Λογοτεχνία και Διαδίκτυο

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΡΟΥΛΗ

Στην εποχή της ψηφιακής επανάστασης τα πάντα αλλάζουν και μαζί τους και η λογοτεχνία, που μπορεί πλέον να πάρει τη μορφή ενός άυλου κειμένου, το οποίο ταξιδεύει χωρίς προορισμό, με τη μορφή του να βρίσκεται σε διαρκή ρευστότητα και να εξαρτάται άμεσα από το βαθμό της διάδρασης ανάμεσα στον αποστολέα και τον αποδέκτη.

Οσο για τους συγγραφείς, έχουν κιόλας αρχίσει, όπως προκύπτει και από αυτά τα οποία δηλώνουν στο ανά χείρας τεύχος της «Βιβλιοθήκης», να στήνουν ή να «ανεβάζουν» ιστοσελίδες, να κοινοποιούν πληροφορίες για το έργο τους ή να συμμετέχουν σε συλλογικές προσπάθειες προώθησης της λογοτεχνίας, παίρνοντας μέρος σε διάφορες συζητήσεις και δημοσιεύοντας κομμάτια τους σε ηλεκτρονικά περιοδικά. Υπάρχουν, βεβαίως, και οι πιο προωθημένες περιπτώσεις: εκείνοι που χρησιμοποιώντας το Διαδίκτυο προσφέρουν στον αναγνώστη όχι μιαν απλή γραμμική αφήγηση, αλλά την ευκαιρία να διαλέξει, να απορρίψει, αλλά και να επιστρέψει ή να ξαναδοκιμάσει τη διαδρομή του μέσα στο κείμενο, ανάλογα με την πλοήγηση της επιλογής του. Κι όλα αυτά, βεβαίως, χωρίς ποτέ (ή χωρίς ακόμη) να καταργείται ο παραδοσιακός χώρος του βιβλίου, που δεν είναι άλλος από τον πάντα τακτοποιημένο κόσμο της τυπογραφίας.

Μόλις τίθεται το ζήτημα «Λογοτεχνία και Διαδίκτυο» έχεις ήδη εισέλθει στο δικτυακό λαβύρινθο, είσαι υποχρεωμένος να αναμετρηθείς με τα νέα μέσα. Περικυκλώνεσαι από το θόρυβο της πληροφορίας, ταξιδεύεις στους υπερκειμενικούς ωκεανούς, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν έχεις να κάνεις με καινούριο καθεστώς αλλά με μια κατάσταση από καιρό εγκαθιδρυμένη, όμως ακόμη εν εξελίξει -για πάντα. Μιλάς για πράγματα που σε έχουν ήδη ξεπεράσει. Είναι τέτοια η δύναμη και η ταχύτητα της μετάδοσης, ώστε το καινούριο γρήγορα γίνεται παλαιό. Ζούμε ήδη την πραγματικότητα που θέλουμε να προλάβουμε, και γι’ αυτό δυσκολευόμαστε να συγχρονιστούμε. Καταφεύγουμε στο παρελθόν και το μέλλον για να βρούμε μέτρο σύγκρισης και γραμμή πλεύσης. Βρισκόμαστε όμως ήδη εδώ (ή εκεί, ανάλογα με την οπτική γωνία) -χαμένοι στην πληροφορία. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτό που συμβαίνει. Μπορούμε ωστόσο να επιχειρήσουμε να το κατανοήσουμε και να τοποθετηθούμε απέναντί του. Το παιχνίδι δεν αλλάζει, οι κανόνες του όμως είναι πάντα υπό αίρεση.

Ας πάρουμε ως παράδειγμα την τηλεόραση. Αναμφίβολα κανείς δεν μας υποχρεώνει να βλέπουμε τηλεόραση, ούτε καν να έχουμε. Είναι ζήτημα προσωπικής εκλογής η στάση απέναντι στο μέσο. Μια τέτοια συμπεριφορά ωστόσο έχει πολύ περιορισμένη σημασία, γιατί το μέσο δεν είναι απλό εργαλείο, αλλά ολόκληρος κόσμος που μας περιβάλλει ασφυκτικά. Στο τέλος, η «πραγματικότητα» έχει τόσο εμποτιστεί από την παρουσία του (το λόγο της εικόνας του), που είναι αδύνατο να διαχωριστεί από αυτό. Είτε μας αρέσει είτε όχι, η τηλεόραση συνυφαίνεται με τη ζωή μας, όποια και αν είναι η δική μας θεώρηση. Η οθόνη της προβάλλει μια καινούρια ειδωλολατρία που σκεπάζει ολόκληρο τον πλανήτη και παράγει συμπεριφορές, επιβάλλει συνήθειες, προωθεί ιδεολογίες, λανσάρει μόδες, ασκεί, με άλλα λόγια, τεράστια εξουσία, συχνά ισχυρότερη από την παραδοσιακή πολιτική εξουσία. Ανεξάρτητα από το δικαίωμά μας να κρίνουμε, να επικρίνουμε ή ακόμη και να απορρίψουμε συλλήβδην το μέσο, θα ήταν πολύ απλοϊκό να πιστέψουμε ότι πρόκειται για ουδέτερο εργαλείο που μπορούμε να το χειριστούμε όπως θέλουμε.

Το μέσο, μολονότι ανθρώπινη επινόηση, κυριαρχεί στο αφεντικό του. Τεράστια συστήματα επικοινωνίας μετασχηματίζονται, με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται το σύστημα της πολιτικής εξουσίας, να ανατρέπονται παραδοσιακά μοντέλα σκέψης και τέχνης, να αναμορφώνονται ή να εξαφανίζονται κατεστημένοι θεσμοί. Με τον ίδιο τρόπο επηρέασαν στο παρελθόν την πορεία της κοινωνίας και του πολιτισμού της η εφεύρεση της γραφής (3.500 – 3.000 π.Χ.), η εμφάνιση του κώδικα, της πρώτης δηλαδή μορφής του βιβλίου όπως το γνωρίζουμε έως σήμερα (1ος αιώνας), η διάδοση της τυπογραφίας ( 15ος αιώνας), το τηλέφωνο, ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση ως τα πλέον καθοριστικά, και ευρύτατα λαϊκά, μέσα επικοινωνίας και ψυχαγωγίας σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Τέλος, τα τελευταία είκοσι χρόνια, η επιστήμη της πληροφορικής, το παγκόσμιο δίκτυο (WWW), οι προσωπικοί ηλεκτρονικοί υπολογιστές, τα νέα μέσα επικοινωνίας και, γενικά, η διείσδυση της ηλεκτρονικής ψηφιοποίησης σε όλη την κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα του πλανήτη ανέτρεψαν πολύ πιο γρήγορα και πολύ πιο βίαια το ρυθμό του κόσμου.

