” Χαλκεδαμά ” φαίνεται θά πεί ἑβραϊκά Ἀγρός Αίματος. Ὅλοι τό ξέρετε, ἐκεῖνο ὅμως
πού δέν ξέρετε, εἶναι τό γιατι ἀποτελεῖ πιά τό χωράφι γιά τήν ἀσφάλειά μας. Ξένοι καθώς εἴματστε και Περεγρῖνοι, ἐξασφαλίσαμε, μέσα ἀπό τόση , σκολιά πορεία, ἕναν τόπο, ἀκριβοπληρωμένο, πού θά βροῦμε , ὅσο ἀνήσυχη κι ἄν εἶναι , μιάν ἀνάπαυση. Ἀντί γιά τή
γέε ννα καί τούς βρυγμούς τῶν δοντιῶν, κάτι ὑπολείφθηκε και γιά μᾶς , ἕνας τόπος προσδοκίας. ” Ἔως ἄν πάλι γενώμεθα “, ὅπως εἶπεν ὁ πολύαθλος. Ἀπό τήν ἴδια θυσία, ἄς μήν γελιόμαστε, προέρχεται κι αὐτη ἡ καταφυγή. Ὅσο κι ἄν τήν συναντοῦμε ἀπο τήν σκοτεινή της πλευρά , στό ἴδιο Αἷμα τήν χρωστοῦμε. Μέσα στήν εὔγευστη οὐσια αὐτοῦ τοῦ νέκταρος, διαλύεται ἡ γεύση ἀπο τά φαρμάκια που ἡ ἀλχημεία μας εἶχε μηχανευθεῖ :
inter nectaris saporem
transiere absinthia.
Ὅταν μοῦ ἀποκαλύφθηκε η παρήγορη βεβαιότητα, που παρέχει ἠ ἀπόκοσμη λέξη
” Χαλκεδαμά ” καί οἱ ἄπειροι δρόμοι τοῦ θεϊκοῦ ἐλέους, που ἀκόμη και γιά τούς παρα-
στρατημένους κάτι μεριμνᾶ, πῆγε ὁ νούς μου, καθώς ἀνάπλαθα μέσα μου τίς σκηνές της φρικτῆς ἐκείνης νύχτας, πού ἐσύρετο ὁ δέσμιος Θεός τῶν ἀνθρώπων ” ἀπο τόν Ἄννα εἰς Καϊάφαν “, και σ’ ἄλλη μιά παράλληλη, ἀλλά πόσο διαφορετική προδοσία. Σκέψου ὅμως, ἄνθρωπε, δειλέ , ἄβουλε, ριγηλέ, φιλήδονε, πόσο διαφορετική, φωτεινή ἔκβαση μπορεῖ νά ἔχει ἡ ἴδια πράξη. Ἀρκει ὁ δράστης της ν’ ἀνανήψει , νά φωτιστεῖ. Σκέψου τούς βαθύτατους στοχασμούς, που στιχούργησε ὁ Ἀκινάτης .
Vide paris sumptionis
quam sit dispar exitus.
Tί σημασία ἔχει , ἄν τούς συνθέτει γιά νά τονίσει τά θαυμάσια τῆς Εὐχαριστίας πού καθαγιάζει ὅσους τήν προσεγγίζουν μέ κατανυγμό, ἐνῶ θανατώνει τούς κατάκριτους, πού , ἀνάξιοι, τολμοῦν νά τήν γευθοῦν. Τό ἴδιο ευχαριστιακή προσέγγιση μή δέν εἶναι , ἤ δέν πρέπει νά εἶναι ἡ κάθε μας πράξη, μέ τό ἴδιο ἀποτέλεσμα ;
Ἡ σκέψη μου πάει , καθώς θά καταλάβατε, στό μαγκάλι ἐκεῖνο, πού ζεσταινόταν ὁ Πέτρος, και στίς παιδίσκες , πού δέν ἦταν ἄμοιρες ἀπο κάποια παιχνιδιάρικιαν αὐταρέσκεια, ὅταν πειραχτικά τοῦ λέγαν ” καί σύ μετ’ αὐτοῦ εἶ “. Ἡ σκέψη μου πάει στήν τριπλήν ἄρνηση, πού τί ἄλλο ἦταν ἀπο προδοσία ; Κι ὅμως ἄρκεσε νά κράξει ὁ πετεινόςκαι νά τόυ ρίξει ἕνα βλέμμα ὁ Κατάδικος , γιά νά συνέλθει , νά βγεῖ ἔξω καί νά κλάψει πικρά.
