Από την περιοδεία του Νίκου Καζαντζάκη [όγδοος από αριστερά] και του Παναΐτ Ιστράτι [δίπλα του με τα γυαλιά] στην ΕΣΣΔ, το 1928 (Πηγή: Ψηφιοποιημένες Συλλογές του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου).

 

«Η στερνή, η πιο ιερή μορφή της θεωρίας είναι η πράξη. […] Η θεωρία έχει αξία μονάχα ως προετοιμασία· ο αγώνας ο κρίσιμος είναι η πράξη».

(Καζαντζάκης, 1993, σελ. 171)

Ο Νίκος Καζαντζάκης, ως γνωστόν, ταλαντευόταν ισοβίως μεταξύ αντίθετων εννοιών, αναζητώντας τη σύνθεση και τη συμπληρωματικότητά τους. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται το δίπολο στοχασμός – δράση, με πεδίο αναφοράς την πολιτική.

Σύμφωνα με τον διαπρεπή ερευνητή και μελετητή του έργου του Καζαντζάκη, Peter Bien:

«Η ανάμειξη του Καζαντζάκη στην πολιτική ουσιαστικά αντανακλά τις ανάγκες του βαθύτερου, του πιο δημιουργικού επιπέδου της προσωπικότητάς του».

(Bien, 2007)

Πρόκειται για μια παραγνωρισμένη πτυχή της προσωπικότητας και της προσφοράς του Κρήτα λογοτέχνη, που έχει σχετικά όψιμα προσελκύσει το ερευνητικό ενδιαφέρον έγκριτων μελετητών της ζωής και του έργου του, αποφέροντας μάλιστα αξιόλογους πνευματικούς καρπούς (π.χ. Σπηλιοπούλου & Χρυσός (Επιμ.), 2019 ˑΤζερμιάς, 2010, κ.ά.).

Στόχος του παρόντος άρθρου είναι να αναδείξει μια όψη της ενεργού εμπλοκής του Καζαντζάκη στα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα της χώρας, σε κρίσιμες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας της. Πιο συγκεκριμένα, σε αυτό γίνεται αναφορά στη συμμετοχή του συγγραφέα ως επικεφαλής στην επίσημη ελληνική αποστολή στον Καύκασο, με εντολή του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, το 1919, και στην επιχείρηση μεταφοράς από εκεί στην Ελλάδα 150.000 ομογενών που ενδημούσαν στην περιοχή και κινδύνευαν από τις διώξεις των μπολσεβίκων της Οκτωβριανής επανάστασης.

Το θέμα θεωρούμε ότι αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επικαιρότητα, αφενός, γιατί στις μέρες μας ανθρώπινα πλήθη αναζητούν και πάλι τη σωτηρία στους δρόμους της προσφυγιάς, εξαιτίας του ρωσοουκρανικού πολέμου που μαίνεται στην ίδια ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, αφετέρου, γιατί το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα  παρουσιάζει ιδιαίτερη όξυνση στη σύγχρονη εποχή, γεννώντας έντονους προβληματισμούς σε διεθνές επίπεδο για τη διαχείρισή του.

Όπως σημειώνει στα σχόλιά της η Έλλη Αλεξίου στις Επιστολές προς Γαλάτεια, αναφερόμενη στον Νίκο Καζαντζάκη:

«Τον Ιούλιο του 1919, μόλις που έχει διοριστεί γενικός διευθυντής του Υπουργείου Περιθάλψεως, μπαίνει επικεφαλής μιας αποστολής, που σκοπό είχε να μεριμνήσει για τον επαναπατρισμό στην Ελλάδα των Ελλήνων του Καυκάσου. Η αποστολή αυτή περιλάμβανε εκτός από το Ν.Κ. και τους Ηρακλή Πολεμαρχάκη, Γιάννη Κωνστανταράκη, Γιάννη Αγγελάκη και Γιώργη Ζορμπά. Στο έργο της αποστολής βοήθησε, σαν εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών, ο Γιάννης Σταυριδάκης, που πέθανε κατά την παραμονή της ομάδας στην Τιφλίδα, όπου και ετάφη».