Θεωρώντας ότι ο καινούριος λόγος πραγματοποιεί την (υπερ)-βάση των παραδοσιακών μέσων, οι πιστοί της ψηφιακής εποχής διατήρησαν την πρόθεση σε πολλές μορφές ηλεκτρονικής «γραφής» (υπερκείμενο, υπερμέσα, υπερλογοτεχνία), γεγονός που συνειρμικά οδηγεί στον υπεράνθρωπο, στο μοντέλο δηλαδή του νέου ανθρώπου, το οποίο αναδύεται μέσα από το λόγο που αναπτύσσουν τα ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας. Δεν νομίζω ότι ο Νίτσε θα έβαζε τα κλάματα για την τύχη του δικού του υπεράνθρωπου, είναι, όμως, μάλλον βέβαιο ότι θα έπαιρνε στα σοβαρά την ψηφιακή επανάσταση, αφού ήταν από τους πρώτους που κατανόησε ότι τα μέσα δεν είναι απλά εργαλεία, δεν μεταφέρουν μόνο τις σκέψεις μας, αλλά τις διαμορφώνουν κιόλας την ίδια ακριβώς στιγμή που τα χρησιμοποιούμε.

Συμπερασματικά: Μπορούμε να πολεμήσουμε, να διεκδικήσουμε, να οικειοποιηθούμε, να τροποποιήσουμε, να χρησιμοποιήσουμε, να υπηρετήσουμε, ή ό,τι άλλο θέλετε, τα νέα μέσα. Δύο πράγματα δεν μπορούμε να κάνουμε: να τα καταργήσουμε ή να τα αγνοήσουμε. Ερχόμαστε πάντα μετά από αυτά. Δεν έχει σημασία αν θεωρούμε τους εαυτούς μας citizens ή netizens, τα ίδια τα μέσα τροφοδοτούν τη διαμάχη και συντηρούν το διχασμό. Οπως το διατύπωσε βαριά κάποιος Ευρωπαίος διανοούμενος, η τεχνολογία πήρε τη θέση τής οντολογίας. Δεν έχει νόημα, επομένως, να τσακώνεται κανείς με τα αυτονόητα: με το γεγονός ότι τα προβλήματα τίθενται πλέον σήμερα κατά κύριο λόγο σε πλανητικό επίπεδο, ότι αυτό που ονομάζουμε μεταμοντέρνα κατάσταση είναι μια πραγματικότητα που επηρεάζει θετικά ή αρνητικά τις ζωές δισεκατομμυρίων ανθρώπων και πρέπει να μελετηθεί προσεκτικά, ότι η ελαύνουσα ψηφιακή εποχή ανοίγει ασύλληπτες προοπτικές αλλά και δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους στην ανθρώπινη κοινωνία, ότι πρέπει να κατανοήσουμε τι συμβαίνει γύρω μας, τι μεταβάλλεται μπροστά μας πριν καν πάρουμε είδηση.

Ακόμη και αν πιστεύει κανείς, όπως ο υπογράφων, ότι για τους περισσότερους ανθρώπους στη γη άλλα είναι τα κρίσιμα ζητήματα της επιβίωσης, ακόμη και αν παρομοίως εξακολουθεί να κρατά παλαιές συνήθειες και να εμπιστεύεται παραδοσιακούς κώδικες, ακόμη και αν δέχεται ότι όλα τα μέσα, ως υλικά μέσα, καθορίζονται από τις κοινωνικές ισορροπίες και ανάγκες, τελικά θα πρέπει να αντιμετωπίσει καθημερινά τις συνέπειες της ψηφιακής επανάστασης, η οποία έχει απλώσει ένα τεράστιο δαιδαλώδες δίχτυ πάνω στη γη, με το οποίο οι ισχυροί του κόσμου παρακολουθούν και προσπαθούν να ελέγξουν όσα συμβαίνουν κάτω από αυτό. Ταυτόχρονα όμως ξέρουμε ότι το δίχτυ είναι τόσο περίπλοκο και ατέρμονο ώστε, μολονότι υπάρχουν κυρίαρχοι διακινητές, να αφήνει μεγάλα περιθώρια σε όσους θα ήθελαν να το οικειοποιηθούν για λογαριασμό τους.

Ανάλογα με την προσέγγιση, άλλοι βλέπουν ότι η παντοκρατορία του Δικτύου θα μας οδηγήσει σε μια παγκόσμια (και γι’ αυτό πιο ολοκληρωτική) «φάρμα των ζώων» και άλλοι πιστεύουν ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, γιατί το Δίκτυο λειτουργεί σαν μικρό κβαντικό σύμπαν, στο οποίο δεν υπάρχει μία μόνο κυρίαρχη αρχή ούτε απόλυτες τιμές, δεν υφίσταται οριστική κατάσταση ούτε προδιαγεγραμμένη πορεία. Η τοποθέτηση απέναντι σε τέτοιες διελκυστίνδες δεν είναι εύκολη, ακούγεται όμως εξίσου υπερβολική η πεποίθηση ότι ένα σύστημα μπορεί να παγιώσει πλήρως τους κανόνες λειτουργίας του και να μην επιτρέψει καμία αντίδραση, όσο και η διαβεβαίωση ότι το σύστημα εξελίσσεται σε μια κατάσταση διαρκούς απροσδιοριστίας και διαθεσιμότητας.

Η άυλη λογοτεχνία

Ο Εγγλέζος συγγραφέας, και εραστής της τυπογραφικής τέχνης, Γουίλιαμ Μόρις γράφει κάπου ότι «δεν μπορείς να έχεις τέχνη χωρίς αντίσταση των υλικών», γι’ αυτό και οι μεγάλοι συγγραφείς είναι και καλοί τεχνίτες. Ο καλός τεχνίτης δεν αντιδικεί με τα εργαλεία του, δεν τα βάζει με τα υλικά του. Γνωρίζει ότι αν δεν τα τιθασεύσει, αν δεν καταφέρει να κυριαρχήσει επάνω τους, δεν πρόκειται ποτέ να μάθει την τέχνη, πόσο μάλλον να την κατακτήσει. Καλός συγγραφέας σημαίνει καλός μάστορας του λόγου. Με τα σημερινά δεδομένα η παραδοσιακή μαστορική δεν αρκεί, γιατί ανάμεσα στο συγγραφέα και το κείμενο, ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη έχουν εμφανιστεί καινούρια εργαλεία, πρωτοφανείς τεχνικές, διαφορετικά υλικά, ένας ολόκληρος κόσμος επικοινωνιακών δυνατοτήτων και δημιουργικών συνδυασμών.

Μπορεί βέβαια ο συγγραφέας να γυρίσει την πλάτη σε όλα αυτά και να συνεχίσει να ασκεί την τέχνη που έμαθε και που αγαπά, αρκεί να γνωρίζει τι γίνεται γύρω του ή μάλλον αρκεί να αναλάβει το πιθανό κόστος αυτής της εμμονής. Οπως με την τηλεόραση, έτσι και με τα νέα μέσα: δεν έχει τόσο σημασία αν τα χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, όσο αν αντιλαμβάνεται τις συνέπειες που έχει η διαμεσολάβησή τους ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο, αν μπορεί να συλλάβει την απήχηση της νέας κατάστασης στο δικό του λόγο και, τελικά, αν παρακινείται να αναρωτηθεί για τη σημασία αυτού που κάνει μέσα στις καινούριες συνθήκες.

