Ο Νίκος Καζαντζάκης πέθανε στις 26 Οκτωβρίου 1957

 

Είτε άμεσα είτε μεταπρατικά, είτε συνειδητά είτε ανεπίγνωστα, σήμερα ζούμε το δράμα ενός πολιτισμού που εγκυμόνησε για εκατονταετίες τον στοχασμό για να γεννήσει παρανοειδώς πρώτα την τρομολαγνεία και κατόπιν τη λατρεία του μηδενός. Το πολιτισμικό αυτό παράδειγμα, που έφθασε στην κορύφωσή του τον 19ο και τον 20ο αιώνα και αποκρυστάλλωσε τις δομές της δυτικής σκέψης και τον δυτικό τρόπο ζωής στο σύνολό του, φαίνεται να επεφύλαξε στον 21ο αιώνα μια οξύτατη κρίση, μια εκρηκτική συνέχεια πτώσης με διαφιλονικούμενες τις πιθανές εξελίξεις.

Αυτή η επί εκατονταετίες οικοδόμηση του δυτικού πολιτισμικού παραδείγματος, προφανώς, δεν αποτελεί μια πολύ εύκολα περιγράψιμη διαδικασία. Επειδή, όμως, η συναγόμενη απ΄ αυτή τη διαδικασία διαπίστωση θα μπορούσε να αναδείξει ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα τη μελέτη του έργου διανοητών και καλλιτεχνών που διείδαν και εξέφρασαν πολυδιάστατα τα παρεπόμενα αυτού του περιχαρακωμένου στην αυτάρκειά του μονοδιάστατου ανθρωπισμού, όντες οι ίδιοι αναπόσπαστο μέρος του συστημικού αυτού φαινομένου, και, επειδή μια τέτοια, αλλά και συνάμα μοναδική στο είδος της, περίπτωση αποτελεί ο Νίκος Καζαντζάκης, περί ου ο λόγος, θα επιχειρήσουμε εδώ, σχηματικά, να παρουσιάσουμε τις κύριες φάσεις αυτής της εξελικτικής διαδικασίας, προκειμένου να φωτίσουμε, στο μέτρο του δυνατού, το είδος του στοχασμού που παρήγαγε και το πολιτισμικό παράδειγμα που διαμόρφωσε.

Η ιστορία μας, λοιπόν, ξεκινά αιώνες πίσω, όταν ο νεοπλατωνικός ιερός Αυγουστίνος (354-436), αδιαμφισβήτητα εξέχουσα μορφή της δυτικής Εκκλησίας, ενσωματώνει τη φιλοσοφική ανθρωπολογία του Πλωτίνου στη θεολογία του και μέσα πλέον από τον χώρο του χριστιανισμού διοχετεύει ανεπίγνωστα σε ολόκληρη τη δυτική φιλοσοφική ανθρωπολογία τον τραγικό διχασμό σώματος και πνεύματος, Είναι και Ύπαρξης. Η ουσία του ανθρώπου, που βρίσκεται σε διάσταση με τον υπαρκτικό του τρόπο σε τούτο τον κόσμο, είναι η ψυχή και μάλιστα το ανώτατον μέρος της, ο νους, που αποτελεί εικόνα της θείας διάνοιας. Πρόκειται για τη βουλόμενη σκέψη που ξεκινά το παιχνίδι της κυριαρχίας πάνω σε οτιδήποτε δεν είναι ή μοιάζει να μην είναι πνευματικό(1).Και είναι αυτή μια μεταφυσική θέση που θα καταστεί ικανή για αιώνες στη δύση να απορροφήσει όλους τους κραδασμούς και να εγκολπωθεί και τα πιο ετερόκλητα στοιχεία, εισχωρώντας με την ίδια ευκολία και στα πιο αντιμεταφυσικά  και αθεϊστικά σχήματα, καθώς και σε όλες ανεξαιρέτως τις εκκοσμικευμένες πτυχές του δυτικού πολιτισμού. Και, βεβαίως, αυτό που σε επίπεδο οντολογίας εμφανίζεται ως κυριαρχία, σε επίπεδο γνωσιοθεωρίας συνδέει οριστικά τη γνώση με την ανάγκη του ωφέλιμου αποτελέσματος, διασφαλιστικού της ατομικής αυτοκατοχύρωσης και επικράτησης.(2)

