Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Chen Chen, “First Light”, (μτφρ-επίμετρο: Λευτέρης Βασιλόπουλος)

Πρώτο Φως

Μου αρέσει να λέω ότι φύγαμε με το πρώτο φως

καθώς ο ίδιος ο Πρόεδρος Μάο μας κυνηγούσε μέσα σʼ ένα περιπολικό,

ο πατέρας μου τον πολεμούσε με πυροτεχνήματα,

παρότι ο Μάο ήταν ήδη πάνω από μια δεκαετία

νεκρός, και η μητέρα μου λέει πως ό,τι έκανε ο πατέρας μου

κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης ήταν να διδάσκει μαθηματικά,

ενώ δεν είχε τα απαραίτητα προσόντα για να τα διδάξει, και κολυμπούσε και λιαζόταν

γύρω από το νησί Piano, ένα μέρος για το οποίο ποτέ δεν διαβάζω

στα αμερικάνικα βιβλία μου, ένα μέρος που όλοι στην οικογένεια

λένε ότι με πήγαν, και ότι το λάτρεψα.

Τι είναι αυτό, να μην θυμάσαι τίποτα, από αυτό που κάποτε αγάπησες;

Να έχεις ξεχάσει τα πρόσωπα που φίλησες για πρώτη φορά;

Με ρωτούν αν τους θυμάμαι, τις θείες, τους θείους,

κι εγώ λέω Ναι μου έρχονται στο νου, λέω Βεβαίως,

όταν θα έπρεπε να πω Όχι καθόλου, επειδή όταν τους είδα τελευταία φορά

ήμουν τριών, και η Κίνα των πρώτων μου τριών ετών

είναι κυρίως μια κατασκευή, η αχανής επινοημένη χώρα μου,

το όνειρό μου πριν να μάθω τη λέξη «όνειρο»,

οι ταινίες πολεμικών τεχνών του πατέρα μου συν μια ελάχιστη γεύση

ιστορίας. Μου αρέσει να λέω ότι φύγαμε με το πρώτο φως,

ήμασταν αναγκασμένοι, είχε αποκαλυφθεί ότι οι γονείς μου ήταν το διάσημο

ζευγάρι των Κουνγκ-Φου μαχητών του εγκλήματος στις Νότιες επαρχίες,

και η μαφία του Χονγκ Κονγκ ήταν στο κατόπι μας. Μου αρέσει να λέω

ότι μας βοήθησε ένας όμορφος μυστηριώδης Βόρειος,

που αποκαλύφθηκε ότι κι ο ίδιος ήταν ένας δάσκαλος του Κουνγκ-Φου.

Δεν μου αρέσει να λέω ότι δεν θυμάμαι να κλαίω.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Pier Paolo Pasolini, «Οι στάχτες του Γκράμσι», Οροπέδιο, 2016 (μετφρ: Ελένη Κοσμά)

1.

Δεν είναι του Μάη τέτοιος αέρας, ρυπαρός
που κάνει πιο σκοτεινό ακόμη
τον σκοτεινό ξένο κήπο: αυτός

που με τυφλές ξαστεριές τον θαμπώνει…
σαλιάρης, κιτρινωπός ο ουρανός απʼ τις σοφίτες
σκεπάζει τις καμπύλες του Τίβερη, ζυγώνει

στις σκουρογάλαζες του Λάτσιο βουνοκορφές.
Νεκρική στάζει μια ειρήνη, ψυχρή
και ξένη απʼ των γηραιών τοίχων τις οπές

ο Μάης. Εδώ ο κόσμος τελειώνει: σκληρή
η περασμένη δεκαετία∙ προβάλλει απʼ τα συντρίμμια
η άδολη ανάγκη της ζωής. Η σιωπή στείρα και υγρή.

Νέος, εσύ, σʼ εκείνου του Μάη τη ζέση, που η γύμνια
φώτιζε… τότε που το λάθος ήταν σημάδι ζωής
ακόμη, εσύ, με το λεπτό σου χέρι και διόλου ίδια

με τον πατέρα (λιγότερο άμυαλος και πιο υγιής)
σχεδίαζες το περίγραμμα της ιδεολογίας που ξυπνάει
(όχι, όμως, για εμάς •νεκρός εσύ, κι εμείς

νεκροί μαζί σου ∙στον υγρό ξένο κήπο δεν περνάει
κανείς) αυτή τη σιωπή. Δεν μπορείς παρά εξόριστος
να αράξεις στον τόπο αυτό: πατρικία η πλήξη σου μιλάει.

Μαραμένο και μόνο σε πλησιάζει (εσύ βουβός)
ένα χτύπημα αμονιού απʼ του Τεστάτσιο τα συνεργεία.
Δειλινό. Στα θλιβερά υπόστεγα τενεκεδόκουτα, χαμολαός,

παλιατσαρία. Ένα παιδί, μουρμουρίζοντας
του τόπου του μια γνωστή μελωδία,
κλείνει τη μέρα του. Ορίζοντας.