Πολύ απλά: πρέπει να αναμετρηθεί με τα «μέσα» της εποχής του. Η αντίσταση δεν έχει νόημα, η εκμάθηση δεν είναι υποχρεωτική, η περιέργεια και η περίσκεψη όμως είναι απαραίτητες. Αλλωστε, όπως γράφει ο Φλομπέρ, «για να γίνει ένα πράγμα ενδιαφέρον, αρκεί κανείς να το κοιτάξει από πολύ κοντά και προσεκτικά».

Η λογοτεχνία, όπως τη γνωρίζουμε από την παράδοση πολλών αιώνων και, κυρίως, όπως διαμορφώθηκε κατά το 19ο αιώνα, συνδέεται σχεδόν απόλυτα με την τυπογραφία και το σπουδαιότερο μέσο διακίνησης της ήταν, και εξακολουθεί να είναι, το σώμα του βιβλίου. Μπορεί οι συγγραφείς του μοντερνισμού να πειραματίστηκαν με το λόγο, να αποδόμησαν τη γλώσσα, να καινοτόμησαν στη διάταξη του υλικού και στη διάσπαση του νοήματος (χαρακτηριστικά παραδείγματα το «Un coup de des» του Μαλαρμέ και το «Finnegans Wake» του Τζόις), ποτέ όμως δεν ξέφυγαν από τα εξώφυλλα που ορίζουν την υλική υπόσταση του βιβλίου.

Ο περιορισμός αυτός υπήρξε κεφαλαιώδης για το ίδιο το περιεχόμενο της έννοιας «λογοτεχνία», για το ρόλο του «συγγραφέα» και του «αναγνώστη», για το έργο της κριτικής, για τις δυνατότητες της ερμηνείας, για την ίδια τη θεσμική υπόσταση του έργου μέσα στην κοινωνία. Η «κειμενικότητα» του βιβλίου ορίζεται πάντα από τον τόπο της (την τυπωμένη σελίδα) και το χρόνο της (τη γραμμικότητα της ανάγνωσης). Το βιβλίο είναι ένα κλειστό μικρό σύμπαν, ακόμη και όταν δεν τελειώνει οριστικά ή είναι αποσπασματικό.

Στην εποχή της ψηφιακής επανάστασης όλα αυτά έχουν ανατραπεί ή υποστεί σοβαρές μεταλλάξεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο κόσμος του βιβλίου έπαψε να υπάρχει. Στην πραγματικότητα οι δύο καταστάσεις συνυπάρχουν και η μία τροφοδοτεί την άλλη. Η συνέχεια όμως είναι βασίμως προβλέψιμη: ακόμη και αν η λογοτεχνία του βιβλίου δεν πάψει ποτέ να πλουτίζει τη ζωή μας, είναι αναγκασμένη να προσαρμοστεί τελικά στην πραγματικότητα των νέων μέσων, πρέπει να μάθει να ζει στο καινούριο περιβάλλον. Αλλος δρόμος δεν υπάρχει. Γύρω της θα περιφέρονται οι μελλοντικές γενιές των «σκηνιτών» του Δικτύου, εξοπλισμένοι με όλα τα εξαρτήματα της ψηφιακής τεχνολογίας, χαμένοι στην επικοινωνία, την εικόνα, την προφορικότητα, την παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα, κολλημένοι στις οθόνες τους -και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα μπορέσουν να αναγνωρίσουν το λόγο της, καθώς τα αφτιά και τα μάτια τους θα είναι στραμμένα σε νέες θεότητες.

Τι είναι το Διαδίκτυο; Ενας απέραντος λαβύρινθος, στον οποίο όλοι (αν έχουν την οικονομική δυνατότητα) μπορούν να μπουν και να περιπλανηθούν. Οι διαδρομές είναι άπειρες και οι δυνατότητες απεριόριστες. Μεταβάλλονται οι έννοιες του χρόνου και του χώρου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι καταργείται κάθε περιορισμός. Ενα κείμενο σε ηλεκτρονική μορφή μπορεί να αξιοποιήσει τα πολυμέσα (ανάμειξη λόγου, εικόνας και ήχου), να παραπέμψει τον «αναγνώστη» σε άλλους προορισμούς, να προκαλέσει τις αντιδράσεις του κοινού, να συμπεριλάβει σχόλια, κριτικές και μελέτες που αναφέρονται σε αυτό, να ανακαλύψει τους πιο αναπάντεχους αποδέκτες, να διορθωθεί, να βελτιωθεί, να αλλάξει, να ανατραπεί…

Πρόκειται για ένα άυλο κείμενο που ταξιδεύει χωρίς συγκεκριμένο προορισμό και δίχως οριστική μορφή. Ενα κείμενο που η γραφή του «είναι πάντοτε εν τω γίγνεσθαι, πάντοτε ατελής» (Ντελέζ). Η δομή του βρίσκεται σε διαρκή ρευστότητα και εξαρτάται άμεσα από το επίπεδο της διάδρασης ανάμεσα στον αποστολέα και τον αποδέκτη. Πολλοί συγγραφείς επιτρέπουν την παρέμβαση (με ή δίχως περιορισμούς) του αναγνώστη στο κείμενό τους. Ως εκ τούτου η γραμμικότητα διασπάται, το «κλείσιμο» αναστέλλεται διαρκώς και η «μορφή» δεν ολοκληρώνεται ποτέ.

Ηδη πολλοί συγγραφείς αξιοποιούν τις δυνατότητες που παρέχει το Διαδίκτυο. Αλλοι «στήνουν» ή «ανεβάζουν» ιστοσελίδες με τις οποίες κοινοποιούν πληροφορίες που αφορούν το έργο, τη ζωή και τη δράση τους, επικοινωνούν με τους αναγνώστες τους σε όλο τον κόσμο και, ενίοτε, προσφέρουν σε ψηφιακή μορφή ορισμένα έργα τους. Αλλοι συμμετέχουν σε συλλογικές προσπάθειες προώθησης της λογοτεχνίας, παίρνουν μέρος σε συζητήσεις και δημοσιεύουν σε ηλεκτρονικά περιοδικά. Αλλοι ψαρεύουν υλικό και εύκολα θέματα για να γαρνίρουν, συνήθως, τα μυθιστορήματά τους, έτσι ώστε να φαίνονται μοντέρνα και μέσα στα πράγματα.

Οι συγγραφείς, βέβαια, που εκμεταλλεύονται ουσιαστικά το Διαδίκτυο είναι εκείνοι που γνωρίζουν πολύ καλά το καινούριο μέσο και έχουν αναπτύξει την αντίστοιχη ποιητική και ρητορική. Οι συγγραφείς αυτοί δεν αντιμετωπίζουν το Διαδίκτυο σαν απλό εργαλείο αλλά σαν μια άλλη γλώσσα, με αποτέλεσμα να διαμορφώνουν μια τελείως διαφορετική αισθητική αντίληψη για τη λογοτεχνία και να προτείνουν μια καινότροπη ερμηνεία του πολιτισμού συνολικά. Μόνον αυτές οι περιπτώσεις παρουσιάζουν πραγματικό ενδιαφέρον σε μια συζήτηση για τη σχέση λογοτεχνίας και Διαδικτύου. Τα έργα τους είναι διαθέσιμα σε ηλεκτρονική μορφή, είναι γραμμένα σύμφωνα με τις πιο υψηλές δυνατότητες του μέσου και προσφέρουν στον αναγνώστη, όχι μια απλή γραμμική αφήγηση, αλλά την ευκαιρία να διαλέξει, να απορρίψει, να επιστρέψει και να ξαναδοκιμάσει τη διαδρομή του στο κείμενο, να αποφασίσει ποια πλοήγηση προτιμά.