Δεύτερος σταθμός μας ο Θωμάς Ακινάτης, ο κορυφαίος του μεσαιωνικού σχολαστικισμού. Εδώ, οι αυγουστίνειες ρίζες στηρίζουν έναν ανερχόμενο δυνατό κορμό. Ο νοησιαρχικός θετικισμός του Θωμά Ακινάτη ευλογεί την απόλυτη κατάφαση στις δυνατότητες της συλλογιστικής ικανότητας του ανθρώπου και της κυριαρχίας του σε κάθε τομέα του επιστητού, ακόμα και της θεολογίας, μάς εισάγει δε στην εποχή του υποκειμενισμού, όπου το αληθεύειν παύει να ταυτίζεται με το κοινωνείν, να είναι δηλ. γεγονός μετοχής, και αυτοπροσδιορίζεται ως η ατομική δυνατότητα και ικανότητα του ανθρώπινου υποκειμένου(νοητική, αισθησιοκεντρική, μυστικιστική ή άλλη) να κατακτά τη γνώση και να προσεγγίζει κατά μόνας την αλήθεια (3). Από μια τέτοια θεώρηση δεν θα μπορούσε να απουσιάσει και η θέση της ατομικής υπεροχής, των εκλεκτών φύσεων, των ιδιαίτερα προνομιούχων και προορισμένων να διαχειριστούν και να διαχύσουν τη Θεία Χάρη.

Η Αναγέννηση και η προτεσταντική «Μεταρρύθμιση» (14ος-17ος), ως πολιτισμικές διεργασίες στην κεντρική και δυτική Ευρώπη, είναι οι πρώτες αντιδράσεις, εντός, βεβαίως, της μεσαιωνικής νοηματοδότησης του βίου, απέναντι σε μια ελλιπή ανθρωπολογία και μια στείρα θεολογία. Αυτό, όμως, που αξίζει να παρατηρηθεί είναι ότι οι βαθιές δομές σκέψης και προσέγγισης της αλήθειας παραμένουν οι ίδιες. Απλώς η μετατόπιση γίνεται από τον Θεό στον άνθρωπο. Ο Διαφωτισμός (17ος-18ος αι.) αποτελεί την τελευταία φάση αποκοπής απ΄ τη θρησκεία. H ανθρωποκεντρική διανόηση αυτονομείται και ισχυροποιείται.

Με τον Ντεκάρτ, μια υπόγεια διαδρομή βρίσκει επίγεια δίοδο. Με το «cogito ergo sum»  η νεωτερική εποχή είναι παρούσα. Η αλήθεια, πλέον, επίσημα τοποθετείται στον χώρο της υποκειμενικότητας. Για πρώτη φορά στην ιστορία της φιλοσοφίας, τόσο εμφανώς, το υποκείμενο αποσυνδέεται από την αλήθεια που αποκαλύπτει η κοινότητα ή ομαδικές συνιστώσες. Ο άνθρωπος αποσυνδεδεμένος από το σώμα του, την κοινότητα και τον κόσμο, ως καθαρή ψυχή και καθαρή βούληση επιδίδεται στο πιο επικίνδυνο παιχνίδι επίδειξης δυνάμεως και κυριαρχίας, καθώς θέτει τα πάντα υπό την σκέψη και την κρίση του, ακόμα και τον ίδιο τον Θεό που Του εμφυσά την ύπαρξη, επειδή απλώς μπορεί να τον σκεφτεί(4). Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται ο στοχασμός όλων των διανοητών του Διαφωτισμού και η κορύφωση συντελείται με τον Καντ, στον οποίο ο νεώτερος ατομισμός βρίσκει την πλήρη έκφρασή του. Σ΄ ένα ανθρωπολογικό μοντέλο, όπου ο άνθρωπος, ως κατασκευαστής ιδεών, καθίσταται ισόθεος, η κατηγορική προσταγή του Καντ αντλεί τα ηθικά κριτήρια από το πανίσχυρο υπερβατικό υποκείμενο, εξοβελίζοντας κατά τρόπο τελεσίδικο τον κοινωνιοκεντρικό ρόλο της κοινότητας (5).

