`

Castilla

Εσύ μʼ ανεβάζεις ψηλά γη της Καστίγια
μέσα στη ζαρωμένη του χεριού σου παλάμη,
στον ουρανό που σε πυρώνει και σε δροσίζει,
στον ουρανό, που κύρης σου είναι.

Γη νευρώδης, καθάρια, κατάστεγνη,
μάνα από χέρια και από καρδιές ,
παλιά χρώματα το παρόν μέσα σου παίρνει
μιας ευγενούς εποχής που ʽχει παρέλθει.

Με το θολωτό τʼ ουρανού σου λιβάδι
συνορεύουν οι γύρω γυμνές πεδιάδες,
σε σένα έχει λίκνο ο ήλιος και μνήμα σε σένα
και σε σένα προσκύνημα.

Είναι μια κορυφή η καμπύλη σου έκταση όλη
κι εντός σου νιώθω να ʽμαι ψηλά στα ουράνια
κορφής αέρας είναι αυτός που αναπνέει
εδώ, μέσα στα χέρσα σου μέρη.

Βωμέ απέραντε , γη της Καστίγια
στον αέρα ετούτο τα άσματα μου θʼ αφήσω
και άμα σου πρέπουν θα κατεβούνε στον κόσμο
από ένα ύψος μεγάλο πολύ.

`
*

ΣΤΟΝ ΓΥΠΑ ΜΟΥ

Το αδηφάγο ετούτο όρνιο με φρικαλέα φρύδια σμιχτά
που μανιασμένο σπαράζει τα σπλάχνα μου
και είναι ο μόνος μου κι ακλόνητος σύντροφος
με ράμφος γαμψό τους καημούς μου οργώνει.

Την μέρα κείνη που θα του λάχει, την τελευταία γουλιά,
απʼ το μπλαβό μου το αίμα να εξαφανίσει, θέλω
να με αφήσετε μόνο μαζί του, τελείως μόνο
για μια στιγμή, ανάμεσα μας κανένας μην μπει.

Θέλω λοιπόν, θρίαμβο κάνοντας της ψυχής μου τη δύση,
ενώ ό,τι μου απέμεινε θα καταπίνει
στα μάτια του μέσα να αιφνιδιάσω , του ζόφου

το βλέμμα καθώς θα κοιτώ ποια τον προσμένει τύχη
χωρίς τούτο το θήραμα που απόλαυση πρόσφερε
στην άγρια πείνα που δεν μερώνει ποτέ.