Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Γιάννης Ρίτσος, “Αναστάσιμο Mνημόσυνο”

 

Για τους πεσόντες στην κατοχή Αγρινιώτες

Και

Για όλους τους Ρωμιούς – θύματα του ναζισμού

 

 

 

Τόπος ιερός, εδώ που οι αντίχριστοι ξανασταύρωσαν το Χριστό και την Ελλάδα,

κ’ είταν Παρασκευή Μεγάλη, 14 του Απρίλη,

και κει που η γης ανάβρυζε κρινάκια, παπαρούνες χαμομήλια για το Πάσχα

σκάφτηκαν τάφοι και στους τάφους δε χωρούσαν οι λεβέντες,

και μες στα σπλάχνα δε χωρούσε τόσος πόνος.

 

Κι’ είταν το Αγρίνι ολάκερο ένας Επιτάφιος μ’ όλα του τα κεριά σβησμένα

Κι αντίς καμπάνες απ’ τον όρθρο ως το σπερνό, ντουφεκιές ακούγονταν,

κ’ οι κρεμασμένοι σάλευαν σαν καβαλάρηδες του ανέμου κ’ έφευγαν πάνω απ’ το χρόνο

και μες στο απόβροχο, τη νύχτα της Ανάστασης, τ’ άστρα που βγήκανε, λάμψη δεν είχαν

κ’ είτανε τ’ άστρα σα βρασμένο στάρι για τα κόλλυβα των σκοτωμένων,

στάρι πιτσιλισμένο μαύρη ζάχαρη, μαύρη σταφίδα, μαύρο ρόϊδι,

και στις αυλές, την άλλη μέρα, αντίς αρνιά να ψήνονται, τραγούδια  ν΄αντηχούνε,

κ’ ήλιοι τα πορτοκάλια, μες απ’ τα πλυμένα φύλλα, να φωτίζουν του χορού τις δίπλες,

μουγκός ο θρήνος και μουγκή η κατάρα πνίγονταν μες στης σκλαβιάς το μαύρο φόβο,

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Τ. Κ. Παπατσώνης, ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβίο Δοκιμίων μέ τίτλο ” Ὅπου ἦν Κῆπος ” *

” Χαλκεδαμά ” φαίνεται θά πεί ἑβραϊκά Ἀγρός Αίματος. Ὅλοι τό ξέρετε, ἐκεῖνο ὅμως
πού δέν ξέρετε, εἶναι τό γιατι ἀποτελεῖ πιά τό χωράφι γιά τήν ἀσφάλειά μας. Ξένοι καθώς εἴματστε και Περεγρῖνοι, ἐξασφαλίσαμε, μέσα ἀπό τόση , σκολιά πορεία, ἕναν τόπο, ἀκριβοπληρωμένο, πού θά βροῦμε , ὅσο ἀνήσυχη κι ἄν εἶναι , μιάν ἀνάπαυση. Ἀντί γιά τή
γέε ννα καί τούς βρυγμούς τῶν δοντιῶν, κάτι ὑπολείφθηκε και γιά μᾶς , ἕνας τόπος προσδοκίας. ” Ἔως ἄν πάλι γενώμεθα “, ὅπως εἶπεν ὁ πολύαθλος. Ἀπό τήν ἴδια θυσία, ἄς μήν γελιόμαστε, προέρχεται κι αὐτη ἡ καταφυγή. Ὅσο κι ἄν τήν συναντοῦμε ἀπο τήν σκοτεινή της πλευρά , στό ἴδιο Αἷμα τήν χρωστοῦμε. Μέσα στήν εὔγευστη οὐσια αὐτοῦ τοῦ νέκταρος, διαλύεται ἡ γεύση ἀπο τά φαρμάκια που ἡ ἀλχημεία μας εἶχε μηχανευθεῖ :
inter nectaris saporem
transiere absinthia.