Τη διαδικασία αυτή ολοκληρώνει ο Έγελος, όπου στην προσπάθεια του να συμπεριλάβει σ΄ αυτό το πανίσχυρο υποκείμενο την ξεχασμένη σωματικότητα και να καταστήσει δυνατή μια διαλεκτική με τη φύση και τον κόσμο, απολυτοποιεί ακόμα περισσότερο το ανθρώπινο υποκείμενο, καθώς το συλλαμβάνει στην ατομικότητά του ως μια έκφανση ολόκληρου του κόσμου. Αυτή η βαθιά υποκειμενοποίηση του κόσμου, της σκέψης και της ηθικής θεμελιώνει ολόκληρο το εποικοδόμημα του νεώτερου ατομισμού του οποίου τους μεταλλαγμένους καρπούς γευόμαστε σήμερα. Το ζήτημα είναι ότι αυτή η αισιοδοξία της κυριαρχίας του ανθρώπινου υποκειμένου που διαμόρφωσε αυτή την ισχυρή ανθρωποκεντρική διανόηση, η οποία υπόσχεται μια πορεία προόδου με στόχο την αυτοθέωση και τη λατρεία της ανθρωπότητας, μέσα από τη λατρεία των ηρώων και της μεγαλοφυίας, και που σταδιακά ταυτίζει ουμανισμό με αθεϊσμό, κάποια στιγμή εκπίπτει. Ο Νίτσε, με τον υπεράνθρωπο, εκφράζει όχι μια εν τη γενέσει της πραγματικότητα ,αλλά μια προσδοκία ανακατασκευής του ανθρώπινου υποκειμένου από το ανθρώπινο υπο-κείμενο, καθώς, “ ο Θεός πέθανε”, ενώ ο Φρόυντ μας προσγειώνει απότομα καθώς, παρά τον εργαλειακό του ορθολογισμό ως τέκνο γνήσιο της δύσης, κατεβάζει τα μάτια από τις υψιπετείς αυτοβαυκαλιζόμενες θεωρήσεις στα υπόγεια του ανθρώπινου ασυνειδήτου. Η περιφρόνηση του ανθρώπου γεννιέται μέσα από τα ίδια τα σπλάχνα αυτού του αλαζονικού ατομισμού και δυο παγκόσμιοι πόλεμοι- και όχι μόνον αυτοί- έρχονται στην πράξη να επιβεβαιώσουν την πλήρη παράνοια του εργαλειακού ορθολογισμού και την παταγώδη αποτυχία της ανθρώπινης αυτοθέωσης. Το συλλογικό ασυνείδητο, για να θυμηθούμε και τον μεγάλο Καρλ Γιούνγκ, προβάλλει τα τέρατα του σε πράξεις συλλογικής βίας και ο τρόμος και η συνακόλουθη παρανοειδής τρομολαγνεία παίζουν το δράμα τους τόσο στην παγκόσμια σκηνή όσο και στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Το παράλογο, η υπαρξιακή αγωνία, η απελπισία, το μηδέν βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο του στοχασμού και της περιχαρακωμένης στην αυτάρκειά της δυτικής διανόησης.

 

 

Αυτό, εν ολίγοις, είναι το πολιτισμικό παράδειγμα που εξέθρεψε τον στοχασμό κορυφαίων διανοητών και καλλιτεχνών κατά τον 19ο και 20ο αι. Αυτό είναι το παράδειγμα που γέννησε καλλιτεχνικά ρεύματα, που τροφοδότησε όλες τις μορφές τέχνης, που παρήγαγε ιδεολογίες, που θεμελίωσε καινούριες επιστήμες. Εντός αυτού του πολιτισμικού τρόπου, λοιπόν, έζησε, έδρασε, στοχάστηκε και συνέγραψε ο Νίκος Καζαντζάκης, μια πνευματική φυσιογνωμία εξ ιδιοσυγκρασίας και παιδείας πολύ συγγενής με το ανθρωπολογικό μοντέλο που περιγράφηκε, αλλά αυτόχρημα πολύ ιδιαίτερη και μοναδική.