(Καζαντζάκης, 1993, σελ. 51α)

Η γνωριμία του Καζαντζάκη με τον Ελευθέριο Βενιζέλο από την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων, όταν ο συγγραφέας κατατάχτηκε εθελοντικά στον ελληνικό στρατό και υπηρέτησε στο γραφείο του, έδωσε την ευκαιρία στον Έλληνα πρωθυπουργό να εκτιμήσει τις δυνατότητες του συγγραφέα και να τον τοποθετήσει σε θέση διευθυντή στο νεοσύστατο υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας και Περιθάλψεως με υπουργό τον Σπυρίδωνα Σίμο. Στο υπουργείο ο Καζαντζάκης παρέμεινε μόλις έναν χρόνο (1919-1920) και αποχώρησε ύστερα από την ήττα των Φιλελευθέρων τον Νοέμβριο του 1920. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του σε αυτό έζησε το δράμα των 500.000 περίπου Ελλήνων, οι οποίοι δεινοπαθούσαν στην περιοχή του Καυκάσου, καθώς βρέθηκαν στο επίκεντρο των τεράστιων κοινωνικοπολιτικών μεταβολών που έλαβαν χώρα εκεί στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Καζαντζάκης:

«[…] Έλαβα από την Αθήνα, από τον Υπουργό της Κοινωνικής Προνοίας, τηλεγράφημα αν δέχουμαι ν’ αναλάβω τη Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου με ειδική εντολή να πάω στον Καύκασο, όπου κιντύνευαν πάνω από εκατό χιλιάδες Έλληνες και να προσπαθήσω να βρω τρόπο να μετακομιστούν στην Ελλάδα, να σωθούν».

(Καζαντζάκης, 2007, σελ. 419)

«[…] έμεινα πάνου από ένα χρόνο παλεύοντας, πεθαίνοντας κάθε μέρα, για να σώσω μερικούς ανθρώπους στον Πόντο, για να θραφούν κάπως καλύτερα μερικά παιδιά  στα ορφανοτροφεία της Μακεδονίας, για να εγκατασταθούν κάπως καλύτερα μερικές φαμελιές στη Θράκη».

(Καζαντζάκης, 1993, σελ. 189)

Η επιχείρηση επαναπατρισμού των Ελλήνων του Καυκάσου έδωσε την ευκαιρία στον Καζαντζάκη να μετουσιώσει σε δράση τον πολιτικό, με την ευρεία έννοια, στοχασμό του, βρίσκοντάς τον έτοιμο να εκτελέσει το χρέος του, «να βυθιστεί στη σύγχρονη ανησυχία κι ελπίδα και να δουλέψει όχι πια με λέξεις παρά με ανθρώπους» (Καζαντζάκης, 1993, σελ. 105).

Από τη μυθιστορηματική αυτοβιογραφία του Αναφορά στο Γκρέκο αλλά και από την αλληλογραφία του αντλούμε χωρία σχετικά με το μεγαλειώδες εγχείρημα της ελληνικής αποστολής, καθώς και αναφορές στα κίνητρα και στους σκοπούς της εμπλοκής του συγγραφέα σε αυτό.

«Πρώτη φορά παρουσιάζουνταν στη ζωή μου η ευκαιρία να μπω στην πράξη και να μην έχω πια να παλεύω με θεωρίες κι ιδέες και Χριστούς και Βούδες, παρά με ζωντανούς, σάρκα και κόκαλα, ανθρώπους. Χάρηκα· είχα βαριεστήσει να ισκιομαχώ και να γυρίζω από τόπο σε τόπο, κουβαλώντας ρωτήματα και ζητώντας απάντηση. Ακατάπαυτα τα ρωτήματα ανανεώνουνταν κι ακατάπαυτα η απάντηση μετατοπίζουντανˑ […] Καλή η στιγμή να δοκιμάσω αν η πράξη είναι η μόνη ικανή ν’ απαντήσει, κόβοντας με το σπαθί της τους αξεδιάλυτους κόμπους της θεωρίας».