Στην Ελλάδα τέτοιοι πειραματισμοί είναι σχεδόν ανύπαρκτοι. Οι συγγραφείς, όταν χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο, το κάνουν είτε για να προωθήσουν το έντυπο έργο τους ή για να επικοινωνήσουν στοιχειωδώς μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Στην πιο επιδερμική εκδοχή της η χρήση του Διαδικτύου συνοψίζεται σε αυτό που είπαμε λίγο πριν: για να πετύχει η συνταγή και το έργο να «πιάσει» την εποχή, είναι απαραίτητο να υπάρχει και λίγο Διαδίκτυο, μαζί με άγριο σεξ, σκοτεινή τρομοκρατία, κάτι απόηχους από εμφύλιο και δικτατορία, και άφθονο κοσμοπολιτισμό. Στην ποίηση τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα, ιδιαίτερα στο πεδίο της διακίνησης. Αν σκεφτούμε πόσες ποιητικές συλλογές περνούν σχεδόν απαρατήρητες και αν συνυπολογίσουμε την αναμφισβήτητη αδιαφορία του κοινού για την ποίηση παγκοσμίως, τότε το Διαδίκτυο προσφέρει μια ευκαιρία, δίνει μια διέξοδο: όταν τα ποιήματα αφεθούν να ταξιδέψουν στον κόσμο των υπερμέσων, η τύχη τους είναι άγνωστη, αλλά σίγουρα καλύτερη.

Παρόμοια, αλλά όχι ταυτόσημη είναι και η χρήση του Διαδικτύου από τη φιλολογία, την κριτική και τη θεωρία. Για τον επιστήμονα, όπως έχει επισημάνει πολύ εύστοχα στο βιβλίο του «Radiant Textualities» ο Μακ Γκαν, το μέσο (προφορικό, γραπτό, τυπωμένο, ηλεκτρονικό) είναι ένα ακόμη εργαλείο, για τον ποιητή όμως είναι αυτοσκοπός, έργο της φαντασίας. Σήμερα όποιος ασχολείται με τη μελέτη της λογοτεχνίας έχει στη διάθεσή του όλες τις δυνατότητες που προσφέρει η ψηφιακή τεχνολογία: βάσεις δεδομένων, ψηφιακές βιβλιοθήκες, γλωσσικά και εγκυκλοπαιδικά βοηθήματα, εξαιρετικές ιστοσελίδες που αναφέρονται σε συγγραφείς, πολιτισμούς, λαούς, χώρες και σε ό,τι εν γένει μπορεί να χωρέσει ο νους του ανθρώπου. Χρήσιμα πράγματα που συχνά ενθαρρύνουν την κλοπή, την ευκολογραφία και την ασημαντολογία. Κάθε μέσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε, κουβαλά και τη φύρα του. Αλλά η γραφή, όπως λέει ο Χάινερ Μίλερ, «είναι ρίσκο, περιπέτεια, εμπειρία» και δεν πρέπει να τη φοβίζουν τα εμπόδια.

Οποιο δρόμο και αν ακολουθήσει κανείς, όποια στάση και αν κρατήσει, ένα είναι βέβαιο: η λογοτεχνία του βιβλίου θα αναμετρηθεί τα επόμενα χρόνια με την άυλη γραφή του Διαδικτύου.

Το σαράκι

«…όταν ακούστηκαν όλα αυτά ένα κρυφό και απέθαντο σαράκι ψιθύρισε: έ και λοιπόν; […] ύστερα από κάποια παύση συνέχισε να μουρμουρίζει επιτιμητικά: και τι θα αλλάξει μετά την επανάσταση των μέσων στον κόσμο της Αλίκης; μήπως θα πάψει η εξουσία να αποφασίζει για το νόημα; […] δίστασε για λίγο και ψήλωσε κάπως τη φωνή του: και τι θα κάνεις με τη διακήρυξη του Νίτσε ότι ο Θεός πέθανε, και πώς θα βολέψεις το φοβερό στοίχημα του Ντοστογιέφσκι ότι αν δεν υπάρχει Θεός, τότε όλα επιτρέπονται, και πώς θα αντέξεις αυτό που είπε ο Πολ ντε Μαν, αγγίζοντας το τέλος, “μόνο ένα ερώτημα έχει σημασία: υπάρχει Θεός ή δεν υπάρχει;” […] ακόμη και ο ωραιότερος ψηφιακός κόσμος είναι πεταμένος, όπως λέει ο αινικτής Εφέσιος, “ώσπερ σάρμα εική κεχυμένων” (σαν σωρός σκουπίδια χυμένα στην τύχη)… όλα τα υπόλοιπα είναι σιωπή…»

(η συνέχεια επί του Διαδικτύου)

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 01/09/2006

Νέος Δικτυ@κός Λόγος

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

Αλλάζει ο τρόπος που διαβάζουμε

Au fond, voyez-vous, le monde est fait pour aboutir a un beau livre

Stephane Mallarme

Οταν ο Μαλαρμέ είπε αυτή τη φράση, δεν μπορούσε να υποπτευθεί πως, σε λιγότερο από έναν αιώνα, η ποιητική του παρομοίωση θα είχε μεταβληθεί σε συγκεκριμένη πραγματικότητα. Ο κόσμος έχει ήδη καταλήξει σε ένα βιβλίο, ένα βιβλίο απέραντο, με εκατοντάδες εκατομμύρια αναγνώστες. Ενα βιβλίο που περιέχει οτιδήποτε δημιούργησε και δημιουργεί η ανθρωπότητα: κείμενα, εικόνες, ήχους -αλλά κυρίως, λόγο, γραπτό λόγο. Το μέγιστο ποσοστό του Internet είναι λέξεις. «Ο κόσμος φτιάχτηκε για να καταλήξει σε ένα βιβλίο» -η μεταφορά που έγινε προφητεία.

Οταν ο Karl Popper χώριζε τον κόσμο σε τρία (Κόσμος Ι: των αντικειμένων στο χώρο, Κόσμος ΙΙ: ο υποκειμενικός, των σκέψεων και των βιωμάτων, Κόσμος ΙΙΙ: των δημιουργημάτων) δεν υποψιαζόταν ότι σε δύο δεκαετίες ο Κόσμος ΙΙΙ θα σελάγιζε πάνω από την ανθρωπότητα σαν δεύτερο Σύμπαν. Περιέχει όλα αυτά που είχε περιγράψει ο φιλόσοφος: επιστημονικές θεωρίες και ποιήματα, πίνακες ζωγραφικής και κοντσέρτα, ακόμα και ταπεινά χρηστικά εγχειρίδια, οδηγίες χρήσεως και χάρτες.