Στο πρώτο του δοκίμιο,  με τίτλο « Η αρρώστια του αιώνα»(1906), ο Καζαντζάκης φαίνεται να ΄χει συνειδητοποιήσει σε μέγα βάθος το πνεύμα του καιρού του, απ΄ όπου απορρέει και το δικό του φαινόμενο, αλλά κατάντικρυ στον διεφθαρμένο και έκφυλο κόσμο και σ΄ έναν πολιτισμό που κλονίζεται και προσπαθεί να επιβιώσει δεν έχει τίποτα να ορθώσει παρά μονάχα την αναζήτηση μιας ατομικής λύσης- ο Βρεττάκος δεν διστάζει να πει «ατομικής λύτρωσης»(6)- αφού όπως λέει ο ίδιος: «Ξέρουμε τί μας περιμένει. Ύστερα από τον τάφο τίποτε. Ίσως υπάρχει Θεός, αλλά τί μας ενδιαφέρει;». Και ενώ διεισδύει όσο λίγοι στην σχιζοείδεια  αυτού του πολιτισμικού παραδείγματος και έχει την πνευματική οξυδέρκεια να αμφισβητήσει την απολυτότητα της δύναμης του ανθρώπινου νου, ο τρόπος του είναι αυτός του ανθρώπου που παρήγαγε το δυτικό ανθρωπολογικό μοντέλο, ενός «χωρίς εμείς εγώ», όπου στην κονίστρα της ανθρωπότητας παρουσιάζουν ενδιαφέρον μόνο οι εκλεκτές φύσεις- και εδώ μπορούμε να θυμηθούμε τον Ακινάτη και να στοχαστούμε πώς αυτό κατευθείαν εκβάλλει στον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο- και όπου τα πάντα υποκειμενοποιούνται και εξατομικεύονται. Έτσι ο ασκός του Αιόλου ορθάνοιχτος απελευθερώνει ασυμμάζευτους όλους τους ανέμους του μηδενισμού, που για τον Καζαντζάκη είναι συθέμελα συνταρακτικός και τρομολάγνος, ενώ παράλληλα τον απομονώνει , όπως είναι φυσικό, τόσο από την ελληνική νοηματοδότηση του βίου, όσο, εντέλει, και απ΄ αυτό το ίδιο το δυτικό ανθρωπολογικό μοντέλο, γιατί στη δική του περίπτωση υπάρχει και κάτι έντονα ελληνικό, και αυτό είναι η περίσσεια πάθους, καθώς η δική του βαθιά υπαρξιακή αγωνία, που κινεί τον στοχασμό, τη δράση και την πένα του «είναι κάτι», για να θυμηθούμε και τα λόγια του Βρεττάκου, «το πολύ ανθρώπινο, το πολύ βασανισμένο, το πολύ επίγειο»(7).

Οι οικογενειακές, ιστορικές και κοινωνικές του καταβολές, το κλίμα της σκλαβιάς της Κρήτης και η συνακόλουθη ατμόσφαιρα του ηρωισμού και του θανάτου, ο πρωτόγονος  και ακοινώνητος πατέρας του, η γεμάτη σιωπηλή τρυφερότητα μάνα του, η πόρτα του φραγκισκανού κολλεγίου της Νάξου, που άνοιγε γι΄ αυτόν περίπου στα δεκαπέντε του και τον έβγαζε κατευθείαν στο δρόμο του δυτικού πολιτισμού, το αδηφάγο μυαλό του και η ψυχοφυσιολογική του ιδιοσυγκρασία διαμορφώνουν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα με κύρια χαρακτηριστικά το πάθος και την ασίγαστη αγωνία μπρός στ΄ άχρονα προβλήματα της ζωής, τη βιβλιακή αδηφαγία και το ακαταπόνητο κυνήγι των ιδεών, το ασίγαστο της διάνοιας, τη διαρκή μετάπτωση από την πεποίθηση στην αμφιβολία, την υψηλής ευαισθησίας  «δεκτικότητα κάθε αντινομίας, ακόμα και των πιο ανεπαίσθητων πραγμάτων»(8), τον μεγάλο διχασμό του, όπως τον εκφράζει η περιπλοκή του ανάμεσα στη σάρκα και το πνεύμα, την  ιδιότυπη εκείνη μηδενιστική αντίληψη , που δεν υποδαυλίζει μια καταθλιπτική αντιμετώπιση της ζωής, αλλά, τουναντίον, πυροδοτεί μια ακόρεστη ορμή αναζήτησης, που μοιάζει πάντα να κρατάει το φορέα της μετέωρο πάνω απ΄ την άβυσσο. Και είναι αυτή η ατέρμονη αναζήτηση και το αξεδίψαστο που τη συνοδεύει που τον καθιστά έναν ακαταπόνητο «περιηγητή» τόπων, λαών, ιδεών, θρησκειών, φιλοσοφικών ρευμάτων, ιδεολογιών και πολιτικών συστημάτων, και συνακόλουθα «έναν διανοητή που γίνεται ο φορέας των ευρωπαϊκών ανησυχιών της παρακμής στη χώρα του»(9). ‘Έναν desperadο, έναν απέλπιδα ηρωολάτρη, μία από τις υπάρξεις των salvatores dei, που εκτονώνει την απύθμενη αγωνία του στη «θεοφόρο»(10), όπως πιστεύει, πράξη της γραφής.

