Andrian Marino, «Συγκριτισμός και Θεωρία της Λογοτεχνίας» (Μετάφραση: Λητώ Ιωακειμίδου), εκδ. Gutenberg, 2020
19Οκτ
Μια Συγκριτικη Ποιητική
H ριζικη ανανεωση του συγκριτισμού δεν απαιτεί μόνο έναν νέο προσανατολισμό, ξεκάθαρα μαχόμενο, αλλά επίσης μια ριζική μεταστροϕή με μια θεωρητική και «ποιητική» έννοια. η όλη διαδικασία σημαίνει μια αποϕασιστική μεταρρύθμιση της θεωρητικής και μεθοδολογικής εργαλειοθήκης του σύγχρονου συγκριτισμού, καθώς και μια μεθοδική κριτική επισκόπηση όλων των συνταγών «ανανέωσής» του. η προσπάθεια αυτή σκοντάϕτει σε πολλά εμπόδια, το σημαντικότερο των οποίων είναι ίσως το δογματικό, αποδεικτικό, οριστικό πνεύμα όλων των λύσεων που κυκλοϕορούν.
Όταν λέμε: «η Συγκριτική ϕιλολογία είναι» ή «δεν είναι», η Συγκριτική ϕιλολογία (παρά τις ενστάσεις) «παραμένει» ή «πρέπει να παραμείνει» έτσι όπως ορίστηκε· «πρέπει να είναι» ετούτο ή εκείνο, υπάρχει μόνο μία και «σωστή συγκριτική οπτική γωνία» και, κατά συνέπεια, «όλα τα άλλα είναι παράβαση του σωστού τρόπου σκέψης» κ.λπ., δικαιούται να αναρωτηθεί κανείς: Ποια είναι η αυθεντία του δόγματος (ή άλλου τύπου αυθεντία) που επικυρώνει αυτούς τους ισχυρισμούς; Ποιες είναι οι καθοριστικές τους αρχές και τα επιχειρήματά τους; Ποια είναι η θεωρητική νομιμοποίηση ενός τέτοιου δογματικού συγκριτισμού; και ούτω καθεξής. Άλλοι επικαλούνται επίσης τη συνήθεια, την παράδοση, τον πραγματισμό.
Αυτή η de facto κατάσταση, που εκπορεύεται από την παράδοση (αλλά και από την αδράνεια, τη συνήθεια, αν όχι από διανοητική τεμπελιά), είναι εξίσου αμϕισβητήσιμη. Διότι, ποιος είναι αυτός που αποϕάσισε, μια για πάντα, ότι ο συγκριτισμός «είναι…»; υϕίσταται άραγε ένας παγειωμένος ορισμός, ne varietur, της Συγκριτικής ϕιλολογίας; Στην αντίθετη περίπτωση, είναι αυτονόητο ότι μπορεί κανείς να αμϕισβητήσει όλους τους δογματικούς, ασαϕείς ή ανυπόστατους ορισμούς που η Συγκριτική ϕιλολογία δεν έχασε την ευκαιρία να αποδώσει στον εαυτό της. Ποιος, λοιπόν, «σταθεροποίησε» το αντικείμενο και τη μέθοδο της Συγκριτικής ϕιλολογίας; και αν αυτή η έννοια –όπως όλες οι λειτουργικές έννοιες της ϕιλολογικής έρευνας– δεν είναι παρά μόνο μια ορολογική σύμβαση, ένα εργαλείο, μια ϕόρμουλα που έχει γίνει αποδεκτή, ιστορικά προσδιορίσιμη, αν, συνεπώς, εξελίσσεται μαζί με την ιστορία, δεν θα μπορούσε κανείς να την αναθεωρήσει, να προτείνει άλλες λύσεις; αυτή είναι η άποψη που πρεσβεύουν αξιωματικά όλοι οι συγκριτολόγοι που σκέϕτονται όπως ο rené Wellek, ο etiemble και άλλοι, οι ϕωνές των οποίων επιβάλλονται όλο και περισσότερο. αυτή η νέα αναζήτηση είναι συγχρόνως θεμιτή και χρονικά ώριμη. η δική μας προσπάθεια εγγράϕεται και αυτή σ’ ετούτη τη «μεταρρυθμιστική» προοπτική.
Διαβάστε περισσότερα








