Όπως έλεγαν, στα νιάτα της ήταν πολύ όμορφη κοπέλα. Ορφανή από πατέρα ήρθε κάπου στη δεκαετία του εξήντα στην πόλη να δουλέψει σε μια βιοτεχνία ρούχων. Γρήγορα την ανακάλυψαν οι επιτήδειοι και πες από δω, πες από κει, την εκμεταλλεύτηκαν με κάθε τρόπο, βάζοντάς την να τραγουδά δήθεν σε κάτι κέντρα της κακιάς ώρας.
Εμείς τη βρίσκαμε στις εξόδους μας από το στρατόπεδο σε ένα άθλιο, αλλά φτηνό ταβερνάκι στις άκρες της πόλης, δίπλα στον άγιο Μηνά, όπου καταφεύγαμε τις καθημερινές που η έξοδος άρχιζε στις έξι το απόγευμα και δεν προφταίναμε να κάνουμε πολλά, πέρα απʼ το να καταναλώσουμε ένα μπουκάλι ρετσίνα, να φάμε κανένα ζεστό μεζέ και να κουβεντιάσουμε για τα δικά μας, διώχνοντας από πάνω μας τη «σκόνη» του στρατοπέδου.
Εκεί, «Στου Μπάμπη» σύχναζε. Ερχόταν συνήθως μετά τις οκτώ, περπατώντας αργά και κρατώντας στο ένα χέρι κομποδεμένη σαν δισάκι μια μπλε σακούλα μπακάλικου. Καθόταν, κι ο Μπάμπης της έφερνε μια κανάτα ντόπιο κρασί, κόκκινο, μια φέτα τυρί και λίγο ψωμί. Αυτό ήταν το βραδινό της. Πολλές φορές το ψωμί δεν το ακουμπούσε καν. Πλήρωνε αμέσως, όταν -κάνοντας θελήματα ή ζητιανεύοντας στην πόλη, όπως μας είπε ο Κώστας που ήταν απʼ τα μέρη- είχε κάποια ψιλά στην τσέπη. Αν πάλι δεν είχε, τότε με μια κοφτή κουβέντα έλεγε, τσεβδίζοντας λίγο, γιατί της έλειπαν οι δύο μπροστινοί κοπτήρες, στον ταβερνιάρη: «Μπάμπη, απόπθε γράπθε». Μετά έβαζε στο ποτήρι κρασί, άναβε κι ένα τσιγάρο που έκανε τράκα πότε από εμάς και πότε από κανέναν άλλο θαμώνα, έστρεφε το βλέμμα της στο βάθος του μαγαζιού και βυθιζόταν σε σκέψεις. Μόνο αν εμείς, λέγοντας αστεία ή κουβεντιάζοντας δυνατά, το παρακάναμε, την αποσπούσαμε από το βύθισμά της. Τότε γύριζε το κεφάλι και μας κοίταζε. Μετά επανερχόταν στην πρότερη κατάσταση.
Την έλεγαν Νίτσα. Το επώνυμο δεν το ήξερε κανένας από τους θαμώνες με τους οποίους κατά καιρούς κουβεντιάζαμε, παρότι γνώριζαν πολλές πικάντικες πτυχές της ζωής της, τις οποίες με ευχαρίστηση μας διηγούνταν.