Μιας γραφής κατακλυσμικής , που πειραματίζεται σ΄ όλα τα είδη του γραπτού λόγου με μια καταπληκτική ευχέρεια, με έναν «παράδοξο εγκεφαλισμό»(11), με μιαν αχαλιναγώγητη σωρεία γλωσσικού υλικού και εκφραστικών τρόπων, περίτεχνη και συνάμα άκαμπτη, πληθωρική και συχνά ακοινώνητη, μαγευτική και συνάμα απόκοσμη, ελληνική στο ιδίωμα και στην εκφορά, παρά τις υπερβολές και τα ψιμύθιά της, και συχνά ξένη για τον Έλληνα σε ό,τι αφορά τον στοχασμό και τη θεματική της. Μιας γραφής που μάχεται να διασώσει το άρρητο, τόσο όμως ρευστό και αντιφατικό στην ουσία του ως μια άμεση έκπτυξη του δυτικότροπου υποκειμενισμού του συγγραφέα μας, που τούτη η μάχη αποκαλύπτεται συχνά τραγικά δονκιχωτική.

Τον πρώτο και κύριο συγκεντρωτικό πίνακα της αντινομικής, συχνά, στην ουσία της πολυμέρειας του Ν. Καζαντζάκη ως διανοούμενου και συγγραφέα αποτελεί η «Ασκητική», το λυρικό και οριστικό του «Πιστεύω», όπως αποκαλείται από τον ίδιο, ένα έργο που πρωτοτυπώνεται το 1927 και αναθεωρείται το 1928 , με ξαναγραμμένους τους τρεις τελευταίους στίχους να προβάλλουν πια μια αφοριστική άρνηση, λες και όλη η μεταφυσική του αγωνία να μεταβλήθηκε σ΄ ένα υψομετρικά ασύγκριτο τραγικό άγχος, που φθάνει για να κάνει το «salto mortale», πέρα από τα σύνορα του ανθρώπου. Ο άνθρωπος παλεύει μέσα του με τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο και ένα μείγμα επιδράσεων τόσο από άποψη τεχνοτροπίας όσο και από άποψη περιεχομένου καθιστούν την Ασκητική τον έντιμο μάρτυρα μιας τραγικά διχασμένης και ταραγμένης εποχής(12),ενός πολιτισμού που εκκολάπτει πληθώρα ιδεών και πρακτικών στο εκκολαπτήριο του μηδενισμού ως ιστορικής πραγματικότητας. Όπως πολύ σωστά, κατά τη γνώμη μας, παρατηρεί ο Peter Bien(13), η Ασκητική είναι ένα κείμενο που επιχειρεί να προβάλει την Καζαντζακική κοσμοθεωρία, η οποία, από φιλοσοφικής πλευράς, είναι μια πεσσιμιστική θεωρία, φυσικό απότοκο του δυτικού υποκειμενισμού, εκτεθειμένου εδώ κατά τρόπο λυρικό,  από θεολογικής, μια έκφραση της μελλούμενης όψης» του Θεού, εμφανώς στηριγμένη στον βιταλισμό του Μπερξόν, προϊόν κι αυτός του μυστικιστικού υποκειμενισμού της Δύσης, και από πολιτικής, ένα μετακομμουνιστικό «πιστεύω» που δικαιολογούσε μια θεολογία ακτιβισμού, μόνο και μόνο για την καταστροφή των καταλοίπων του καπιταλισμού, με απώτερο, όμως, στόχο την υπέρβαση τόσο του καπιταλισμού όσο και του κομμουνισμού, στο όνομα μιας ανώτερης, μπερξονικής προέλευσης εσωτερικής πνευματικότητας.