Φυσικά, σαν δεύτερο Σύμπαν, το Διαδίκτυο περιέχει -όπως και το πρώτο- άφθονα σκουπίδια. Δεν θα κριθεί από αυτά -όπως δεν κρίνεται η ποίηση από τους κακούς στιχουργούς. Ο επαρκής αναγνώστης μαθαίνει να δικτυοδρομεί και να αποφεύγει τη φλυαρία, τη ρυπαρογραφία, την προπαγάνδα.

Αλλά το πιο ένδοξο πράγμα στο Internet είναι πως όλοι μπορούν να γράψουν σε αυτό το βιβλίο. Αντίθετα με τα μονόδρομα Μαζικά Μέσα (ακόμα και το βιβλίο είναι ένα από αυτά…) που μας μεταμορφώνουν σε παθητικούς δέκτες, στον Παγκόσμιο Ιστό ο καθένας μπορεί να είναι και πομπός. Εχει επέλθει μια νέα άνθηση του Λόγου, φυτρώνουν εκατοντάδες ατομικά έντυπα, εφημερίδες, βιβλία και περιοδικά των κυμάτων. Παλιά κλασικά κείμενα διασταυρώνονται με καινούρια, ανατρεπτικά. Με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ανθεί ξανά η τέχνη της αλληλογραφίας.

Οι δικτυωμένοι υπολογιστές και το ψηφιοποιημένο περιεχόμενο που διακινείται με αυτούς, είναι η μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού -πολύ πιο σημαντική από την εφεύρεση της τυπογραφίας. Θα αλλάξουν (ήδη αλλάζουν) τον τρόπο που εργαζόμαστε, που επικοινωνούμε, που ζούμε. Θα αλλάξουν τον τρόπο που διαβάζουμε -από τη σειριακή ανάγνωση, με το υπερκείμενο πάμε στη νοηματική. Ξέρω ότι πολλοί βλέπουν με δυσπιστία, ακόμα και με εχθρότητα αυτές τις αλλαγές. Αλλά ακόμα και αυτοί, δεν θα μπορούσαν να αρνηθούν την παρουσία του Νέου Δικτυακού Λόγου.

ΥΓ.: Κείμενο του 1996 -πρόλογος στην πρώτη δικτυακή σελίδα του Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Ψηφιοβιογραφικά: Χρησιμοποιώ υπολογιστή από το 1984 (και ο Ελύτης να τρελαίνεται όταν έβλεπε τις δυνατότητες του επεξεργαστή κειμένων -«μια ζωή δακτυλογραφούσα και έσκιζα», μουρμούριζε). Μπήκα στο Internet το 1993. Αρθρογραφώ στο RAM από το 1994. Εφτιαξα τον προσωπικό μου Ιστότοπο (http://www. ndimou.gr ) το 1996. Επισκέπτες το 2005: 277.000. Το 2001 εκδόθηκε το βιβλίο μου «Ψηφιακή Ζωή». Το 2006 δημιούργησα το πρώτο μου blog: http://nikosdimou. blogspot.com και αργότερα το σημερινό http://doncat. blogspot.com. Σε έξι μήνες είχαν 300.000 επισκέψεις και 32.000 σχόλια. Παρ’ όλο που έχω εκδώσει εξήντα βιβλία, που έχουν κυκλοφορήσει σε πάνω από μισό εκατομμύριο αντίτυπα, θεωρώ πια τον εαυτό μου δικτυακό συγγραφέα.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 01/09/2006

Ο Νέος Δικτυ@κός Λόγος

ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Το Διαδίκτυο μου φαίνεται σαν ένας λαβύρινθος χωρίς κέντρο, χωρίς Μινώταυρο

Το μπλόγκινγκ είναι ένα είδος πειραματικής γραφής. Από τη μια, ενέχει την πολυτέλεια μιας δωρεάν αυτοέκδοσης την οποία ο γράφων μπορεί να επιμεληθεί όσο θέλει μέχρι να τη δημοσιεύσει και από την άλλη, διαθέτει την αυθεντικότητα μιας αυθόρμητης ηλεκτρονικής κραυγής. Αν συνυπολογίσουμε το διαδραστικό του μέσου, ο συνδυασμός των ποστ, σε βάθος χρόνου -με την παρορμητικότητα που συχνά εντείνει το Δίκτυο- μπορούν να παράγουν ένα είδος εαυτού που ενίοτε εκπλήσσει τον ίδιο τον μπλόγκερ.

Ο μπλόγκερ μοιάζει μ’ έναν «διπλό ηδονοβλεψία»: βλέπω τη ζωή των άλλων και ταυτόχρονα αποκαλύπτομαι, εκπλήσσοντας τον εαυτό μου… Ολα τα παραπάνω φυσικά είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα για κάποιον που ασχολείται συστηματικά με τη γραφή.

Το μπλογκ για έναν συγγραφέα δεν αποτελεί ούτε «βήμα παρουσίασης των έργων του» ούτε ένα είδος φόρουμ με τους αναγνώστες του ή και με το διευρυμένο «κοινό» των μπλόγκερς. Υπό μια έννοια, το μπλογκ δεν ανήκει καν στο δημιουργό του. Δημιουργεί ένα λινκ, έναν δεσμό, μια χαραμάδα, μια δίοδο πρόσβασης, όχι μόνο για την (τόσο της μόδας) «κουζίνα της γραφής του», αλλά κυρίως για την ίδια του την αλήθεια, η οποία δεν αντικατοπτρίζεται μόνο με τα πεζά, τα ποιήματα, τα άρθρα. Εχω την αίσθηση πως εκείνο που ενδιαφέρει είναι κυρίως οι αυθόρμητες σκέψεις, οι αντανακλαστικές αντιδράσεις σε γεγονότα, οι μνήμες, τα ενδιαφέροντα και, σε τελική ανάλυση, ο ίδιος ο χαρακτήρας.

Ενας συγγραφέας που γράφει επώνυμο μπλογκ, δεν είναι «προστατευμένος». Δεν υπάρχει πρεστίζ, ρόλος, τίτλος. Ο συγγραφέας παρουσιάζει τον εαυτό του υπό μια εντελώς διαφορετική ιδιότητα. Δεν μιλάει ούτε μόνο με το έργο του ούτε μόνο για το έργο του. Πέραν των (δημοσιευμένων ή μη) κειμένων που καταθέτει, ανοίγει το εργαστήρι της σκέψης του και «ανεβάζει» ελευθέρα όλα εκείνα που τον έχουν ιντριγκάρει, χωρίς το μανδύα της μυθοπλασίας, χωρίς την αρχιτεκτονική του επιμελημένου δοκιμίου, χωρίς τη θεατρικότητα μιας συνέντευξης με διακριτούς ρόλους.

Ο Ιστός έχει τους δικούς του νόμους: δεν είναι βιβλίο, ούτε εφημερίδα. Ενέχει τη δική του αφήγηση. Συντάσσεται με υπερκείμενα, με βίαια ενίοτε πετάγματα, με αναπάντεχες πτήσεις από ένα λινκ σε άλλο, με ασυνεχές μοντάζ. Δεν περιλαμβάνει μόνο λόγο, αλλά και μουσική και εικόνα. Δομή υπάρχει, αλλά είναι διαρκώς «in progress». Προσωπικά, ως συγγραφέας με ρίζες στην αρχιτεκτονική, βρίσκω αυτήν την πολυεπίπεδη σύζευξη τόσων επικοινωνιακών ψηφίδων εξαιρετικά ελκυστική.