Ὅταν μοῦ ἀποκαλύφθηκε η παρήγορη βεβαιότητα, που παρέχει ἠ ἀπόκοσμη λέξη
” Χαλκεδαμά ” καί οἱ ἄπειροι δρόμοι τοῦ θεϊκοῦ ἐλέους, που ἀκόμη και γιά τούς παρα-
στρατημένους κάτι μεριμνᾶ, πῆγε ὁ νούς μου, καθώς ἀνάπλαθα μέσα μου τίς σκηνές της φρικτῆς ἐκείνης νύχτας, πού ἐσύρετο ὁ δέσμιος Θεός τῶν ἀνθρώπων ” ἀπο τόν Ἄννα εἰς Καϊάφαν “, και σ’ ἄλλη μιά παράλληλη, ἀλλά πόσο διαφορετική προδοσία. Σκέψου ὅμως, ἄνθρωπε, δειλέ , ἄβουλε, ριγηλέ, φιλήδονε, πόσο διαφορετική, φωτεινή ἔκβαση μπορεῖ νά ἔχει ἡ ἴδια πράξη. Ἀρκει ὁ δράστης της ν’ ἀνανήψει , νά φωτιστεῖ. Σκέψου τούς βαθύτατους στοχασμούς, που στιχούργησε ὁ Ἀκινάτης .
Vide paris sumptionis
quam sit dispar exitus.

Tί σημασία ἔχει , ἄν τούς συνθέτει γιά νά τονίσει τά θαυμάσια τῆς Εὐχαριστίας πού καθαγιάζει ὅσους τήν προσεγγίζουν μέ κατανυγμό, ἐνῶ θανατώνει τούς κατάκριτους, πού , ἀνάξιοι, τολμοῦν νά τήν γευθοῦν. Τό ἴδιο ευχαριστιακή προσέγγιση μή δέν εἶναι , ἤ δέν πρέπει νά εἶναι ἡ κάθε μας πράξη, μέ τό ἴδιο ἀποτέλεσμα ;
Ἡ σκέψη μου πάει , καθώς θά καταλάβατε, στό μαγκάλι ἐκεῖνο, πού ζεσταινόταν ὁ Πέτρος, και στίς παιδίσκες , πού δέν ἦταν ἄμοιρες ἀπο κάποια παιχνιδιάρικιαν αὐταρέσκεια, ὅταν πειραχτικά τοῦ λέγαν ” καί σύ μετ’ αὐτοῦ εἶ “. Ἡ σκέψη μου πάει στήν τριπλήν ἄρνηση, πού τί ἄλλο ἦταν ἀπο προδοσία ; Κι ὅμως ἄρκεσε νά κράξει ὁ πετεινόςκαι νά τόυ ρίξει ἕνα βλέμμα ὁ Κατάδικος , γιά νά συνέλθει , νά βγεῖ ἔξω καί νά κλάψει πικρά.
Αὐτός ἔχυσε τά δάκρυα τ’ἀναγεννητικά , ὁ ἄλλος βουτήχτηκε στήν ἀπόγνωση καί κρεμά-
στηκε στό παλούκι το ξεραμένο. Δροσιά τῆς Χάριτος ἔλουσε τόν ἕνα, στυγνός θάνατος ηὗρε τόν ἄλλον : πόσο ἀνόμοια, ἀληθεια , ἠ ἔκβαση τῆς ἴδιας προδοσίας.Γιά τοῦτο ὀ ἴδιος ὁ Ἀκινάτης, προχωρώντας στόν ὕμνο του , ξεχωρίζει τήν μοῖρα τῶν κακῶν ἀπο τήν μοῖρα τῶν καλῶν , κι ἐπιγραμματικά μᾶς φανερώνει τό :
sumunt boni, sumunt mali,
sorte tamen inaequali.

Καί γι αὐτό ὁ Πέτρος , παρ’ ὅλο του το παραστράτημα, ἀξιώθηκε νά ὁμολογήσει τήν
Θεότητα παροῦσα κι ἐνανθρωπίσασα, και τάχθηκε νά βόσκει, νά ποιμαίνει και να κλειδουχεῖ.
Σ’ ἐμᾶς ὁμως , που δέν πρόκειται ποτέ νά μᾶς ἀνοίξει τίς οὐράνιες πύλες, ἀπομένει ἡ ϋπομονή και ἡ καρτερία, πού ἔχει τίς πηγές της ἀπό τήν ἄλλη προδοσία , που μᾶς ἔχει τουλάχιστον διαθέσει κάποιον τόπο μακρινῆς προσδοκίας, στό κοιμητήρι τῶν ξένων. ” Ἕως ἄν πάλιν γενώμεθα “. Μήπως δέν εἶχε συμπεριλάβει στήν προσευχή του τήν ἐπιθανάτια ὁ Θεός , μέ τό ” ἄφες αὐτοῖς ” και τούς ἀγοραστές τοῦ ἀγροῦ που θά δεχτεῖ τήν κατάπαυσή μας ; Ἄς κοιμηθοῦμε , μέ τήν ἐλπίδα πώς δέν εἴμαστε ὁλότελα ἀπόκληροι. Κοινή μυστική βουλή κατεργάζεται τό καλό ὅλων μας.