Ο Φώτης ο Τζανίδης, δεξής ψάλτης στον άγιο Μηνά, ήταν ο πιο ενημερωμένος. «Ήταν όμορφη γυναίκα, αλλά δεν είχε μυαλό», άρχισε να διηγείται μια κρύα μέρα του δύσκολου χειμώνα της θητείας μας στην άξενη αυτή πόλη της μεθορίου. Είχε τελειώσει η λειτουργία, στην οποία είχαμε παρευρεθεί με τις επίσημες στολές μας, για μια κατάθεση στεφάνου σε τοπική γιορτή. Μετά την εκδήλωση, ο Τζανίδης μας απομάκρυνε από το πλήθος, οδηγώντας μας σε ένα ήσυχο καφενείο. Εκεί, κουβέντα στην κουβέντα, ήρθε ο λόγος και στη Νίτσα. «Αντί να βρει έναν άντρα να κάνει οικογένεια, αυτή διάλεξε την άσωτη ζωή», είπε με ύφος διδακτικό με τη μπάσα φωνή του. «Έκανε για ένα διάστημα την τραγουδίστρια στο “Περοκέ”, έτσι το έλεγαν τότε το “Άλσος”. Γύριζε με τον έναν και τον άλλον. Όταν πέρασε η μπογιά της, την κλώτσησαν σαν το σκυλί οι μάγκες που την έσερναν κοντά τους και τότε άρχισε να δουλεύει σε Λούνα Πάρκ στα πανηγύρια. Μερικοί λένε ότι δούλεψε και σε μπουρδέλο ένα φεγγάρι -στη φράση αυτή γύρισε και κοίταξε δεξιά αριστερά μήπως ακούστηκε έξω από την παρέα-. Άλλοι λένε ότι κρατάει ρεκόρ εκτρώσεων· εφτά λένε έκανε. Στο τέλος συζούσε με έναν Τζάκ, ένα μούτρο, που γνώρισε σε ένα Λούνα Πάρκ. Αυτός δεν την έδιωξε, ανύπαντρη βέβαια την είχε. Της έκανε και δύο παιδιά. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Το κορίτσι πήρε τα μάτια του και έφυγε. Μπήκε σε ένα καράβι και πήγε στην Αμερική. Παντρεύτηκε και ζει εκεί. Ούτε ήρθε ποτέ να δει γονείς. Ο γιός της σκοτώθηκε με τη μηχανή ένα βράδυ μεθυσμένος. Αυτό της έκαψε την καρδιά της Νίτσας περισσότερο απʼ όλα. Περίμενε απʼ τον γιό, τού ʼχε αδυναμία. Μετά πέθανε κι ο Τζάκ από συγκοπή κι έμεινε πάλι μόνη της. Όσο την κρατούσαν τα πόδια της κάτι έκανε, καθάριζε καμιά σκάλα, πήγαινε στις λαϊκές και πουλούσε βότανα και τσάγια που μάζευε και αποξήραινε μόνη της. Μετά της πήραν το σπίτι οι τράπεζες, γιατί ο Τζάκ είχε χρέη, και μαζεύτηκε εδώ σε ένα ετοιμόρροπο που πρέπει να ήταν το πατρικό του Τζακ. Βίος και πολιτεία», είπε ο Φώτης ο Τζανίδης και ολοκλήρωσε την αφήγησή του.
Με αυτή συμπληρώσαμε το παζλ της ιστορίας της κυρίας Νίτσας, την οποία ο Γιώργος, που ήταν της κλασικής φιλολογίας την αποκαλούσε «η σποδός». Εμάς ο νους πήγαινε στο «γη και σποδός» και νομίζαμε ότι το έλεγε ειρωνικά για τη γυναίκα. Όμως εκείνος ένα βράδυ μας αποκάλυψε ότι «σποδό» στην αρχαιότητα έλεγαν τη γριά μπεκρού. Από κείνη την ώρα και άλλοι της παρέας χρησιμοποιούσαν το προσωνύμιο. «Δε φάνηκε απόψε η σποδός;» «Θα μας τραγουδήσει τίποτα η σποδός;»
Γιατί η γρια-Νίτσα μας τραγουδούσε κιόλας καμιά φορά. Όχι συχνά και όχι πολύ. Όταν δεν είχε να πληρώσει και έλεγε τσεβδίζοντας, κοιτάζοντας αλλού, «Μπάμπη, απόπθε γράπθε», κάναμε νόημα στον Μπάμπη και τα πληρώναμε εμείς. Συνήθως την κερνούσαμε και μια δεύτερη κανάτα κρασί. Τότε εκείνη έπειτα από προτροπή του Μπάμπη, αργά το βράδυ που έφευγαν οι ντόπιοι θαμώνες, μας σιγοτραγουδούσε με σπασμένη φωνή: «Το πλοίο θα σαλπάρει για λιμάνια ξένα, μαζί του θα σε πάρει αγάπη μου και σένα, μακριά από μένα» και το «είδα τα μάτια σου κλαμένα καλή μου και ράισε η ψυχή μου». Πάντα τα ίδια έλεγε, δύο στροφές από το ένα και δύο από το άλλο. Και πάντα στο τέλος τα σκούρα πράσινα μάτια της θόλωναν από τα δάκρυα και πια εμείς δεν επιμέναμε άλλο, αλλά σηκωνόμασταν, πληρώναμε και γυρίζαμε στη δική μας ξενιτιά, στο στρατόπεδο.