Την Ασκητική σε μεγάλη κλίμακα, αυτή των 33.333 στίχων, αποτελεί το έπος του Οδύσσεια, ένα έργο που ξεκίνησε να γράφει στα 1929  για να το ολοκληρώσει, μετά από διαδοχικές μεταγραφές στα 1938 και που, σύμφωνα με την εκτίμησή μας, είναι το απόλυτα αντιπροσωπευτικό έργο του Καζαντζάκη, εκεί όπου ολοκληρώνεται το φιλοσοφικό, μεταφυσικό και θεολογικό πορτραίτο της κοσμοθεωρίας του, αρθρώνεται σύνολος ο στοχασμός του, σε όλο το εύρος των αντιφάσεων και της διαλεκτικής του, και δοκιμάζεται η γραφή του σε όλες τις δυνατές εξακτινώσεις της. Είναι το έργο που τον ευθυγραμμίζει απόλυτα με τα δεδομένα της εποχής και του πολιτισμικού παραδείγματος που το κυοφόρησαν, αλλά και το έργο που αναδεικνύει τη μοναδικότητα του φαινομένου « Νίκος Καζαντζάκης». Ο Οδυσσέας του, «ένα κράμα Θεού, κτήνους και ανθρώπου» έχει χάσει τα ανθρώπινα μέτρα(14). Η αναζήτηση του έχει αφόρμηση την εποχή που τον γέννησε, αλλά η κατάληξή του σκιαγραφεί το προσωπικό δράμα του συγγραφέα της. Η Ιθάκη, το αντικείμενο του νόστου, που στην Ομηρική Οδύσσεια αποκαλύπτει το νόημα, γίνεται εδώ το κενό, το μη νόημα. Και  ο αγώνας του Καζαντζάκη-Οδυσσέα είναι να «μολώσει την άβυσσο». Όπλα του μια γλώσσα ιδιωματική, απροσπέλαστη για το κοινό γλωσσικό αίσθημα, ντυμένη ύφος λαϊκό, γραμμένη σε ιαμβικό δεκαεπτασύλλαβο,  στίχο κατάλληλο για να αποδοθεί η απελπισία, και αποφασισμένη να χωρέσει στους 33.333 στίχους όλη τη λογιοσύνη της παρακμής της Ευρώπης(15). Το μείγμα, αν μη τι άλλο, εκρηκτικό και προκλητικό για την κριτική εντός και εκτός Ελλάδας.

Έτσι, από άλλους η Οδύσσεια  θεωρήθηκε ως ένα «τερατώδες μνημείο απελπισίας», «ένα στοιχειωμένο οικοδόμημα» οργανικά δεμένο με την παράκρουση μιας εποχής, το προϊόν ενός «δημιουργικού μηδενισμού»(16), το έργο στο οποίο «το μόνο υπερβατικό βίωμα  που θα αξιωθεί ο ήρωας θα ΄ναι μέσα στην αγκάλη του θανάτου»(17), ενώ από άλλους  ένα δημιούργημα μάχης ανάμεσα στη βουδιστική ματαιότητα και την μπερξονική περιοδικότητα κύκλων  δημιουργίας και καταστροφής, μια διαλεκτική σύνθεση, όπου κάθε τέλος είναι μια καινούρια αρχή, μια ενοποιημένη ολότητα που πασχίζει να περισώσει την ελπίδα μέσα από την αναγκαιότητα της αλληλοδιαδοχής συνεχών μεταλλαγών καταστροφής και δημιουργίας ενός αφανούς σχεδίου που, ίσως, εν τέλει, περικλείει νόημα(18). Όπως και να ΄χει, όμως, το πράγμα, αυτό που δεν μπορούμε εύκολα να παραβλέψουμε είναι ότι ο Νίκος Καζαντζάκης στοχάζεται και δημιουργεί ακολουθώντας μια μακρά παράδοση δυτικής γνωσιοθεωρίας, που αναπόφευκτα οδηγεί και σε ένα αυστηρά καθορισμένο μοντέλο μεταφυσικής, όπου το αληθεύειν δεν ταυτίζεται πια με το κοινωνείν, και ένας άκρατος υποκειμενισμός μιας αυτάρεσκα περιχαρακωμένης στον ατομισμό της ανθρωποκεντρικής διανόησης κινεί τόσο τον στοχασμό όσο και την Ιστορία.