Τ. Κ. Παπατσώνης
ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβίο Δοκιμίων μέ τίτλο
” Ὅπου ἦν Κῆπος ” *

Γιά τήν ἀντιγραφή , καί γιά τό Ποιείν ,
Νατάσα Κεσμέτη

* Αθήνα , 1972, Οἱ Ἐκδόσεις τῶν Φίλων

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Φεντόρ Ντοστογιέβσκι….Είπε Γέρων :

Φεντόρ Ντοστογιέβσκι

Δέν κατέβηκες ἀπ’ τό σταυρό ὅταν Σοῦ φωνάζανε περιγελώντας καί λοιδορώντας
Σε : ” Κατέβα ἀπ’τό σταυρό γιά νά πιστέψουμε πώς εἶσαι Ἐσύ “.
Δέν κατέβηκες γιατί δέν θέλησες νά σκλαβώσεις τόν ἄνθρωπο μέ τό θαῦμα.
Λαχταροῦσες τήν ἐλεύθερη ἀγάπη κι ὄχι τούς δουλικούς ἐνθουσιασμούς τοῦ σκλάβου,
τοῦ τρομοκρατημένου μπροστά σέ μιάν ἰσχύ πού τόν συντρίβει.

Ἀπό τόν Μέγα Ἱεροεξεταστή

Είπε Γέρων :

1 ) Ἀγαπῶ τόν Χριστό σημαίνει ἀγαπῶ τόν Σταυρό, τήν ὑποτίμηση, τόν κόπο.

2) Ἐμεῖς νομίζουμε πώς ὁ Χριστός εἶναι ἕνας καλοκάγαθος γίγαντας
πού μᾶς κάνει τά θελήματα.Τόν ἔχουμε παραγγελιοδόχο.
Δέν τόν θέλουμε Ἀφέντη μας.

3) Λέμε : Ἰησοῦ, τρῶσον τήν καρδίαν μου,
ἀλλά ξέρεις ” ἡ ξιφολόγχη τοῦ Πιλάτου ”
νά μή μέ τρώσει !

4) Ἡ Ἀγάπη εἶναι ὁ Χριστός και θά λειτουργήσει
ὅπως ὁ Χριστός στόν κόσμο : Θά ἀνεβεῖ στό Σταυρό
καί ¨οταν θα πεθάνει , θά ἀναστηθεῖ.

5) Ἐκκλησία πού δέν δέχεται νά ἁπλώσει τά χέρια της
ὅταν σταυρώνεται, δέν μπορεῖ νά εἶναι
Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ

6) Πολλές φορές οἱ νοσηρῶς “θρησκευόμενοι ” τῆς σύγχρονης
καταναλωτικῆς κοινωνίας ἐπιδιώκουν και νομίζουν ὅτι ἐπιτυγχάνουν
νά ” χρησιμοποιοῦν ” τόν Θεό ὡς ἀδάπανο καί πολυτελές ἀπορρυπαντικό
καί φοβοῦνται τήν πίστη ὡς ἀναιρετικό τῆς ἐγωπαθοῦς τους πολυτέλειας.

7) ” Αὐτοῦ ἐσμέν ποίημα ” : Αὐτό τό βίωμα ὑπάρχει μέσα μας ; Ὑπάρχει
ἡ λαχτάρα νά λειτουργοῦμε τήν Ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν Ἐκκλησία ;

8) Ὅσο πιό πνευματικός γίνεται ὁ ἄνθρωπος, τόσο λιγότερο ἰμπεριαλιστής
εἶναι ὡς πρός τήν ζωή τῶν ἄλλων. Σέβεται τήν ἐλευθερία τους.

9) Ἡ προσευχή πρέπει νά ἔχει τά αἰτήματα τοῦ “Πάτερ ἡμῶν ”
και τά βιώματα τῆς Γεθσημανῆ.