(Καζαντζάκης, 2007, σελ. 419)

«Δέχτηκα και για έναν άλλο λόγο: πόνεσα την αιώνια σταυρωνόμενη ράτσα μου,  που κιντύνευε πάλι στο προμηθεϊκό βουνό του Καύκασου. Δεν ήταν ο Προμηθέας, ήταν η Ελλάδα καρφωμένη πάλι από το Κράτος και τη Βία στον Καύκασο – αυτός είναι ο σταυρός ο δικός της – και φωνάζει. Φωνάζει όχι τους θεούς, φωνάζει τους ανθρώπους, τα παιδιά της, να τη σώσουν. Έτσι, ταυτίζοντας τα σημερινά παθήματα με τα αιώνια πάθη της Ελλάδας, υψώνοντας την τραγική σύγχρονη περιπέτεια σε σύμβολο, δέχτηκα».

(Καζαντζάκης, 2007, σελ. 419 – 420)

«[…] πήρα μαζί μου μια δεκαριά διαλεχτούς συνεργάτες, τους περισσότερους Κρητικούς, κι έφυγα για τον Καύκασο, να δω από κοντά πώς θα μπορέσουν να σωθούν οι χιλιάδες αυτές ψυχές. Από το νότο οι Κούρδοι πετάλωναν όσους Έλληνες έπιαναν, κι από το βορρά οι μπολσεβίκοι κατέβαιναν με φωτιά και με τσεκούρι· και στη μέση οι Έλληνες του Μπατούμ,, του Σοχούμ, της Τιφλίδας, του Καρς, κι όλο και στένευε γύρα από το λαιμό τους η θελιά, και περίμεναν, γυμνοί, πεινασμένοι, άρρωστοι, το θάνατο. Το Κράτος πάλι από τη μια μεριά, η Βία από την άλλη· οι αιώνιοι σύμμαχοι. Χαρά μεγάλη να κινάς για ένα δύσκολο σκοπό και να ’χεις γύρα σου συνεργάτες φλογερούς και τίμιους».

(Καζαντζάκης, 2007, σελ. 420)

Με την άφιξή της στην περιοχή του Καυκάσου η ελληνική αποστολή με επικεφαλής τον Καζαντζάκη αποδύεται σ’ έναν τεράστιο αγώνα για τη λύτρωση των αναξιοπαθούντων Ελλήνων:

«[…] ένα μήνα με τους συντρόφους γυρίζαμε τις πολιτείες και τα χωριά, όπου ήταν σκορπισμένες ελληνικές ψυχές, περάσαμε τη Γεωργία, μπήκαμε στην Αρμενία· απόξω από το Καρς, τις μέρες εκείνες, είχαν πάλι πιάσει οι Κούρδοι τρεις Έλληνες και τους είχαν πεταλώσει σαν μουλάρια ˑ».

(Καζαντζάκης, 2007, σελ. 421)

«Αγώνας δύσκολος, είχαμε λιώσει από την κούραση, την αγρύπνια, τις έγνοιες».

(Καζαντζάκης, 2007, σελ. 422)

Καταλύτης για ψυχική ενδυνάμωση σε στιγμές αποθάρρυνσης και απελπισίας είναι η αγάπη για την πατρίδα, για την «πολυβάσανη σαρανταπληγιασμένη Ελλάδα, την αθάνατη» (Καζαντζάκης, 2007, σελ. 421) και η βαθιά αίσθηση του χρέους, αξίες με τις οποίες η ελληνική αποστολή πασχίζει να ενισχύσει το ηθικό και την αγωνιστικότητά των Ελλήνων του Καυκάσου, παρά τα ανυπέρβλητα εμπόδια.

«[…] έβλεπα γύρα μου άντρες και γυναίκες και μικρά παιδιά, να στριμώχνουνται, πεινασμένοι, απελπισμένοι, να με κοιτάζουν στα μάτια και να περιμένουν από μένα τη σωτηρίαˑ πώς μπορούσα να τους προδώσω; “Θα σωθώ ή θα χαθώ μαζί σας, τους έλεγα, μη φοβάστε, αδέρφια, όλοι μαζί!”. Και πότε πάλι τούς μιλούσα για τη βασανισμένη ράτσα μας, που αιώνες την παλεύουν και θένε να την ξεκάμουν οι βάρβαροι, η πείνα, η φτώχεια, οι σεισμοί, η διχόνοια, μα αυτή ’ναι αθάνατη, και να, χιλιάδες χρόνια ζει και βασιλεύει! Κι έτσι, έχοντας στο νου τους την Ελλάδα, μπόρεσαν, οι κακόμοιροι, και βάσταξαν».