Ταυτόχρονα μου φαίνεται πολύ συγκινητικό ότι μέσα από αυτό το ριζοσπαστικό, καινοφανές μέσο, διασώζεται (αν όχι πρωταγωνιστεί) η παλιά καλή αφήγηση. Το ποστ μου με τη μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα ήταν ένα διήγημα.

Το Διαδίκτυο μου φαίνεται σαν ένας λαβύρινθος χωρίς κέντρο, χωρίς Μινώταυρο. Και το μπλογκ δεν είναι παρά μια ανοιχτή στροφή του.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 01/09/2006

Ο Νέος Δικτυ@κός Λόγος

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΟΥΒΑΛΗΣ

«Ηλεκτρονικοί ποιητές»

Εύκολα παρατηρεί κανείς, περιηγούμενος στους διαδικτυακούς τόπους που αφορούν κυρίως την πεζογραφία και την ποίηση, λιγότερο ή ελάχιστα το δοκιμιακό λόγο, ότι υπάρχουν αναρίθμητες ιστοσελίδες που παραθέτουν το ρομαντισμό και τη δυναμική τους, επιζητούν την ανταπόκριση του ηλεκτρονικού κοινού, διεκδικούν λίγο, έστω τον ελάχιστο, χώρο στο όνειρο της δημιουργίας, της δοκιμής, της έκφρασης με ή χωρίς ταυτότητα λογοτεχνικών αξιώσεων.

Σ’ αυτόν το συγγραφικό οργασμό έρχονται να προσθέσουν νότες αισιοδοξίας τα ιστολόγια, οι πύλες, τα ηλεκτρονικά περιοδικά. Πρόκειται βεβαίως για νέους όρους που κάπως ξενίζουν, αλλά αφορούν τους νέους διαύλους επαφής, γνωστοποίησης και διακίνησης λογοτεχνικών κειμένων στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας. Κι αν αυτή η εποχή έχει ήδη επέλθει εμφανέστατα σε διεθνές επίπεδο, αξίζει να σημειωθεί ότι στα καθ’ ημάς παραμένει terra incognita σε μεγάλο -και απογοητευτικό- βαθμό, με άμεσο αποτέλεσμα την αμηχανία και τη δυσπιστία των εμπλεκόμενων συγγραφέων. Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους, όπως το μειωμένο ποσοστό οικιακών ηλεκτρονικών υπολογιστών ανά την επικράτεια, η ακριβή τιμολόγηση στην παροχή διαδικτυακής σύνδεσης, αλλά και η εύλογη ψυχολογική «αποστασιοποίηση» των μεγαλύτερων ηλικιών από το νέο μέσο. Ωστόσο, οι τακτικοί χρήστες του Διαδικτύου, οι εξοικειωμένοι και απαιτητικοί μέσα από τις «ταχύτητες» που αναπτύσσουν οι ψηφιακές συσκευές τους, γνωρίζουν ότι το σερφάρισμα προσφέρει αρκετές εκπλήξεις, περισσότερο ή λιγότερο ενδιαφέρουσες, αλλά δηλωτικές μιας τάσης που προσβλέπει στο αύριο με σύγχρονους τρόπους.

Από την εμπειρία του υπογράφοντος, με προσωπικό ιστολόγιο (vassilis-rouvalis.blogspot.com) και έκδοση περιοδικού για την ποίηση (www.e-poema.eu), γίνεται φανερή η ποιοτική διαβάθμιση τόσο των πομπών όσο και των δεκτών της διακινούμενης λογοτεχνικής ύλης. Ειδικότερα σ’ ό,τι αφορά τον ποιητικό λόγο, περισσεύει η διάθεση δημοσιοποίησης ποιημάτων, τα οποία αντί να μένουν σε κάποιο συρτάρι ή να χαρίζονται σε κάποιο πρόσωπο, όπως συνέβαινε παλαιότερα, βρίσκουν χώρο πια στο Διαδίκτυο. Οι αποδέκτες αυτών των ποιημάτων μπορούν να κρίνουν, κατά βούληση, την αξία τους. Αλλωστε, κανένας απ’ όλους αυτούς τους «ηλεκτρονικούς ποιητές» δεν διεκδικεί την παπική μίτρα, ήτοι τη λογοτεχνική εκζήτηση, αλλά την απλή αυταξία των εκτιθέμενων πονημάτων του, την ειλικρινή, θαλερή, άδολη, ίσως και αφελή κατάθεση της δημιουργικής διάθεσής του. Ουδέν μεμπτόν μέχρι στιγμής• κανένας δεν ξέρει πώς θα εξελιχθεί τούτη η νέα πραγματικότητα. Κι όπως κάθε τι άλλο καινούργιο οπόταν έρχεται να πλαισιώσει το δεδομένο, οι προσδοκίες είναι περισσότερες και οι απαιτήσεις διευρυμένες, ακριβώς επειδή ο χώρος είναι απεριόριστος…

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 01/09/2006

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Φετιχιστές του άυλου

Η λογοτεχνία αναπνέει στο Διαδίκτυο. Και δεν αναφέρομαι στο προφανές: συγγραφείς συγγράφουν από κοινού με αναγνώστες το νέο τους μυθιστόρημα ή χάκερ υποκλέπτουν διάσημα «χειρόγραφα» -με το αζημίωτο ή όχι. Κυρίως αναφέρομαι στην ετερώνυμη γραφή (ο Πεσόα σήμερα θα ήταν μανιώδης του blogging) του δικηγόρου, του αποκαρδιωμένου, του τραπεζικού, του μηχανορράφου, της πόρνης, του εθνικόφρονα, του αναρχικού, του ρυπαρογράφου, του ζαχαροπλάστη, του σεξιστή, του αρχιτέκτονα, του μετανάστη, του σαλεμένου, του ζωγράφου και πάει λέγοντας.

Πιστεύω ότι τα διαδικτυακά ημερολόγια αποτυπώνουν ανάγλυφα το μεταμοντέρνο αφηγηματικό αίσθημα.

Ο αναγνώστης είναι συγγραφέας. Ο αναγνώστης δεν έχει ιδιωτική ζωή. Ο αναγνώστης είναι ένα παιδί. Οι τρεις αυτές συνθηματικές φράσεις, κατά τη γνώμη μου, σκιτσάρουν το φανατικό γραφιά πίσω από την οθόνη.

Οι περισσότεροι bloggers βιώνουν την ανάγνωση σαν την κορυφαία συγγραφική πράξη, εξού και κοινοποιούν με τόσο πάθος την αναγνωστική τους απόλαυση ή δυσφορία. Ο βιβλιόφιλος του Διαδικτύου φαντασιώνεται μια αδιαμεσολάβητη, σχεδόν σαρκική σχέση με τα κείμενα (χωρίς να αποζητά την ανάσα του κριτικού, ενίοτε και του ίδιου του συγγραφέα) είναι ένας φετιχιστής της άυλης σελίδας.