10 ) Νά ἔχουμε τή λαχτάρα και τήν ἀγωνία πού εἶχε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος
“ἵνα μή κενωθῃ ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ “. Αὑτό σημαίνει νά μήν παύσουμε
νά βλέπουμε ὅτι μέσα στήν ὁλοκλήρωση τοῦ Σταυροῦ μας βρίσκεται
ἡ Ἀνάστασή μας.

11) Δέν πιστεύουμε οὐσιαστικά στήν ἀναστάσιμη δύναμη τοῦ σταυρώματός μας.
Δέν ζοῦμε ὅτι μέσα στό Σταυρό θά ὑπάρξει ἡ Ἀνάσταση. Εἶναι ἡ πλάνη
πού μᾶς ἐμπνέει ὁ διάβολος, ὅπως ἔκανε και στούς πρωτόπλαστους :
Μή δεχτεῖς τό σταυρό και θά προχωρήσεις πιό γρήγορα.

12) Ἡ ἁπόλυτη Ἁγιότητα συναντᾶται μέ τήν ἁπόλυτη Κακία πάνω στόν Σταυρό.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλέξανδρος Βαναργιώτης, η Σποδός

 

Ό­πως έ­λε­γαν, στα νιά­τα της ή­ταν πο­λύ ό­μορ­φη κο­πέ­λα. Ορ­φα­νή α­πό πα­τέ­ρα ήρ­θε κά­που στη δε­κα­ε­τί­α του ε­ξήν­τα στην πό­λη να δου­λέ­ψει σε μια βι­ο­τε­χνί­α ρού­χων. Γρή­γο­ρα την α­να­κά­λυ­ψαν οι ε­πι­τή­δει­οι και πες α­πό δω, πες α­πό κει, την εκ­με­ταλ­λεύ­τη­καν με κά­θε τρό­πο, βά­ζον­τάς την να τρα­γου­δά δή­θεν σε κά­τι κέν­τρα της κα­κιάς ώ­ρας.
Ε­μείς τη βρί­σκα­με στις ε­ξό­δους μας α­πό το στρα­τό­πε­δο σε έ­να ά­θλιο, αλ­λά φτη­νό τα­βερ­νά­κι στις ά­κρες της πό­λης, δί­πλα στον ά­γιο Μη­νά, ό­που κα­τα­φεύ­γα­με τις κα­θη­με­ρι­νές που η έ­ξο­δος άρ­χι­ζε στις έ­ξι το α­πό­γευ­μα και δεν προ­φταί­να­με να κά­νου­με πολ­λά, πέ­ρα α­πʼ το να κα­τα­να­λώ­σου­με έ­να μπου­κά­λι ρε­τσί­να, να φά­με κα­νέ­να ζε­στό με­ζέ και να κου­βεν­τι­ά­σου­με για τα δι­κά μας, δι­ώ­χνον­τας α­πό πά­νω μας τη «σκό­νη» του στρα­το­πέ­δου.
Ε­κεί, «Στου Μπάμ­πη» σύ­χνα­ζε. Ερ­χό­ταν συ­νή­θως με­τά τις ο­κτώ, περ­πα­τών­τας αρ­γά και κρα­τών­τας στο έ­να χέ­ρι κομ­πο­δε­μέ­νη σαν δι­σά­κι μια μπλε σα­κού­λα μπα­κά­λι­κου. Κα­θό­ταν, κι ο Μπάμ­πης της έ­φερ­νε μια κα­νά­τα ντό­πιο κρα­σί, κόκ­κι­νο, μια φέ­τα τυ­ρί και λί­γο ψω­μί. Αυ­τό ή­ταν το βρα­δι­νό της. Πολ­λές φο­ρές το ψω­μί δεν το α­κουμ­πού­σε καν. Πλή­ρω­νε α­μέ­σως, ό­ταν -κά­νον­τας θε­λή­μα­τα ή ζη­τι­α­νεύ­ον­τας στην πό­λη, ό­πως μας εί­πε ο Κώ­στας που ή­ταν α­πʼ τα μέ­ρη- εί­χε κά­ποι­α ψι­λά στην τσέ­πη. Αν πά­λι δεν εί­χε, τό­τε με μια κο­φτή κου­βέν­τα έ­λε­γε, τσε­βδί­ζον­τας λί­γο, για­τί της έ­λει­παν οι δύο μπροστινοί κο­πτή­ρες, στον τα­βερ­νιά­ρη: «Μπάμ­πη, α­πόπ­θε γράπ­θε». Με­τά έ­βα­ζε στο πο­τή­ρι κρα­σί, ά­να­βε κι έ­να τσι­γά­ρο που έ­κα­νε τρά­κα πό­τε α­πό ε­μάς και πό­τε α­πό κα­νέ­ναν άλ­λο θα­μώ­να, έ­στρε­φε το βλέμ­μα της στο βά­θος του μα­γα­ζιού και βυ­θι­ζό­ταν σε σκέ­ψεις. Μό­νο αν ε­μείς, λέ­γον­τας α­στεί­α ή κου­βεν­τι­ά­ζον­τας δυ­να­τά, το πα­ρα­κά­να­με, την α­πο­σπού­σα­με α­πό το βύ­θι­σμά της. Τότε γύ­ρι­ζε το κε­φά­λι και μας κοί­τα­ζε. Με­τά ε­πα­νερ­χό­ταν στην πρό­τε­ρη κα­τά­στα­ση.
Την έ­λε­γαν Νί­τσα. Το ε­πώ­νυ­μο δεν το ή­ξε­ρε κα­νέ­νας α­πό τους θα­μώ­νες με τους ο­ποί­ους κα­τά και­ρούς κου­βεν­τι­ά­ζα­με, πα­ρό­τι γνώ­ρι­ζαν πολ­λές πι­κάν­τι­κες πτυ­χές της ζω­ής της, τις ο­ποί­ες με ευ­χα­ρί­στη­ση μας δι­η­γούν­ταν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ευάγγελος Κουμεντάκος, Kαι να μου το έλεγαν δεν θα το πίστευα