Μʼ αυτά και μʼ αυτά πέρασαν οι δύσκολοι μήνες του χειμώνα σʼ αυτή τη μονάδα της μεθορίου, στις παρυφές της πόλης, ένα χιλιόμετρο μετά τον άγιο Μηνά από τον ανηφορικό χωματόδρομο. Ήταν ήδη προχωρημένη άνοιξη. Η μέρα είχε μεγαλώσει και επιλέγαμε, εκτός από ελάχιστες πια φορές που ήμασταν κουρασμένοι, τα μπαράκια του κέντρου για τις εξόδους μας. Έτσι χάσαμε τη γριά «σποδό» με τα λιωμένα ρούχα και τα θολά δακρυσμένα μάτια.
Μια όμορφη ανοιξιάτικη βραδιά είκοσι μέρες πριν το Πάσχα, που ο τόπος μοσχοβολούσε από τα ανθισμένα λουλούδια και τις πασχαλιές, επιστρέφαμε χαρούμενοι και αρκετά ζαλισμένοι με τον Γιώργο, τον φιλόλογο, αυτόν που είχε μετονομάσει τη γριά Νίτσα σε «σποδό». Ήμασταν ζαλισμένοι, γιατί στα μπαράκια είχαμε αντικαταστήσει τη ρετσίνα με ουίσκι αλλά και γιατί σε λίγες μέρες περιμέναμε να έρθουν οι μεταθέσεις σε μονάδες κοντά στους δικούς μας. Ο Γιώργος, που ήταν στα μέσα και στα έξω, μου εκμυστηρεύτηκε, αφού μου ζήτησε να μην πω τίποτε πουθενά, ότι τόσο εγώ όσο κι εκείνος την είχαμε πάρει τη μετάθεση που επιθυμούσαμε. Έτσι ξεχειλίζαμε από χαρά και είχαμε έναν επιπλέον λόγο να πιούμε ένα ουίσκι παραπάνω.
Κατευθυνόμενοι προς το στρατόπεδο σταματήσαμε πίσω από τον άγιο Μηνά που είχε κάτι κυπαρίσσια, για την ανάγκη μας, πριν τον ανηφορικό δρόμο του στρατοπέδου.
Καθώς πήραμε θέση στα δέντρα, είδαμε έναν ανθρώπινο ίσκιο ακουμπισμένο στον τοίχο του ιερού της εκκλησίας, ο οποίος ίσα που φαινόταν όπως έπεφτε πάνω του το αμυδρό φως από τα φώτα της πλατείας. Πλησιάσαμε περίεργοι μήπως ήταν κάποιος μεθυσμένος από τη μονάδα μας. Όταν φτάσαμε αρκετά κοντά, διαπιστώσαμε ότι αυτός ο ίσκιος ανήκε στην κυρία Νίτσα, «τη σποδό», που είχε ακουμπισμένα τα δυό της χέρια και το κεφάλι στον τοίχο και με σιγανή φωνή έλεγε τσεβδίζοντας: «Ο Θεός, ιλάτητί μοι το αμαρτωλόν».
Καθώς είχαμε πλησιάσει αρκετά, η Νίτσα μας κατάλαβε κι έβγαλε μια τσιριχτή φωνή «ούι». Ο Γιώργος λίγο από αμηχανία, λίγο που φοβήθηκε, έβαλε τα γέλια. Η Νίτσα κατευθύνθηκε σε ένα παγκάκι, από αυτά που υπήρχαν στην αυλή της εκκλησίας, τυλίχτηκε με το πανωφόρι της, βάζοντας τη μπλε σακούλα για προσκέφαλο, και ξάπλωσε. Εμείς είπαμε δυνατά, «καληνύχτα», και γυρίσαμε να φύγουμε. «Φυγάτε, αρέ, φυγάτε, φυγάτε», είπε πίσω μας η Νίτσα, ξεφυσώντας και κουνώντας το χέρι της.
Στο πρωινό προσκλητήριο, τέλη Μαΐου, μας ανακοινώθηκαν επισήμως οι μεταθέσεις. Το μεσημέρι, αφού πήραμε το φύλλο πορείας, φορτωθήκαμε με τον Γιώργο «το λουκάνικο», κρεμάσαμε στον άλλο ώμο και τον δικό μας σάκο και περάσαμε την πύλη του στρατοπέδου. Ο Γιώργος, για να γελάσουμε, σήκωσε και μια σκούρη πέτρα και την έριξε πίσω μας. Κατευθυνόμενοι προς το ΚΤΕΛ πήγαμε από τον άγιο Μηνά. Μπήκαμε και ανάψαμε ένα κεράκι. Βγαίνοντας, σʼ ένα από τα παγκάκια του προαυλίου βρήκαμε καθισμένη τη Νίτσα. Τη χαιρετήσαμε κι εκείνη μας απάντησε: «Άι γειά παιδιά μʼ, άι γειά».
