Αλέξανδρος Κοτζιάς, «Πολιορκία», εκδ. Κέδρος, 1953
28Οκτ
(Απόσπασμα)
Πιάσανε τα σταυροδρόμια κι ερευνούσανε τους περαστικούς. Ξετάζανε τα χαρτιά και σε κεινούς που από την τρομάρα αποδείχνονταν ύποπτοι, τους γυρνούσανε τις τσέπες ανάποδα και τους ψάχνανε ως τις φόδρες. Με την ιστορία τούτη ούτε το καλονιώσαν πότε έφτασε μεσημέρι. Δυο ενόχους που βρήκανε τους βαστάξανε και τους παραδώκανε στο απόσπασμα, που κατέβηκε στη συνοικία σταλμένο από τον κ. Διευθυντή.
Με τ’ απόσπασμα ανταμώσανε στην πλατεία της εκκλησιάς. Ήτανε πολυάριθμο, χωροφύλακες μαζί και τσολιάδες – σωστή εκστρατεία. Είχανε μπλοκάρει όλους τους δρόμους και τα σοκάκια. Στην αρχή, καθώς ξεμπουκάρανε με αλαλαγμούς πιστολίζοντας στον αέρα, νόμισε ο κόσμος πως φτάσανε Γερμανοί να μαζέψουν ομήρους. Γίνηκε θρήνος και οδυρμός. Λιγοθυμήσανε κιόλας μανάδες, σκληρίζανε. Έπειτα οι ευζώνοι αρχίσανε συστηματική έρευνα μες στα σπίτια, τους καφενέδες, τις μάντρες. Όσους ξεχωρίζανε υπόπτους τους φορτώνανε με κλωτσιές στα καμιόνια. Μάλιστα, πετύχανε και κάτι πολύ σπουδαίο. Σ’ ένα βαθύ υπόγειο ξεθάψανε μια καταπαχτή, με πολύγραφο μέσα, χαρτιά και χειροβομβίδες. Τα νωπά μελάνια μαρτυρούσανε πως ό,τι θα ‘χε σταματήσει το ανόσιο έργο. Τους δυο αρσενικούς του σπιτιού, πατέρα και γιο, τους ανεβάσανε στην αυλή και τους ντουφεκίσανε μπροστά στο πηγάδι. Τις γυναίκες τις τραβήξαν απάνω. Απόμεινε έρημο ένα μωρό, που κλαψούριζε λησμονημένο στο πάτωμα. Το περιμαζέψαν οι πονετικές γυναικούλες της γειτονιάς.
Όταν τους συνάντησε ο Παπαθανάσης συμπληρώνανε πια την αποστολή τους. Όλοι τον τριγυρίσαν τότε και τον τραβολογούσαν για μια θερμή χειραψία. Φραγμό δε βάζανε στις εκρήξεις του θαυμασμού. Τ’ όνομά του είχε γίνει θρύλος σε φίλους και σε πολέμιους. Αυτές οι απανωτές απόπειρες, η μάνιτα των εχθρών, κι απ’ την άλλη το ακατάλυτο σθένος του, ηλεκτρίζαν τη φαντασία. Τα χτεσινοβράδινα, είχανε αναρριπίσει σ’ ολωνών τις καρδιές αντραγαθήματα, ηρωικές παραδόσεις κλπ., κλπ… Όλα τούτα τα θυμιατίσματα τού φουσκώσανε τη δυσφορία περσότερο. Αλίμονο, είχε πια περάσει ανεπίστρεπτα ο καιρός που η αναγνώριση της αξίας του αποτελούσε θεάρεστο κεφάλαιο μέσα στη φυσική τάξη του κόσμου. Του χτυπούσε τώρα σα να γυρεύαν με το θαυμασμό τους να τόνε μπολιάσουν κουράγιο, κι ακόμα, σα να ξοφλούσαν έτσι τα χρωστούμενα απέναντί του. Κι αυτό, από κάποιο κύκλο ασφαλισμένο, ένα ύψος απρόσβλητο, απ’ όπου σκύφτανε συγκαταβατικά όλοι ετούτοι «στον ταλαίπωρο αδερφό», που τραβάει τη μπόρα. Η συμπαράστασή τους ήτανε στο βάθος υποκρισία, στάχτη στα μάτια, να τον καλοπιάσουνε πάλι, μήπως βαρεθεί να τους παρασταίνει το φρούριο – σαν κορόιδο.