Αὐτός ἔχυσε τά δάκρυα τ’ἀναγεννητικά , ὁ ἄλλος βουτήχτηκε στήν ἀπόγνωση καί κρεμά-
στηκε στό παλούκι το ξεραμένο. Δροσιά τῆς Χάριτος ἔλουσε τόν ἕνα, στυγνός θάνατος ηὗρε τόν ἄλλον : πόσο ἀνόμοια, ἀληθεια , ἠ ἔκβαση τῆς ἴδιας προδοσίας.Γιά τοῦτο ὀ ἴδιος ὁ Ἀκινάτης, προχωρώντας στόν ὕμνο του , ξεχωρίζει τήν μοῖρα τῶν κακῶν ἀπο τήν μοῖρα τῶν καλῶν , κι ἐπιγραμματικά μᾶς φανερώνει τό :
sumunt boni, sumunt mali,
sorte tamen inaequali.
Καί γι αὐτό ὁ Πέτρος , παρ’ ὅλο του το παραστράτημα, ἀξιώθηκε νά ὁμολογήσει τήν
Θεότητα παροῦσα κι ἐνανθρωπίσασα, και τάχθηκε νά βόσκει, νά ποιμαίνει και να κλειδουχεῖ.
Σ’ ἐμᾶς ὁμως , που δέν πρόκειται ποτέ νά μᾶς ἀνοίξει τίς οὐράνιες πύλες, ἀπομένει ἡ ϋπομονή και ἡ καρτερία, πού ἔχει τίς πηγές της ἀπό τήν ἄλλη προδοσία , που μᾶς ἔχει τουλάχιστον διαθέσει κάποιον τόπο μακρινῆς προσδοκίας, στό κοιμητήρι τῶν ξένων. ” Ἕως ἄν πάλιν γενώμεθα “. Μήπως δέν εἶχε συμπεριλάβει στήν προσευχή του τήν ἐπιθανάτια ὁ Θεός , μέ τό ” ἄφες αὐτοῖς ” και τούς ἀγοραστές τοῦ ἀγροῦ που θά δεχτεῖ τήν κατάπαυσή μας ; Ἄς κοιμηθοῦμε , μέ τήν ἐλπίδα πώς δέν εἴμαστε ὁλότελα ἀπόκληροι. Κοινή μυστική βουλή κατεργάζεται τό καλό ὅλων μας.
Τ. Κ. Παπατσώνης
ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβίο Δοκιμίων μέ τίτλο
” Ὅπου ἦν Κῆπος ” *
Γιά τήν ἀντιγραφή , καί γιά τό Ποιείν ,
Νατάσα Κεσμέτη
* Αθήνα , 1972, Οἱ Ἐκδόσεις τῶν Φίλων











@1 Για τη σαλότητα μέσω λογοτεχνίας…
Ακούγοντας τον πετεινό, ο Πέτρος θυμάται αμέσως τα λόγια του Δασκάλου. Συνειδητοποιώντας την απιστία του, χάνει τα λογικά του. Βρίσκει ένα πηγάδι, πέφτει και σκοτώνεται. Ποτέ δεν ήταν ο θεμέλιος λίθος της ανερχόμενης Εκκλησίας του Χριστού, αλλά ο Κηφάς ο χοντροκέφαλος, που ‘χε για κεφάλι ένα χοντρό λιθάρι.
Μετά τη θαυμαστή συνάντησή του με τον Κύριο, στο δρόμο προς τη Δαμασκό, ο Παύλος, συγκλονισμένος, χωρίς το κουράγιο να ακούσει τι του παραγγέλλει ο Κύριος και συντετριμμένος από το βάρος των ενοχών, τραβά το μαχαίρι του και αυτοκτονεί. Κι έτσι έγινε ένα ασήμαντο πρόσωπο σε κάποιο επεισόδιο των Πράξεων, όχι πιο σημαντικό από το επεισόδιο του Σίμωνα του Μάγου.
Όλα τα πρόσωπα κρίθηκαν. Ανάμεσά τους, άλλα κατακρίθηκαν, άλλα διακρίθηκαν. Ακόμη κι έτσι όμως, ο σπόρος δεν χάθηκε. Οι βασικές
αρχές του ευαγγελίου της αγάπης έμειναν αναλλοίωτες. Επιλογή καθενός είναι να τις δικαιώσει.
