Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης “Ποιείν”

Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Παύλος Μάτεσις (1933-2013), Ανθολογία στίχων

 

 

Από το δίσκο «Άκυρο», Συνθέτης: Λάκης Παπαδόπουλος, 1982

Στη Λαϊκή οδό Ασκληπιού

Στη Λαϊκή οδό Ασκληπιού
φιλοξενούμενη ενός κακοποιού
πέρασα χίλιες δέκα Κυριακές
μερικές μουντές όλες κακές

Κάπνιζα, χάριζα το κορμί μου
περίμενα ν’ αρχίσω τη ζωή μου
και ένα βράδυ στην Ασκληπιού
στο άντρο του γνωστού κακοποιού

Πλευρίζει μια βάρκα μ’ ένα σκύλο
τρομάζω μα δεν έχω ένα φίλο
για δες να μην το έχω επισημάνει
πως η Ασκληπιού ήταν λιμάνι

Και φωνάζει τ’ όνομά μου ο Βαρκάρης
αόμματος μουγγός και πενηντάρης
σκουντάει το κρεββάτι μου γλυκά
ξύπνα ήρθα για σένα ειδικά
έχεις τελειώσει εδώ κάτω πια

Και δραπετεύω από του κακοποιού
απ’ τη θαλάσσια οδό Ασκληπιού
πως πέρασα τόσες χιλιάδες Κυριακές
όλες μουντές όλες κακές

Τώρα με δυο ενθύμιά μου για περιουσία
γελώντας πάω για την αχερουσία

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Στέφανος Μπεκατώρος, Μικρό Ανθολόγιο (επιμέλεια: Σωτήρης Παστάκας)

Ελληνικός Χειμώνας

κι ο άξιος εύκολα μένει στʼ όνειρο
κι ο άξιος με γυμνό σώμα πολεμά το επίγειο κράτος
Ν.Δ. ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Σήμερα στάχτη ο ουρανός.

Σύννεφα καπνοί του πολέμου
κι εσύ σʼ αυτή την κάμαρη
της κρύας μοναξιάς
έρχεσαι
για νʼ ανοίξεις το παράθυρο
σʼ αυτό τον τόπο που ξεριζώνεται
από τον άνεμο της αδικίας.

Πώς νʼ αντέξεις.
Αιώνων βροχή
ακατάπαυτη από μοχθηρία
και ολιγόνοια γδέρνει τα κόκαλα
του άξιου
μα εκείνος
βλέποντας πάνω
μένει ακόμη
ορθός.

Πώς νʼ αντέξεις.
Στάχτη ο τόπος
παγωμένος ουρανός που διώχνει
τα παιδιά του Μια θυμωμένη
θάλασσα εκβράζοντας στην αμμουδιά
κουρέλια σκουπίδια σκοινιά
σάπιους καρπούς αδύναμα σανίδια.

[Στέφανος Μπεκατώρος [1947-2006], Οδός Κυδαθηναίων, Πλέθρον, 1991]

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Μάριος Μαρκίδης, Μικρό Ανθολόγιο (επιλογή & επίμετρο Ασημίνα Ξηρογιάννη)

*

Ο καθένας με την ομπρέλα του.
Ομως εγώ
δεν μπορώ
χωρίς
τη βροχή σου.

*

< <…μετράς μια μέρα το επί του συνόλου
και βλέπεις,τρομάζοντας,
πόση ζωή άφησες απ΄έξω…>>

*

Οιονεί ποίημα

Λαθρεμπόριο, γιατρέ μου, ιδεών
λαθρεμπόριο αισθημάτων.
Έκλεισα τα εξήντα κι είμαι παρών:
έτοιμος προς εκποίησιν των τραυμάτων.
Ξόδεψα τη νοσταλγία των ουρανών
βγήκα με ψευδώνυμο στο κυνήγι.
Διαπρεπής στοχαστής, σώφρων,
πλην όμως η πελατεία μου λίγη.

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Μπίλη Βέμη (1954-2012), Επιλογή από το έργο της (μετφρ. στα αγγλικά: Γιάννης Γκούμας)

 

Το πρώτο ποίημα είναι γραμμένο και αφιερωμένο στην Μπίλη Βέμη από τον Γιάννη Γκουμα

 

 

Μπίλη Βέμη (1954-2012)

 

Ο ήλιος έδυσε περίλυπος

πίσω από την ποίησή της.

Τα κύματα να ομοιοκαταληκτούν

αποκαρδιωμένα. Τα σύννεφα

λαμπύριζαν ελεγειακά.

Ο ουρανός σκοτείνιασε,

μελαγχόλησε, ελπίζοντας ότι

θα μπορέσουμε να υπομείνουμε

την ιδιορρυθμία του θανάτου.

Απώλεια, απώλεια που κρατάει

τη δάδα της φλεγόμενη.

Για μια στιγμή

είδα μια άλλη άποψη

του εαυτού της, μετασχηματισμένη

από τις μεταφράσεις μου

των ποιημάτων της. Έπειτα

έστρεψα το βλέμμα μου στον καθρέφτη

και είπα: «Τι σε κάνει να πιστεύεις

ότι επειδή είμαι ζωντανός

έχω μεγαλύτερη ελπίδα

από την απεικόνισή σου;»

Ο θάνατός της

με μετέφερε έξω από το παρελθόν

που δεν ήθελα να εγκαταλείψω,

να με οδηγεί εκεί που ξέρω καλά

ότι η ζωή δεν υποσχέθηκε τίποτε, σε κανένα,

εκτός από το όνομα «ζωή».

Χρόνος είναι να κοιτάζεις προς το μηδέν

για μια δεύτερη ματιά. Όλοι μας

ζούμε την προϋπόθεση τού να ζεις.

 

Φίλη, αγαπημένη φίλη,

τα ποιήματα που είχες στην καρδιά

πέταξαν ψηλά

σε συσσώρευση νεφών,

στην καρδιά του Θεού.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΚΟΥΜΑΣ

12/12/2012

Διαβάστε περισσότερα
Διαρκής Ανθολογία Ελληνικής Ποίησης "Ποιείν"

Άλκης Αλκαίος (1949-2012), Τέσσερα ποιήματα από τη συλλογή του «Εμπάργκο», εκδ. Εταιρεία Νέας Μουσικής, 1983

 

Περισσότερα ποιήματα από το βιβλίο εδώ:

 http://www.poiein.gr/archives/16882/index.html

 

ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ ΣΟΥ ΤΟΥ ΜΥΣΤΙΚΟΥ
Μνήμη της μάνας μου

Ήταν σαν ένα χάλκινο εκμαγείο
Που βρήκα ένα βράδυ στα Νταμάρια
Γελούσε κι ήταν θέμου τόσο κρύο
Που’ λεγες πως το χτύπησε μαλάρια

Μίλα σιγά αγέρα
Η μάνα μου κοιμάται

Πάει καιρός
Που μόνο ο ύπνος τη λυπάται

Ήταν σαν ένα κίτρινο βιβλίο
Με ξεφτισμένη τη στερνή σελίδα
Τη γύρευα σε μυθικό μουσείο
Κι αυτή χαραμιζόταν στην Αυλίδα

Διαβάστε περισσότερα