Καθώς απομακρυνόμασταν την είδα να μας ακολουθεί με το βλέμμα. Είχε σηκώσει το δεξί χέρι, αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω αν μας χαιρετούσε ή αν σχημάτιζε πίσω μας το σημείο του σταυρού.











http://www.youtube.com/watch?v=R41jQHJzRWs
πολύ βαρετή η ιστοριούλα σου αλέκο.και δεν είναι καν γραμμένη ωραία
κ. Αλ. Βαναργιώτη, συνεχίστε να γράφετε και να εκφράζεστε και αφήστε τις κακές κριτικές, από μια σειρά τελειομανείς, ψυχαναγκαστικούς ανθρώπους-αστυνόμους της σκέψης και της γραφής, οι οποίοι εκστομίζουν απίστευτες κακίες και προσβολές σε κάθε νέα παρουσίαση.
Αλήθεια, έχουν αναρωτηθεί απο που αντλούν τόσο χολή και κακία;
Νομίζω ότι είναι ενδιαφέρον σύντομο διήγημα,(ότι πρέπει για κυριατικο πρωϊνό) .
Παρ’ όλο που το θέμα αυτό εμφανίζεται συχνα, επειδή φαίνεται να είναι βιωματικό και μόνον γι’ αυτό -πάντα- σεβαστό.
Προσωπικά, είμαι οπαδός της ταχείας-κατ’ ευθείαν γραφής και όχι του “τσικι-τσίκι” (δανεισμένο από τον βασανισμένο και μακαρίτη ζωγράφο Αλ. Ακριθάκη). Ως γνωστόν, ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο!
Στο κάτω-κάτω δεν πάμε για Nobel, ούτε ο Καζαντζάκης το έλαβε!
Τέτοιες ιστορίες μου θυμίζουν λ.χ. διηγήματα του Πετσετίδη και είναι βιωματικές, γι’ αυτό και αξιόλογες.
Οσο για την θεματολογία της λογοτεχνίας είναι πάντα η ίδια : οι διάφορες φάσεις εξέλιξης (ανέλιξης/κατάπτωσης) του ανθρώπου, ο έρωτας, ο πόλεμος ,ο θάνατος.
Μόνο η Νίτσα η παλιά ξεπεσμένη τραγουδίστρια αλκοολικό κορίτσι του λούνα παρκ και του μπουρδέλου αποχαιρέτησε τους φαντάρους όταν πήραν μετάθεση σε πιο καλές μονάδες…μα ήξερε από λαϊκά τραγούδια και από σκληρή και άτυχη ζωή όπως και ο συγγραφέας που ξέρει να γράφει με τέχνη και καρδιά το μικρό του πεζό.
Για να μην πάρει Νόμπελ ο Καζαντζάκης, που τον ανέφερε ο φίλος στο 2, χρειάστηκε να πάει ο Σπυρομελάς στη Στοκχόλμη εκ μέρους της Ακαδημίας και της ελληνικής κυβέρνησης και να πιάνει τους σουηδούς ακαδημαϊκούς. Άραγε, αν πάει για Νόμπελ ο κ. Βαναργιώτης θα… παρέμβει ο κ. Καλογήρου;
(Μ’ άρεσε το διήγημα, αλλά το πεζό θέλει κάπως καλύτερο, λιγότερο πυκνό στήσιμο στη σελίδα για να διαβάζεται άνετα)
http://www.youtube.com/watch?v=yT7rDo3_aJw
http://www.youtube.com/watch?v=Kf2ZJOgcypY
Την ελληνική μυθιστοριογραφία και διηγηματογραφία τις στοιχειώνει ο Παπαδιαμάντης και κατ’ επέκτασιν ο Καραγάτσης. Αυτό δεν είναι κακό αλλά είναι απαραίτητος ο παιδεμός!