Ο ιστολόγος, αν και μασκοφόρος, ξεγυμνώνεται δημοσίως (νιώθοντας την οθόνη σαν παραβάν του εξομολογητή ή ντιβάνι του αναλυτή -διαλέγετε και παίρνετε)• εκτίθεται σε κοινή θέα-βορά. Το γεγονός τώρα ότι υπερασπίζεται το δικαίωμα στην αφάνεια (ένας Σάλιντζερ ή Πίντσον στη νιοστή) κατά βάθος φωτίζει τη βούλησή του να υπάρξει ταυτόχρονα ως συγγραφέας – ήρωας – αναγνώστης – εκδότης του κειμένου της ζωής του, στο ατέρμονα παιχνίδι μιας αφήγησης που διαρκώς επαναφέρει το ερώτημα: Με ποιον μιλάμε, όταν μιλάμε με τον εαυτό μας για τον εαυτό μας;

Γράφοντας μικρά και ασυνεχή κείμενα καθρεφτίζεται στη θρυμματισμένη πρόζα του κόσμου και, εν επιγνώσει ή όχι, συμμετέχει σ’ αυτό που η τρέχουσα θεωρητική κουβέντα χαρακτηρίζει microficcion ή metaficcion• γι’ αυτό εξάλλου είναι ένα βήμα μετά την προφητική μεταφορά του Μαλαρμέ («Le monde est fait pour aboutier a un beau livre»), αλλά και υπομειδιά με το εσχατολογικό άρθρο του Ρόμπερτ Κούβερ («Το τέλος των βιβλίων», «New York Times» – «Book Reviewt», 21.6.1992) σχετικά με την παγκόσμια κυριαρχία του ηλεκτρονικού βιβλίου.

Ο συγγραφέας της μπλογκόσφαιρας κατακλύζεται από κείμενα, βιβλιοθήκες, συζητήσεις. Μ’ ένα κλικ μεταμορφώνεται στον Κην της Τύφλωσης (Ε. Κανέτι), μεταφέρεται στο γραφείο του Κάφκα, του Προυστ ή του Καβάφη, συνομιλεί με σεσημασμένους αναγνώστες του μπένγιαμιν, του Μπαχτίν ή του Ζιράρ, απομονώνεται σε περιώνυμες πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες του πλανήτη (βέβαιος ότι όσο ο Γουτεμβέργιος ψηφοποιείται τόσο η νοσταλγία του τυπωμένου χαρτιού θα αυξάνει).

Κι αυτή ακριβώς η τυφλόμυγα, το κουτσό, το κλέφτες κι αστυνόμοι της διαδικτυακής περιπλάνησης τον γεμίζει με μια ευδαιμονία παιδικής υφής και προέλευσης.

Προσωπικά μάλλον πρέπει να ήμουν, ερήμην μου, πρόσωπο-lyber. Προτού, δηλαδή, χαθώ στο διαδικτυακό λαβύρινθο. Το παλίμψηστο της γραφής μου, η ανάγκη μου να οικειοποιούμαι ξένα κείμενα, να λαθρακούω ξένες ζωές, η αρχειακή μου μανία (μόνο τον αέρα που αναπνέω δεν αποδελτιώνω πλέον) φαίνεται πως ταίριαξαν γάντι στη μεταναστευτική, μιγαδική, πολιτικά κρυπτική, αυτοαναφορική/αυτοβιογραφική, διαδικτυακή λογοτεχνία.

Συνεπώς η παρένθεση στο δικτυακό μου τόπο (www.fais.gr) του Hotel Memory, ήρθε σαν καθ’ ύπνον παζλ. Η διασταύρωσή μου με 16 προσφιλείς bloggers με γυρνάει πίσω, στα χρόνια της αθωότητας, τότε που στο «Μπλοκάκι της Μελίντας» έγραφα ως Ανθρωπάκι (περ. Επίκαιρα, επί χούντας), αλλά και με παλινδρομεί ώς σήμερα, στη δίψα μου για ολοένα και πιο ανοιχτά, φιλόξενα και συνένοχα (με τον αναγνώστη) μυθιστορήματα.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 01/09/2006

Εκτόνωση, επικοινωνία, αλλά και δοκιμασία της γραφής
ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΠΙΤΣΙΡΙΚΟΣ Σατιρικός και προπάντων ασεβής
«ΜΑΡΑΘΙΑΣ»
ΣΕΛ. 360, ΕΥΡΩ 15

Η ΚΟΥΡΟΥΝΑ Φλυαρία – αμπελοφιλοσοφία – παράκρουση
«ΜΑΡΑΘΙΑΣ»
ΣΕΛ. 192, ΕΥΡΩ 12,5

«Τα blogs είναι Δημοκρατία», καταλήγει το κοινό εισαγωγικό σημείωμα στις δύο πρόσφατες εκδόσεις με κείμενα δύο δημοφιλών, εγχώριων blogers. Το ηχηρό συμπέρασμα είναι άμεσα συνηρημένο με τη λογική των ηλεκτρονικών ημερολογίων, στο μέτρο που αυτά εκτονώνουν πολύμορφες ανάγκες. Προσφέρουν στον καθένα (με στοιχειώδεις έστω γνώσεις γραφής, ανάγνωσης και υπολογιστών) ένα βήμα έκφρασης, αδέσμευτης από οιονδήποτε περιορισμό, ενθαρρύνοντας παράλληλα τη διάδραση μεταξύ του γράφοντος και των αναγνωστών, καθώς οι τελευταίοι μπορούν, όχι μόνο να σχολιάζουν τα κείμενα, αλλά συχνά να δημιουργούν μια σχέση φιλική, τρόπον τινά, με τον γράφοντα. Πέρα όμως από την εκτόνωση της ζωτικότατης ανάγκης για επικοινωνία και συντροφικότητα, τα blogs συνιστούν μια δοκιμασία στη γραφή και τη διατύπωση γνώμης. Ενα ζύγισμα των εκφραστικών ικανοτήτων και της άνεσης στην εξωτερίκευση, αναλόγως του πρόσημου (θετικού, αρνητικού) και της ποσότητας της ανταπόκρισης. Μήπως όμως όταν αυτή η καθ’ όλα δελεαστική διαδικτυακή συναλλαγή μεταστοιχειώνεται σε έντυπη μορφή χάνει κάτι ουσιώδες από τις προρρηθείσες λειτουργίες της; Και μήπως τα ίδια τα κείμενα χάνουν την όποια αξία τους; Μήπως στην (αποσπασματική αναγκαστικά) μεταφορά ενός blog σε βιβλίο υποκρύπτονται νέες διεκδικήσεις από την πλευρά των blogers; Μήπως, δηλαδή, η έκδοση αυτή καθεαυτήν μπορεί να ιδωθεί είτε σαν ένα είδος διάκρισης είτε σαν προθάλαμος της πεζογραφικής ενασχόλησης; Και σε ποιο αναγνωστικό κοινό άραγε απευθύνονται τα βιβλία-blogs; Σε όσους δεν έχουν πάρει είδηση το ολοένα διογκούμενο φαινόμενο; Σε όσους δεν συναναστρέφονται τόσο στενά το Διαδίκτυο; Σε όσους από τη συντροφιά των blogers επιθυμούν να αγγίξουν τα κείμενα σε μορφή βιβλίου, όπως αναφέρεται σε ένα από τα σχόλια, απευθυνόμενα στην Κουρούνα;

