Ο εισπράκτορας

 

Μήν Ιούνιος. Γλυκεία αύρα πρωινή, ελαφρά ως το πτερύγισμα της πεταλούδας, έπνεε και εζωογόνει την φύσιν. Ο ήλιος δεν είχεν έτι υψωθεί αρκετά εις τον ορίζοντα, ώστε να κατακαίει και να περιχύνει με ιδρώτα τους χωρικούς και τα ζώα των, οι οποίοι πρωί πρωί με τα παιδιά του και την γυναίκα του ο καθείς εγέμισαν τ’ αλώνια.

Από του μικρού παραθύρου του δωματίου της οικίας του φιλοξενούντος με έβλεπα μέσα εις τ’ αλώνια, εκτεινόμενα εις μεγάλην έκτασιν, τα σιτάρια σωρευμένα εις διάφορα σχήματα, κανονικά ως επί το πλείστον, και ευδιάκριτοι σχεδόν έφθαναν εις τα ώτα μου αι φωναί των χωρικών αναμίξ με τας φωνάς των υποζυγίων των και τους ήχους τους ρυθμικούς των κωδώνων των προβάτων, τα οποία έβοσκον ήσυχα-ήσυχα επί τινος υψώματος υπό την φύλαξιν μικρού βοσκού.

Όλη η γη της Μεσαορίας, όπως είναι αυχμηρά το θέρος, δεν ηξεύρω πώς επαρουσίαζε τόσα θέλγητρα την πρωίαν εκείνην με την δροσερότητα της πνεούσης αύρας, με τα ξηρά χόρτα τα φρίσσοντα  εις την επαφήν αυτής, με τους γλυκείς κωδωνισμούς των προβάτων, με τον ουρανόν ανέφελον, βαθέως κυανούν, ως να εβάφη δύο φοράς, καθώς είπε τις, με το πινέλο του μεγάλου της Κτίσεως Δημιουργού. Ως συμπλήρωμα δε εις τα τόσα θέλγητρα της φύσεως προσετίθετο το θέαμα το ωραίον των χωρικών καταγινομένων εις την τέχνην της Δήμητρος, με τας γραφικάς των μακρόθεν βράκας, με τα γραφικότερα των γυναικών των φορέματα και τα ποικιλόχροα μανδήλια των κεφαλών των.

Και έμεινα προσηλωμένος και έβλεπα επί ώραν πολλήν, συνεχώς τους αληθείς αυτούς βιοπαλαιστάς εργαζομένους αδιακόπως, χωρίς κανέν παράπονον, ως να ήσαν ευχαριστημένοι από την συγκομιδήν των, βρέχοντες κάθε σπιθαμήν της γης με τον ιδρώτα των, της γης αυτής της τρισευλογημένης, της παχείας και ευφόρου, εις την οποίαν προ ολίγου έτι τα σιτάρια υψούντο πυκνά-πυκνά μέχρι του αναστήματος ανθρώπου, της γης, εις την οποίαν θάλλουσιν αι ελαίαι και γεμίζουσι με το άρωμά των αι πορτοκαλέαι τον αέρα και κύπτουσιν υπό το βάρος των σταφυλών αι άμπελοι και πρασινίζουσι τα βαμβάκια.

Ο ήλιος εντοσούτω ανυψούτο ολονέν φωτίζων τους τοίχους και τα αντικείμενα του δωματίου εις το οποίον ευρισκόμην. Μεγάλο δωμάτιον, πολύ μεγάλο, μαζί μ’ ένα άλλο συνεχόμενον μετ’ αυτού και ολίγον μικρότερον απετέλουν το σπίτι του «μουχτάρη» του χωριού. Οι τοίχοι του νεωστί ασπρισμένοι παρ’ όλην την μαυράδα της στέγης και των ξυλίνων καγκέλλων των παραθύρων εξετείνοντο γυμνοί και μόνον επί του ενός εξ αυτών ολίγα πιάτα βαμμένα με ζωηρά χρώματα εγυάλιζαν υψηλά κολλημένα εις σχήμα σταυρού. Και εις το ράφι επάνω, το οποίον περιέτρεχε και τους τέσσερις τοίχους ήσαν κατά σειράν τοποθετημένα άλλα πιάτα και κανδήλαι ποικιλόχρωμοι και μερικά βάζα από μέσα από τα οποία εξήρχοντο ολίγοι ξηροί στάχεις.

Τίποτε άλλο. Μερικά μόνον σκεύη οικιακής χρήσεως, κόσκινα και πανέρια δηλαδή κρεμάμενα από καρφίων, διέκοπτον την μονοτονίαν των τοίχων επαναλαμβανομένην εις το παρακείμενον δωμάτιον. Δυο-τρεις καρέκλαι χονδροειδούς τέχνης, μία τράπεζα, εφ’ ης εδειπνήσαμεν, χρησιμεύουσα και ως γραφείον εις τον οικοδεσπότην και η ξυλίνη κλίνη, εφ’ ης εκοιμήθην το βράδυ, απετέλουν όλα τα έπιπλα του δωματίου.

Τα δωμάτια αυτά κείμενα εις το βάθος της περιοχής της οικίας έβλεπαν έμπροσθέν των εκτεινομένην μεγάλην αυλήν φραττομένην υπό χαμηλού τοιχίσκου καλύπτοντος τα χαλάσματά  του με ξηρούς κλάδους και μεγάλας ακάνθας. Εις το μέσον δε της αυλής εξείχεν υπέρ την επιφάνειαν του εδάφους ανοικτόστομον πηγάδι πλησίον του οποίου εκυλίετο εις τες λάσπες γρυλλίζων ρυπαρός χοίρος μετά των μικρών χοιριδίων του. Παρέκει ένας όνος και ένας βους δεδεμένοι διά σχοινίων έτρωγον ησύχως την τροφήν των, ενώ ανάμεσα εις τους πόδας των αι όρνιθες άφοβοι εσκόρπιζαν με τα πόδια των την κόπρον εκείνων, μερικαί δε μάλιστα εξ αυτών τολμηρότεραι επήδων εις την φάτνην του όνου διά να του κλέψωσι κανένα κόκκον κριθής, την οποίαν επειδή επρόκειτο να εργασθεί όλην την ημέραν και έπρεπε ν’ αντέχει του είχαν ρίψει από πάνω από το άχυρόν του.