(Καζαντζάκης, 2007, σελ. 422)

Ο ακατάπαυτος, πεισματώδης αγώνας, η επιμονή και η επιμονή αρχίζουν να αποδίδουν καρπούς, γεμίζοντας ηθική ικανοποίηση και συγκίνηση τον συγγραφέα και τους συνεργάτες του.

«[…] είχαν αρχίσει να φεύγουν τα βαπόρια φορτωμένα ψυχομέτρι, έβλεπα την επέμβασή μου στην πράξη να φέρνει καρπό, έβλεπα κιόλα τους δουλευταράδες αυτούς Έλληνες να ριζώνουν στη Μακεδονία και στη Θράκη και να γεμίζουν σιτάρι, καπνό κι Ελληνόπουλα τα παλιά μας ρημαγμένα, βαρβαροπατημένα χώματα· έπρεπε να ’μαι ευχαριστημένος».

(Καζαντζάκης, 2007, σελ. 424)

Ο συγγραφέας περιγράφει παραστατικά εικόνες από το ταξίδι των ομογενών προσφύγων προς τα ελληνικά χώματα, τον πικρό πόνο του ξεριζωμού, τη βαθιά ανείπωτη θλίψη για τις οριστικές απώλειες αλλά και την ανάγκη για ψυχική ανάταση και για διέξοδο στη χαρά και το γέλιο, προβάλλοντας έτσι τη χαρμολύπη ως πυρηνικό συστατικό της ζωής.

«Το βαπόρι ήταν γεμάτο ψυχές, που ξεριζώθηκαν από τα χώματά τους και πήγαινα να τις μεταφυτέψω στην Ελλάδα. Ανθρώποι, αλόγατα, βόδια, σκάφες, κούνιες στρώματα, άγια κονίσματα, Βαγγέλια, τσάπες κι αξίνες, έφευγαν τους μπολσεβίκους και τους Κούρδους  και δρόμωναν κατά τη λεύτερη Ελλάδα. Δεν είναι ντροπή να πω πως ήμουν βαθιά συγκινημένος· σαν να ’μουν Κένταυρος, κι όλο τούτο συβάπορο το τσούρμο σαν να ’ταν, από το λαιμό και κάτω, το κορμί μου».

(Καζαντζάκης, 2007, σελ. 425)

«Η Μαύρη Θάλασσα κυμάτιζε αλαφριά, σκούρα λουλακιά, και μύριζε σαν καρπούζι· ζερβά μας τ’ ακρόγιαλο και τα βουνά του Πόντου, μια φορά κι έναν καιρό δικά μας, δεξά αστραφτερό, απέραντο το πέλαγο. Ο Καύκασος είχε σβήσει μέσα στο φως, μα οι γέροι, με τη ράχη γυρισμένη, κάθουνταν στην πρύμνα και δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν τα μάτια τους από το αγαπημένο ουρανοθάλασσοˑ ο Καύκασος είχε χαθεί, φάντασμα ήταν και σκόρπισε, μα απόμεινε ασάλευτος, αβασίλευτος βαθιά στις κολυμπήθρες των ματιών τους. Δύσκολο, δύσκολο πολύ η ψυχή να ξεκολλήσει από την πατρίδα· βουνά, θάλασσες, αγαπημένοι ανθρώποι, φτωχό αγαπημένο σπιτάκι, ένα χταπόδι είναι η ψυχή  κι όλα ετούτα απλοκαμοί της».

(Καζαντζάκης, 2007, σελ. 425)

«Ο πόνος τους δεν είχε τελειωμό· καθένας βιάζουνταν να τον πει όλο, ν’ αλαφρώσει. Άκουγα και καμάρωνα κρυφά την αντοχή της ρωμαίικης ράτσαςˑ γιατί εκεί που μοιρολογούσαν τους εδικούς που χάθηκαν και τα σπίτια τους που κάηκαν και την πείνα και τις τρομάρες που τράβηξαν, άξαφνα ένας πετούσε ένα χοντρό χωρατό κι όλη η συφορά αφανίζουνταν και σηκώνουνταν πάλι αψηλά τα κεφάλια».

