Μιχάλης Τάτσης: Με το καδρόνι στα χέρια, Εκδ. Πανοπτικόν, 2011 (Επιμ. Ζ. Δ. Αϊναλής)
3Οκτ
Το έργο που ακολουθεί είναι προϊόν της καθαρής φαντασίας του δημιουργού του. Οποιαδήποτε σχέση ή ομοιότητα με ονόματα, πρόσωπα και καταστάσεις είναι ολωσδιόλου τυχαία και συμπτωματική. Πολλάκις στο παρελθόν η τέχνη έτυχε να δημιουργήσει εν αγνοία της ανθρώπινους τύπους που ηδύνατο να συναντήσει κανείς και στην “πραγματικότητα” και, ακόμα χειρότερα, πολλές φορές έτυχε να δημιουργήσει ανθρώπινους τύπους που εν συνεχεία κατέκλυσαν την “πραγματικότητα”. Θα ήταν παράλογο, αν και στους καιρούς που έρχονται ίσως και να πάψει να είναι, να διώκεται κανείς για τη φαντασία του, γι’ αυτό που εν δυνάμει μπορεί να κάνει κι όχι γι’ αυτό που έχει ήδη κάνει.
Μ.Τ.
* * *
Με ποτίζεις μηλόξυδο, πολιτεία κροκόδειλη,
κι ο πόνος σου στα νεφρά μου
* * *
Μ’ αφήσατε τώρα μονάχο μου να ξαγρυπνήσω το πτώμα μου. Και σε ποιον να σερβίρω τον καφέ της παρηγοριάς; Ε; Με ποιον θα κλάψομε συντροφιά τον νεκρό; Με ποιον θα πηγαίνομε στα μνημόσυνα; Με ποιον θα καθαρίζω το μνήμα; Πίνω μια γουλιά κονιάκ στην υγειά του μακαρίτη. Σηκώνομαι και βάζω ένα τσιγάρο στο στόμα του. Το ανάβω με το κερί που τρεμοσβήνει στο πλάι του κι ύστερα το φυσώ για να σβήσει. Σκόταδι, μόνο κι η φωνή μου χαλάσματα. Χαλάλι σου, αγόρι μου, κι ήσουν καλό παιδί. Είχες, βέβαια, κι εσύ τα ελαττωματάκια σου, αλλά και ποιος δεν τα έχει; Θυμάσαι τότε που πηγαίναμε ακόμα σχολείο στο χωριό και την κάναμε στα κλεφτά πεζοπορία μέχρι την Πρέβεζα χειμωνιάτικα μες στα λαγκάδια και μας ψάχνανε απ’ όλους τους γειτονικούς νομούς; Θυμάσαι τότε που είπες πως εσύ δεν θα γίνεις το τσιράκι κανενός; Πως θα ζούσες ελεύθερος κατά πώς γούσταρες εσύ ο ίδιος τη ζωή σου; Θυμάσαι; Τι κατάφερες; Να ‘μαστε τώρα εδώ έτοιμοι να φάμε τη σκόνη τους. Χαλάλι σου, όμως, ρε μπαγάσα. Δεν πέρασα κι άσχημα μαζί σου. Ούτως ή άλλως, μην σεκλετίζεσαι, τους τη φέραμε κατά βάθος. Τώρα δεν θα καταφέρουνε ποτέ να μας αγοράσουνε. Μόνο, να, που λυπάμαι το γέρο μου που τώρα θ’ απομείν’ ολομόναχος και το μόνο που περίμενε πια απ’ τη ζωή ήταν εν’ αγγόνι να περνά τις μέρες του όμορφα. Ξέρεις, βόλτες, στο βασιλικό κήπο, τα περιστέρια, κτλ. Πόσες και πόσες φορές δεν του ‘πα πού να το φέρω ρε πατέρα το παιδί σ’ αυτόν τον κόσμο; Με κοίταζε τότε μ’ εκείνο το γεμάτο θλίψη και παράπονο βλέμμα του, σαν να ‘παιρνε μονάχος πάνω στις γέρικες πλάτες του τα φταίχτια όλου του κόσμου κι εγώ σκόνταφτα και κουντρουβαλούσα κι έκανα όνειρα για κομμούνες κι ακτημοσύνες και να μεγαλώνουνε λέει τα παιδιά σε κοινόβια μέσα στη φύση και να φυσάει ο άνεμος και να χαϊδεύει τα μαλλιά τους ο ήλιος και να τραγουδάνε τη ζωή τα ποτάμια στις φλέβες τους και να χαλικώνεται η ανάσα τους και να κάνουν ένα ελάχιστο βήμα, έτσι, να, σα Τιτάνες, και ν’ αλλάζουν τον κόσμο. Τώρα πάω να βρω την Περσεφόνη στα μνήματα. Μου τα κλέψατε τα παιδιά μου, κουφάλες.