Ακολουθεί μια δεκαετία συγγραφής(1938-1948) μιας σειράς δραμάτων με θεματική από την αρχαία, βυζαντινή και νεώτερη ιστορία, για να διοχετευθεί , την τελευταία δεκαετία της ζωής του (1946-1957), όλη η αναζήτησή του στο μυθιστόρημα, όπου εδώ η προηγούμενη διανοητική και συγγραφική πορεία φωτίζει και φωτίζεται διαφορετικά.  «Ο τελευταίος πειρασμός», το κορυφαίο, κατά την εκτίμηση πολλών, μυθιστόρημά του, ολοκληρώνει τη σκιαγράφηση μιας ταραγμένης εποχής και το προσωπικό δράμα ενός βαθιά στοχαζόμενου και τρομαγμένου ανθρώπου. Και είναι μέσα στον  «Φτωχούλη του Θεού»  που πάλι αναβιώνει το προσωπικό του δράμα, αυτό της αναζήτησης του Θεού.

 

 

Σ΄ αυτό το σημείο αξίζει να παρατηρηθεί και κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: η καζαντζακική περσόνα «Οδυσσέας» στο έπος του «Οδύσσεια» και η καζαντζακική περ-σόνα  «Άγιος Φραγκίσκος» στον «Φτωχούλη του Θεού» είναι ταυτόχρονα ο ίδιος και δυο διαφορετικοί άνθρωποι, σε δυο διαφορετικές εποχές. Στο τέλος της ζωής του μοιάζει ν΄ αρχίζει να ψηλαφεί αυτό που το ανθρωπολογικό μοντέλο που τον εξέθρεψε και, ίσως, από αδιευκρίνιστες καταβολές έφερνε μέσα του, του είχε στερήσει. Ο διχασμός  του μοιάζει, έστω και ευκαιριακά,  σ΄ ένα διάλειμμα καρδιακής παρουσίας να αμβλύνεται μέσα απ’ τον εγκάρδιο λόγο «Αδέλφια αγάπη»(19) και ο Οδυσσέας του να φθίνει σε μιαν αδύναμη σκιά μπροστά στο τριαδικό πρόταγμα  «Αγάπη, Αγάπη, Αγάπη!» Εκείνου που ο υπεράνθρωπος Οδυσσέας του τον είχε ραπίσει. Σε μια συνέντευξή του, που το περ. «Νέα Εστία» δημοσίευσε λίγο μετά τον θάνατό του(20), ακούμε τον ίδιο να διαπιστώνει: «Τόσα χρόνια ζητούσα τον Θεό και δεν έβλεπα πως ήταν μπροστά μου. Σαν τον αρραβωνιαστικό που θεωρεί πως έχασε τον αρραβώνα του, τον ζητάει παντού με αγωνία, δεν τον βρίσκει κι αυτός τον φοράει στο δάχτυλό του».