Έριψα προς στιγμήν τα βλέμματά μου εις την οικοδέσποιναν. Χωρική αγαθοτάτη, μεσήλιξ, μάλλον κοντού αναστήματος, με τα χέρια τυλώδη από τας πολλάς εργασίας εμπαινόβγαινε ολονέν ενδύουσα κι ετοιμάζουσα τα μικρά διά να τα στείλει εις τ’ αλώνι και την αφήσουν ήσυχον να παρασκευάσει το γεύμα μας.

–Άτε, κάμνετε γρήγορα, τους έλεγε, μια φορά που μας ήρθε ο ξένος μας να τον περιποιηθούμε.

Κι εμπαινόβγαινεν η αγαθοτάτη χωρική σείουσα αφελώς την προέχουσαν κοιλίαν της και σύρουσα χαμαί την ουράν του μονοκόμματου φορέματός της δεδεμένου εις το μέσον διά μανδηλίου κιτρίνου.

Φωναί και θόρυβος αίφνης διέκοψαν την μονότονον ησυχίαν του σπιτιού. Αι όρνιθες ήρχισαν να φτεροπετώσιν αφήνουσαι από καιρού εις καιρόν ηχηράς φωνάς, οι γρυλλισμοί του χοίρου έγιναν ισχυρότεροι και αυτός ο όνος, ο τόσον υπομονητικός, ο συνηθισμένος εις τον θόρυβον και την βοήν αφήκε την τροφήν του, ετέντωσε τα ώτα του και μόνον ότι δεν ήνοιξε το στόμα διά να εξέλθωσιν οι φθόγγοι της μουσικής του αρμονίας.

Τι συνέβαινεν;

Εξήλθα διά να πληροφορηθώ και είδα την οικοδέσποιναν ερχομένην από την αυλόπορταν, χλωμήν και θυμωμένην ωσανεί κλέπται να επάτησαν διά νυκτός το αλώνι και να τους έκλεψαν το σιτάρι. Ακούς αθεοφοβία, μου είπεν ασθμαίνουσα, να σηκωθούν πορνό-πορνό και να ’ρθουν να πάρουν τα πράματα της φτωχής της γειτόνισσάς μας, της Κατερίνας του Οδυσσέα –ό, τι είχε χρειαζούμενο στο σπίτι της– τα χαλκωματικά της, τα σανίδια των κρεβατιών της και να τα φορτώσουν πάνω στο κτηνό, το μοναχό που είχαν και να τα πάρουν να τα πουλήσουν χωρίς να ρωτήσουν μήτε τον άντρα μου που ειν’ ο «μουχτάρης» του χωριού.

–Και ποιοι είν’ αυτοί;

–Να, ο εισπράκτορας με δυο «ζαπτιέδες». Γιατί χρωστούσε φόρους ο άντρας της, ο Οδυσσέας. Και δεν περίμεναν να δεκατίσει το γέννημά του και να το πάρει να το πουλήσει, να συνάξει κι ο φτωχός αυτός λίγους παράδες, να πληρώσει τους φόρους του, να δώσει και λίγα στα χρέη του, μόνον εσηκωθήκαν άιτε-άιτε να πουλήσουν τα πράματα της γυναίκας του… Αύριον του κατεβαίνουν κι οι δανειστές, του παίρνουν κι αυτοί το γέννημά του και τότες να δούμε πού θα σταθεί ο καημένος… Και είδαμεν μετ’ ολίγον από την αυλόπορταν το οικτρόν θέαμα όνου γηραλέου καταφόρτου από οικιακά σκεύη και κλινοσκεπάσματα, συρομένου υπό ενός «ζαπτιέ» εις την πλατείαν του χωρίου, όπου έμελλε να λάβει χώραν η δημοπρασία. Ύστερα ηκούσαμεν κλάματα και μετ’ ολίγον είδαμεν την γειτόνισσαν την Κατερίναν, της οποίας τα πράγματα επήγαιναν να πωλήσουν, ωχράν, λυσίκομον, με κοκκινισμένας τας παρειάς, ως να τας είχε ξεσχίσει με τα νύχια της, ερχομένην κατόπιν του εισπράκτορος, όστις εβάδιζεν ευθυτενής, γελαστός γελαστός, ευχαριστημένος! Και εις το θέαμα της Κατερίνας της φτωχής, κατόπιν της οποίας έτρεχαν πέντ’ έξι παιδιά κλαίοντα, η οικοδέσποινά μου, η αγαθοτάτη χωρική, οργισμένη ήνοιξε τους δακτύλους της δεξιάς της προς τον εισπράκτορα, όστις εβάδιζεν ευθυτενής, ευχαριστημένος, ως άνθρωπος επιτελέσας το καθήκον του, και προέπεμψεν αυτόν δι’ ενός αναθέματος, το οποίον μετ’ αυτής θα επανέλαβαν σιωπηρά όλαι αι γυναίκες του χωριού: –Αχ, αναθεματισμένε α ρ π ά χ τ ο ρ α, να μην έσωνες να επατούσες το πόδι σου εις το χωριό!… [