Δεν είναι μόνον επισφαλές αλλά και άδικο να προσπελάσει κανείς τα κείμενα της Κουρούνας και του Πιτσιρίκου, τα πρώτα που μεταφέρθηκαν στο χαρτί, αποσπασμένα από το περιβάλλον όπου κυοφορήθηκαν και εκτιμήθηκαν. Ανεξάρτητα βέβαια από τις παραπάνω επιφυλάξεις, πολλές από τις καταγραφές και των δύο δύσκολα αιτιολογούν την έκδοση, συνεπώς την αναδημοσίευσή τους. Επειδή όμως οι δύο συγγραφείς αποκλίνουν αισθητά ως προς το ύφος και τη θεματολογία, σκόπιμο είναι να τους δούμε ξεχωριστά. Το βιβλίο του Πιτσιρίκου λυγίζει από το υπερτροφικό, εξαγριωμένο, ανώνυμο «εγώ» του. «Σατιρικός και προπάντων ασεβής» αυτοσυστήνεται, αλλά μετά βίας διακρίνεται στα κείμενά του η τιμητική προσαγόρευση. Εκτός κι αν θεωρηθεί σάτιρα η γελοιογραφική απόδοση τηλεοπτικών δρώμενων και ασέβεια ο προχωρημένος εγωκεντρισμός. Τα συγχαρητήρια σχόλια που ο Πιτσιρίκος εισπράττει σωρηδόν, εστιάζονται στη γενναιοδωρία με την οποία χαρίζει το γέλιο. Πράγματι, οι τραβηγμένες παραμορφώσεις δημόσιων προσώπων και τηλεοπτικών (ως επί το πλείστον) καταστάσεων, βοηθημένες από μια αδιαμφισβήτητη γλωσσική ευχέρεια, προκαλούν θυμηδία. Ωστόσο, η διακωμώδηση είναι συνήθως περιγραφική, χωρίς να θεμελιώνεται σε μια συγκροτημένη, ή έστω σχηματική, αντίρρηση σχετικά με το αντικείμενό της. Η αμυδρή προσπάθεια κριτικής, ακόμα και οι ευθύβολες νύξεις, συνθλίβονται από το επιτηδευμένο, μπλαζέ ύφος. Εύλογα, καθότι το ζητούμενο δεν είναι η κατάδειξη των κακώς κειμένων επί παντός του επιστητού, αλλά η ανάδειξη της χλευαστικής δεινότητας. Οπωσδήποτε η ικανοποίηση της ανάγκης για γέλιο δεν είναι διόλου αμελητέο επίτευγμα. Αλλά, όπως και να το κάνουμε και όσο και αν τηρήσουμε τις αναλογίες, άλλο ο Αριστοφάνης εναντίον του Σωκράτη (όπως μνημονεύεται σε μια διδακτικού τύπου επισήμανση περί σάτιρας) και άλλο ο Πιτσιρίκος εναντίον ιδιωτικής τηλεόρασης, μπουζουκιών, γηπέδου κ.ά. Καλή η ελευθερία του λόγου, αλλά στη μεγαλαυχία χωράει και λίγη αυτολογοκρισία. Η απάντησή του σε σχόλιο Κύπριας αναγνώστριας, θιγμένης από μια παρωδία της τουρκικής εισβολής, φανερώνει μια περίεργη, δύσληπτη συλλογιστική: «Σατιρικό κείμενο είναι. Και ως σατιρικό, ασεβές. Αν το αναλύσω, δεν υπάρχει». Σατιρικό ίσον ασεβές; Σατιρικό/ασεβές συν ανάλυση, άθροισμα μηδέν; Και τι σημαίνει κατά τον Πιτσιρίκο ανάλυση; Διάλυση εις τα εξ ων συνετέθη; Ισως αν η ανάλυση προϋπήρχε της σάτιρας, με άλλα λόγια, αν η διάχυτη δυσανεξία στην κοινωνικοπολιτική επικαιρότητα εδραζόταν σ’ ένα αποσαφηνισμένο σκεπτικό, ούτε πολύπλοκες επεξηγήσεις θα απαιτούνταν ούτε επιφυλάξεις όπως οι παραπάνω θα δικαιολογούνταν. «(?) Θα πρέπει να δεχτείτε πως απλώς κάνω το κέφι μου. Κι αυτό είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση». Προφανώς έχει απόλυτο δίκιο, ας προσθέσει όμως ένα ακόμα επίθετο, «προσωπική».

Αν τα κείμενα του Πιτσιρίκου έχουν έναν δημοσιογραφικό χαρακτήρα, με εξαίρεση κάποιες λυρικές λοξοδρομήσεις, η Γιάννα Αναστοπούλου, κατά blog Κουρούνα, εμφανίζεται με έκδηλες λογοτεχνικές αξιώσεις. Κείμενα ήπιων τόνων, ευφρόσυνης διάθεσης τα περισσότερα, αρδεύονται σχεδόν αποκλειστικά από βιωματικό υλικό και ανιχνεύουν τη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Κάποια από αυτά θα μπορούσαν να πλασαριστούν σαν διηγήματα. Η απροσποίητη γλώσσα, το ελαφρώς μελαγχολικό χιούμορ, ο σκληρός αλλά τιθασευμένος αυτοσαρκασμός, η οικονομία του λόγου προδιαθέτουν ευνοϊκά. Μολονότι τα θέματα που απασχολούν τη γράφουσα (αναπολήσεις της παιδικότητας, σεξουαλικά παρατράγουδα, γυναικείες κατινιές, απροσάρμοστα κουτάβια και αποκαρδιωτικές Κυριακές) παρουσιάζουν ισχνό ενδιαφέρον, η ανάπτυξή τους είναι, τις περισσότερες φορές, αρκετά ελκυστική έως απολαυστική. Από τις επιτυχέστερες στιγμές, η σπαρταριστή περιγραφή της νοσοκομειακής περιπέτειας. Ανάλογη περιγραφή του Πιτσιρίκου είναι απλώς απερίγραπτη. Ακόμα κι αν ο αυτοσαρκασμός αποτελεί την άλλη όψη της αυταρέσκειας, η Κουρούνα έχει ισορροπήσει ανάμεσα στην ελευθερία του μέσου και τη σοβαρότητα της υπόθεσης που λέγεται έκθεση.

Το βιβλίο της Κουρούνας, εν ολίγοις, θέτει υπό σοβαρή αμφισβήτηση τα ερωτήματα σχετικά με το νόημα της έκδοσης θραυσμάτων από ένα blog. Από την άλλη, η ίδια επιφυλακτικότητα υπονομεύει τις ενστάσεις για το βιβλίο του Πιτσιρίκου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 01/09/2006

http://www.enet.gr/online/online