(Ευχαριστώ κύριε Μίχο. Καλή Ανάσταση για όλους μας)
Όταν γίνετε μία κάποια φιλοσοφική προσέγγιση
για τον περιώνυμο λόγο του θεού , που έγραψαν
άνθρωποι , που αφόδευαν εκεί που έτρωγαν
αφού πρωτίστως είχαν φροντίσει να κάνουν
στροφή 180° {(πάλι καλά) ( Λιλή Ζωγράφου
“αντί – γνώση” )} , εγώ βγάζω φλύκταινες!!
Τώρα σε ότι αφορά την “ανάσταση”
οψόμεθα εις ……Άδην .
Και επʼ ευκαιρία της σημερινής παγκόσμιας
ημέρας της Γης , φροντίστε γι αυτήν και εάν
σωθεί , σώζουμε και την ψυχή μας !!!
φιλολογικό όργιο Εβραικής θεολογίας απο νεοορθόδοξους στο ποιείν !!!! μαζί σας πάντα απολογητές του τίποτα !!!!
Ϊσως φταίει η ..διατροφική παράδοση των ΕλλήνωΝ, για τα καμώματα που επισημαίνουν οι φίλοι. Σίγουρα συνέβαλε η [δήθεν] κριτική της αθεϊας στον [για τους θρησκευόμενους, “έωλο”] Νεοελληνικό Διαφωτισμό…
Κι αν δεν είναι καλή ούτε η «ανάσταση”, ούτε η επ-ανάσταση, ας είναι ο αναστεναγμός κι ο πόθος για ζωή βαθύς.
Δεν σας εύχομαι ακόμη για το Πάσχα. Αναμένω νέες αναρτήσεις του κρυπτοχριστιανικού ΠΟΙΕΙΝ!
Ουαί υμίν , φαρισαίοι υποκριταί…
με το πάτημά μου βλάστησε
το βοτάνι που λυτρώνει,
και με τη ζωή μου ολάνθησε,
και στην έρημο φυτρώνει.
το βοτάνι της ανάστασης!
Πότε θάρθη η ώρα, η ώρα
ναπλωθή μέσ’ απ’ την έρημο
στην πολύκοσμη τη χώρα!
Ν’ ανακράξη ο κόσμος κόβοντας
τάνθια σου τα νικηφόρα
κι ανασαίνοντας τα μύρα τους,-
πότε θάρθη η ώρα, ή ώρα!
Ώ το υπέρτατο τανάσασμα,
ώ το ανάκρασμα της νίκης
ύστερ’ απο κάτεργα σκλαβιάς
κι απο χρόνια καταδίκης!
Στην ημέρα όταν ο άνθρωπος
νέα παρθένα ροδοκάλλια
ξαναφέρη απο την άβυσσο
σαν πρωτόβγαλτα κοράλλια’
όταν ο ουρανός απο βραχνάς
της ψυχής και απο φοβέρα
άπειρο αδειανό και αδιάφορο
ξαναγίνη πέρα ως πέρα!
Όμως ο άνθρωπος αν γράφτηκε
για πολύ να σε προσμένη,
ώ βοτάνι εσύ ανιστόριστο,
κι’ εμπρός πάντα να πηγαίνη
σπαταλώντας το λιβάνι του
στα φαντάσματα των όλων
και τη δύναμή του λάτρισσα
στα ποδάρια των ειδώλων,
κι αν προφήτες θέλη και καλά,
θεών τρανούς διαλαλητάδες,
κι αν τεχνίτες θέλη και καλά,
κάθε ειδώλου δουλευτάδες,
είμ’ εγώ ο προφήτης, ειμ’ εγώ,
κι ήρθα για να διαλαλήσω
βασιλιά θεό το Τίποτε
στον αιώνα εμπρός και πίσω.
Χωρίς έχτρα, χωρίς έρωτα
ο τεχνίτης ήρθα εδώ
για των ψευτονείρων σου, άνθρωπε,
το ναό να πλάσω εγώ
τέρας άγαλμα το Τίποτε
μ’ όλες τις θρησκείες της πλάσης,
τέρας για να φοβηθής
και μαζί για να γελάσης!
Κ. Παλαμάς,
απο τον δωδεκάλογο του γύφτου.
Χριστός ανέστη, φίλοι!