Όταν ήμουν μικρός άκουγα πολλά πράγματα απο τον περίγυρό μου. Καθώς μεγάλωνα αυτά που μου έμειναν ήταν διάφορα και γενικά, αλλά τον τελευταίο καιρό η μνήμη μου είναι αρκετά εκλεκτική…

ʽΑμ άμα δεν έχεις δόντι…ʼ ʽ…να τρυπώσεις κάπουʼ, ʽβλέπεις αν δεν είσαι στο κόμμα…ʼ ʽο κλέψας του κλεψαντοςʼ ʽ…εγώ θα βγάλω το φίδι…ʼ ʽμονιμοποιήθηκε…ʼ ʽούτε στου παππά…ʼ. Φαντάζομαι ότι παρόμοιες αναμνήσεις έχουμε όλοι.

32 χρόνια η ίδια ιστορία. ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και τανάμπαλι ΝΔ, ΠΑΣΟΚ. Ήταν ο ίδιος σκηνοθέτης με άλλο τίτλο και υπότιτλους. Τουλάχιστον να άλλαζαν οι ηθοποιοί, ή να χρησιμοποιούσαν κάποιο ψευδώνυμο! Αλλά όχι. οι αστέρες του θεάματος βασίζονται στην αίγλη του ονόματος, και φυσικά στην Ελλάδα το πατροπαράδοτο όπως και να το κάνουμε είναι κάτι καλό.

Τους παρακολουθούσα απο την Ιταλία, απο την Πολωνία και τώρα απο το Βέλγιο. Εκλογές έρχονταν, πέρναγαν και πάλι καλά που παρόλη την υπογεννητικότητα δεν μας λείπουν οι απόγονοι όταν υπάρχει εθνική ανάγκη.

Μετά απο τόσα χρόνια ήρθε επιτέλους η στιγμή που κανένας δεν περίμενε. Το καλύτερο κλίμα του κόσμου, το λίκνο του πολιτισμού, η γεννέτηρα του Ευρωπαικού ιδεώδους δεν έφτασε για να σκεπάσει τα ψέμματα, ούτε για να επιστραφούν τα κλοπιμαία.

Ήταν στραβό το κλίμα το έφαγε και ο γάιδαρος και όμως δεν απόγεινε αλλά ξαναγίνετε και μετά από μερικά χρόνια, πάλι θα λέμε ξανάγινε!
Ναι φίλοι μου, γιατί δεν χρειάζεται να είσαι μετεωρολόγος για να καταλάβεις ότι το κλίμα της νέας εποχής στην Ελλάδα θα έχει προπομπό τη Ντόρα και τα συναφή σύννεφα.

Διαβάστε περισσότερα