(Καζαντζάκης, 2007, σελ. 425 – 426)

«Περάσαμε τ’ ακρογιάλια της Θράκης και της Μακεδονίας, κεφαλώσαμε το Άγιο Όρος, μπήκαμε στο λιμάνι της Σαλονίκης. Έντεκα μήνες βάσταξε η θητεία μου· ολοένα κατάφταναν από τον Καύκασο βαπόρια φορτωμένα ανθρώπους και ζωντανά, έμπαινε αίμα καινούριο στις φλέβες της Ελλάδας. Γύριζα τη Μακεδονία και τη Θράκη, διάλεγα τα χωράφια και τα χωριά που ’χαν αφήσει οι Τούρκοι φεύγοντας, έκαναν κατοχή τα καινούρια αφεντικά· άρχιζαν να οργώνουν, να φυτεύουν, να χτίζουν. Μια από τις πιο νόμιμες χαρές του ανθρώπου είναι, θαρρώ, να μοχτάει και να βλέπει πως ο μόχτος του φέρνει καρπό».

(Καζαντζάκης, 2007, σελ. 429)

Ο Καζαντζάκης, φέρνοντας με τη συνδρομή των συνεργατών του σε πέρας την αποστολή που του ανατέθηκε, για μεταφορά και μετεγκατάσταση των Ελλήνων του Καυκάσου στα ελληνικά εδάφη, και οραματιζόμενος αισιόδοξα το μέλλον τους, βλέπει με τα μάτια της φαντασίας το ρίζωμά τους στην πατρίδα ήδη πραγματωμένο.

Έτσι, εκπληρώνοντας το χρέος του, ολοκληρώνοντας αυτό που φαινόταν αρχικά ακατόρθωτο, ο συγγραφέας επικυρώνει με το παράδειγμά του, μέσα από τη δράση, τη διάχυτη στο έργο του πυρηνική θεωρητική τοποθέτησή του πως ανέφικτο είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά, ό,τι δεν πιστέψαμε με πάθος.

«[…] κοιτάζω γεμάτα ανθρώπους και περβόλια και νερά τα ρημαγμένα γύρα μου χώματα, που μοιράζουνται οι συνταξιδιώτες μου· κι ακούω και τις καμπάνες από τις μελλούμενες εκκλησιές και τα παιδιά, στις αυλές των σκολειών, να γελούν και να παίζουν· και μια μυγδαλιά ανθισμένη μπροστά μου· ν’ απλώσω το χέρι, θα κόψω ένα κλωνί ανθισμένο. Γιατί, πιστεύοντας με πάθος κάτι που δεν υπάρχει ακόμα, το δημιουργούμε· ανύπαρχτο είναι ό,τι δεν πεθυμήσαμε αρκετά, ό,τι δεν ποτίσαμε αρκετά με το αίμα μας, για να μπορέσει να πάρει ανάκαρα να δρασκελίσει το σκοτεινό κατώφλι της ανυπαρξίας».

(Καζαντζάκης, 2007, σελ. 429)

 

******************************************************************************************

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Bien, P. (2007). Η πολιτική του πνεύματος (τόμος α΄) (μτφρ.: Α. Κατσικερός). Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Καζαντζάκης, Ν. (1993). Επιστολές προς Γαλάτεια. Αθήνα: Εκδόσεις Δίφρος.

Καζαντζάκης, Ν. (2007). Αναφορά στο Γκρέκο. Αθήνα: Εκδόσεις Καζαντζάκη.

Σπηλιοπούλου, Ι. & Χρυσός, Ν. (Επιμ.) (2019). Ο Νίκος Καζαντζάκης και η πολιτική. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.

Τζερμιάς, Π. Ν. (2010). Ο «πολιτικός» Νίκος Καζαντζάκης. Αυτός ο άγνωστος διάσημος. Αθήνα: Εκδόσεις Ι. Σιδέρης.