Τούτη, όμως, η διαπίστωση, κατά τη γνώμη μας, δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε εύκολα συμπεράσματα. Η αντινομική φύση του Καζαντζάκη δεν είναι κάτι από το οποίο φαίνεται να λυτρώνεται μέσα από τη μυθιστορηματική του γραφή. Το σισύφειο πείσμα του και η τραγική αγωνία του τον ακολουθούν μέχρι το τέλος, με εξομολογητική και ασυνήθιστη για τον κοινό άνθρωπο ειλικρίνεια, γεγονός που καθιστά την περίπτωσή του, λόγω του τραγικού της βάθους, μοναδική, ανεπανάληπτη. Στον Καζαντζάκη, το τίμημα που καταβάλλει η ύπαρξη για αιώνες στείρας θεολογίας, δυτικού εργαλειακού ορθολογισμού, νεωτερικού υποκειμενισμού, αθεϊστικού ουμανισμού, μηδενισμού και αυτάρεσκου ατομισμού , με φυσική απόληξη τον σημερινό ναρκισσισμό, βρίσκει την πλήρη έκπτυξη και κορύφωσή του. Κι είναι γι΄ αυτό μεγάλος ο Νίκος Καζαντζάκης. Όχι για τους μεγαλόστομους δονκιχωτισμούς της Ασκητικής και της Οδύσσειας, αλλά επειδή έτρεμε από τη βαθιά επίγνωση  ότι έπασχε, ανεξαρτήτως του ατελέσφορου της ομοιοπαθητικής μεθόδου με την οποία επιχειρούσε την ίασή του. Γι΄ αυτό και είναι κρίσιμο το ζήτημα πώς θα μελετήσουμε την περίπτωσή του σήμερα. Με έναν τρόπο εύκολης δικαίωσης, που θα δικαιώσει και μας στον ναρκισσισμό του μετανεωτερικού παραδείγματος; Με έναν τρόπο επιδερμικής απόρριψης, που αντί να επιλύει, μεγεθύνει προβλήματα; Ή μ΄ έναν τρίτο, που ζητάει τις βαθύτερες αιτίες πίσω απ΄ τα φαινόμενα και εκείνη τη νοηματοδότηση που μέχρι τώρα, για αιώνες, περιθωριοποιήθηκε;

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. π.Νικόλαος Λουδοβίκος, Ψυχανάλυση και Ορθόδοξη Θεολογία, εκδ. Αρμός σελ.47
  2. Χρήστος Γιανναράς, Σχεδίασμα εισαγωγής στη Φιλοσοφία, εκδ. Δόμος, σελ.121
  3. Χρήστος Γιανναράς, Σχεδίασμα εισαγωγής στη Φιλοσοφία, εκδ. Δόμος, σελ. 121 κ΄ εξής.
  4. π.Νικόλαος Λουδοβίκος, Ψυχανάλυση και Ορθόδοξη Θεολογία, εκδ. Αρμός, σελ.16 κ΄48
  5. π. Νικόλαος Λουδοβίκος, Ψυχανάλυση και Ορθόδοξη Θεολογία, εκδ.Αρμός, σελ.49
  6. Νικηφόρος Βρεττάκος, Νίκος Καζαντζάκης, Η αγωνία του και το έργο του, Βιβλιοαθηναική, σελ. 38
  7. Νικηφόρος Βρεττάκος, Νίκος Καζαντζάκης, σελ. 42
  8. Νικηφόρος Βρεττάκος, Νίκος Καζαντζάκης, σελ. 68
  9. Νικηφόρος Βρεττάκος, Νίκος Καζαντζάκης, σελ. 58
  10. Π. Πρεβελάκης, Ο ποιητής και το ποίημα της Οδύσσειας, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα
  11. Νικηφόρος Βρεττάκος, σελ. 58
  12. Νικηφόρος Βρεττάκος, σελ. 104-105
  13. Peter Bien, Καζαντζάκης, Η πολιτική του πνεύματος, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, σελ.84-96
  14. Νικηφόρος Βρεττάκος, σελ. 533
  15. Νικηφόρος Βρεττάκος, σελ 532
  16. Νικηφόρος Βρεττάκος, σελ 560
  17. Π. Πρεβελάκης, Καζαντζάκης, Ο ποιητής και το ποίημα της Οδύσσειας, Βιβλιοπωλείο της Εστίας , σελ. 108
  18. Peter Bien, Καζαντζάκης, Η πολιτική του πνεύματος, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, σελ. 244-252
  19. Νικηφόρος Βρεττάκος, σελ.724
  20. Νικηφόρος Βρεττάκος, σελ. 733-734