Τριγύρω σταματά να βρέχει.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Gustavo Adolfo Bécquer ( 1836-1870), Ποιήματα από το βιβλίο του «Rimas», (μετφρ.- επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)

`

I

Εγώ ξέρω έναν ύμνο ουρανομήκη, παράξενο
που στης ψυχής τα σκοτάδια μιαν αυγή αναγγέλει,
ετούτου του ύμνου οι σελίδες αυτές
ρυθμοί που ο αγέρας καταλύει στο ημίφως

Θα ήθελα εγώ να τον γράψω, τʼ ανθρώπου
μερώνοντας τη φειδωλή κι ανυπότακτη γλώσσα
με λέξεις που ήσαν για ένα φεγγάρι
στεναγμοί και γέλια , νότες και χρώματα.

Όμως εις μάτην παλεύω, δεν βρίσκονται λέξεις,
να τον συλλάβουνε, άξιες,  και μόλις- πανώρια!-
θα έχω τα χέρια σου στα χέρια μου μέσα
θα μπορούσα στʼ αυτί να στον πω κατά μόνας.

Διαβάστε περισσότερα

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Γιάννης Κουβαράς, Ποιήματα/Gedichte (μετφ. Dietmar Pickl und Jozej Strutz)

`

ΚΑΙΡΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ -ΚΑΙΡΟΙ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

…μετά το Άουσβιτς είναι αδύνατον να γραφεί
λυρική ποίηση
Τh.W. Adorno

Ντάλα κατακαλόκαιρο
σε λεωφορείο σαρδελοβάρελο
Ομόμοια-Λούτσα
μας τραμπάλιζε υπναλαίους
-το άλας είχε μωρανθεί
στις αλυκές της μασχάλης-

Γηραιά Κυρία Με τη γεωγραφία του πόνου
στο αριστοκρατικό της πρόσωπο
κρατώντας σφιχτά τη χειρολαβίδα
Αριθμός/τατουάζ ανεξάληπτος στο μπράτσο της

(λογότυπος απ΄το Μπούχεβαλντ ή το Νταχάου;)

-Έχετε γράψει τον αριθμό τηλεφώνου στο χέρι σας
για να μην το ξεχνάτε; Ρώτησε ανίδεο το αγοράκι
-Ναι, αγάπη μου, Τίποτα δεν πρέπει να ξεχνάμε

Γύρω το πλήθος ανυποψίαστο
μηρύκαζε τον καθημερινό του θάνατο

Κι ο ποιητής ανήμ-
πορος
που την κεφαλήν κλίναι
καθώς
ετοιμόρροπες οι λέξεις κυλούσαν στην άβυσ
σο άηχα
χωρίς να μπορούν να υποστηλώσουν
το άγραφο
λιπόθυμο
ποίημα-πύημα

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Rainer Maria Rilke, «Το βιβλίο της φτώχειας και του θανάτου» (μετφρ. Βασιλική Παπαγεωργίου), εκδ. Ίνδικτος, 2008


`

Φτωχοί δεν είναι·
μονάχα στερημένοι βασικών αγαθών
κι αφημένοι στην τύχη, δίχως δύναμη και δίχως θέληση.
Είναι σημαδεμένοι απ’ τη σφραγίδα μιας αγωνίας δίχως όνομα
γυμνωμένοι απ’ όλα, ακόμη κι απ’ το νόημα της φτώχειας τους.

Η σκόνη των πόλεων σηκώνεται ν αμαυρίσει τα πρόσωπά τους
κι όλος ο βόρβορος κολλάει πάνω τους.
Θα ξωκείλουν μια μέρα ακυβερνητοι σαν ξεβρασμένα ναυάγια·
προκαλούν το φόβο σαν τους πανουκλιασμένους
μα αν ο κόσμος αισθανόταν το βάρος της οδύνης
θα είχε σαν τους φτωχούς ροδοστέφανο στο μέτωπο.

Γιατοί οι φτωχοί έχουν την αγνότητα της πέτρας
και την αθωότητα του νιογέννητου τυφλού ζώου·
και μέσα στην πλέρια από σένα απλότητά τους
δεν ζητούν παρά να μείνουν φτωχοί όπως κι είναι στ’ αλήθεια…

Γιατί η φτώχεια είναι σαν μεγάλο φως στο βάθος της καρδιάς..

Εσύ είσαι ο φτωχός, ο γυμωμένος απ’ όλα,
είσαι η πέτρα που κυλά δίχως αναπαμό,
είσαι ο απεχθής λεπρός που όλοι αποστρέφονται
και που πλανιέται ολόγυρα απ’ τις πόλεις με τα κουδούνια του.

Μήτε καν σαν τον άνεμο δεν έχεις χώρο
κι η ομορφιά σου με κόπο κρύβει τη γύμνια σου
κι ακόμη και το ρούχο που τ’ορφανό βάζει τις καθημερινές
είναι λαμπρότερο, γιατί τουλάχιστον του ανήκει…

Είσαι φτωχός σαν την ανάγκη ενός μωρού να γεννηθεί
στα σπλάχνα μιας κόρης ντροπιασμένης που ‘ναι μάνα
και που σφίγγει την κοιλιά της τόσο που να πάει να πνίξει
την άλλη ζωή που φέρνει και σκιρτά μέσα της.

Είσαι φτωχός σαν ανοιξιάτικη βροχή
που σιγανά πέφτει στις στέγες μιας πόλης
και σαν τη μόνη λατρεμένη ευχή ενός φυλακισμένου
στα βάθη του κελιού του για πάντα έξω απ’ τον κόσμο.

Διαβάστε περισσότερα