
`
X
(Από την ανθολόγηση: Poesie di Fernando Pessoa)
HORA MORTA
Αργή, αργή η ώρα
μέσα μου αντηχεί…
Αργή, αργή, αργή
αργή και νυσταλέα
η ώρα διαλύεται….
Όλα τόσο άχρηστα!
σαν θνησιγενή από θεού
μάταια – τόσο μάταια…
Ένα όνειρο πού νοιώθει
ότι υπάρχει ερήμην του…
Ναυάγιο το δειλινό
ώρα της pietà…
όλα αχλύ και συμβεβηκός….
Ώρα κενή και χαμένη
βιωμένη και αποτεφρωμένη
(ποιο βράδυ με κατέχει;).
Γιατί αργός απέναντι της,
τόσο αργή στο κάλεσμα της,
να αισθάνομαι την αγνόηση;
Γιατί με παγώνει
η ίδια η σκέψη
ότι ονειρεύομαι ένα έρωτα;
`
XI
PASSOS DA CRUZ
Μια βεράντα σωριασμένη
είναι η καρδιά μου
πού βλέπει προς τη θάλασσα
βουλιμικά.
Βλέπω με την ψυχή μου να περνούν
αναρίπιστα πανιά
και το καθένα το νόστο
το δικό του.
Ένα ρίγος σκιές και ψίθυροι
στην ατόφια ερημιά του αέρα
ανακαλεί αστέρια της νύχτας
μακρινού στερεώματος
κιʼ η βεράντα φευγάτη…
Κιʼ ανάμεσα σε φοινικιές
των Αντιλλών
πού καθρεφτίζονται
μέσα από παραπετάσματα
αμέθυστων
τα όνειρα δαχτυλοκρύβονται.
Λειψό το ηδύ
για να γεμίσει το αχανές
ανάμεσα στα τρόπαια
πού στήθηκαν
για ένα θρίαμβο παταγώδη
και διαπεραστικό.
ΧΙΙ
`
A MUMIA
Ποιανού είναι το βλέμμα
πού βλέπει με τα μάτια μου;
Όταν σκέφτομαι ότι κοιτάω,
ποιος συνεχίζει να βλέπει
ενώ εγώ σκέφτομαι;
Από ποιους δρόμους προχωρούν
όχι τα θλιβερά βήματα μου,
αλλά η πραγματικότητα
βαδίζοντας μαζί μου;
Κάποιες φορές
στο ημίφως του δωματίου μου,
όταν εγώ ο ίδιος
ίσαμε το βάθος της ψυχής μου
μόλις πού υπάρχω,
μέσα μου παίρνει
το Σύμπαν
ένα νόημα άλλο:
είναι μια κηλίδα ξεθωριασμένη
του να έχω ο ίδιος συνείδηση
της ιδέας μου για τα πράγματα.
Αν ανάψουν τα κεριά
και δεν υπάρχει μόνο
το φως το λιγνεμένο έξω –
δεν ξέρω ποια λάμπα
του δρόμου είναι αναμμένη –
θα ʼχω τον σκοτεινό πόθο
Ζωή και Σύμπαν
τίποτα άλλο να μη κατέχουν
παρά τούτη τη ζοφερή στιγμή
πού τώρα είναι η ζωή μου:
Μια ροή ενεστώσα
ενός ποταμού
πού πάντοτε ρέει
αλησμονώντας του.
Χώρος αινιγματικός
ανάμεσα σε έρημους τόπους
πού το νόημα του είναι ουδέν
και χωρίς τίποτα να είναι για τίποτα.
Και έτσι περνάει η ώρα
μεταφυσικά.
`
**************************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ο Φερνάντο Πεσσόα, ο μεγάλος της λουζιτανικής λογοτεχνίας, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Επέλεξα να ανθολογήσω και να μεταφράσω 12 ποιήματα του εκ των οποίων τα πρώτα έξη προέρχονται (σε μετάφραση από το πρωτότυπο στα πορτογαλικά) από την συλλογή του Poemas de Alberto Caeiro, τα επόμενα τρία (επίσης σε μετάφραση από τα πορτογαλικά) από το βιβλίο του Mensagem, και τα άλλα τρία από την δίγλωσση (πορτογαλικά-ιταλικά) ανθολόγηση Poesie di Fernando Pessoa (cura di A. Tabacchi e M. J. de Lancastre, Ed. Adelphi, Milano 2013).
Ένα κριτήριο στην επιλογή μου ήταν η αναδυόμενη από την ποίηση του φιλοσοφική στάση του Πεσσόα στην οποία, ασχολούμενος ο ίδιος εκτεταμένα με την φαινομενολογική φιλοσοφία, μπόρεσα να διακρίνω σαφείς φαινομενολογικές επιρροές στην θεώρηση των πραγμάτων και του κόσμου κάτι το οποίο δεν νομίζω ότι έχει επισημανθεί από τους μελετητές του. Εξ άλλου, μην ξεχνάμε, ο Πεσσόα ήταν ένας μεγάλος λογοτέχνης αλλά και ένας εμβριθής διανοούμενος.
Πάτρα, 2/5/2017











εξαιρετικη επιλογη