Δεν είναι πάντως από τις καλές στιγμές του Αποστολίδη αυτά τα βιντεάκια. Καθόλου πειστικός, ελάχιστα συγκεντρωμένος, πλατειάζει συνεχώς -και ούτε καν ευχάριστα- και γίνεται βαρετός. Όπως όμως σωστά λέει στην αρχή, και ο κρίνων κρίνεται, που ισχύει βέβαια για όλους μας.
αυτό ακριβώς είπα κι εγώ κύριε σαραντάκο για τον συγγραφέα της συγκεκριμένης ανάρτησης, και χαρακτηρίστηκα μέχρι και ψυχαναγκαστικός άνθρωπος-αστυνόμος της σκέψης.βλέπετε;εσείς κρίνετε τον αποστολίδη ως βαρετό κι εγώ απλά βγάζω χολή.τι τα θέλετε;ίσως οι κόλακες και οι δημοσιοσχεσίτες να είναι χρησιμότεροι.(δεν αναφέρομαι σ’ εσάς)
Πολλυ βαρετη η δικαιολογια αου βασιλη.και δεν ειναι καν γραμμενη πειστικα
ο Μελάς ήταν πιο γάτα. . . κάτι άλλες αμαρτίες του σε ένα βιβλίο του γλυκερού Λουντέμη υπάρχουν. . .
αν ο κύριος Βαναργιώτης πάει για Νόμπελ – που του εύχομαι να το πάρει… ο κύριος Καλογήρου θα νιώσει εθνικά υπερήφανος. . . δεν είναι τύπος που αναλώνεται σε μικρότητες. . . η καταγωγή του δεν του το επιτρέπει. . .
υ.σ. αν ο Καζαντζάκης είχε πάρει μαζί με τον Σικελιανό τον Νόμπελ, τα βιβλία τους θα έβγαιναν απο τον ΙΚΑΡΟ;
Αυτή η Νίτσα έκαψε καρδιές… μέχρι και ο Ρένος
αναστήθηκε.Μπράβο βρε Νίτσα… όλοι μαζί Ρένος
Καζαντζάκης και Μελάς
Αφού πήρα πρώτος την σκυταλη της υπεράσοπισης του συγκεκριμένου μικρο-διηγήματος αλλά και του δικαιώματος της δημιουργικής έκφρασης και της καλόπιστης έκφαρασηης γνώμης-κριτικής, οφείλω να συνοψίσω αντιγράφοντας:
1.”συνεχίστε να γράφετε και να εκφράζεστε και αφήστε τις κακές κριτικές, από μια σειρά τελειομανείς, ψυχαναγκαστικούς ανθρώπους-αστυνόμους της σκέψης και της γραφής, οι οποίοι εκστομίζουν απίστευτες κακίες και προσβολές σε κάθε νέα παρουσίαση.
Αλήθεια, έχουν αναρωτηθεί απο που αντλούν τόσο χολή και κακία;”
2. “…η αρνητική κρίση θέλει αιτιολόγηση, και κειμενική απόδειξη.
Γιατί η κριτική είναι σαν το μπάτσο.
Πρέπει να δείχνει ταυτότητα.
Για να φωτίσουμε και τον καλόπιστο τρίτο…
Μια χαρά είναι το διήγημα με πυκνότητα πληροφορίας και κοινωνικά ιδιόλεκτα που διαγράφουν κοινωνική διαστρωμάτωση….”
3.”Αυτή η Νίτσα έκαψε καρδιές… μέχρι και ο Ρένος αναστήθηκε.Μπράβο βρε Νίτσα… όλοι μαζί Ρένος Καζαντζάκης και Μελάς.”
Νιώθω την ανάγκη να ευχαριστήσω όλους αυτούς που μπήκαν στον κόπο να διαβασουν το διήγημά μου, να το σχολιάσουν και να μου πουν ωφέλιμες συμβουλές. Τις συζητήσεις με αφορμή ένα κείμενο, γύρω από το ίδιο το κείμενο ή για την τέχνη γενικότερα τις βρίσκω εποικοδομητικές.
Μια διευκρίνιση θα ήθελα να κάνω για τον κύριο Καλογήρου. Κι εγώ σιχαίνομαι τους κόλακες και τους δημοσιοσχεσίτες, αλλά, πιστέψτε με, από τους ανθρώπους που έγραψαν σε αυτή την ιστοσελίδα δεν γνωρίζω κανέναν. Για ποιο λόγο λοιπόν κάποιος θα ήθελε να κολακέψει έναν άγνωστο και τι είδους δημόσιες σχέσεις να κάνει;
Και πάλι σας ευχαριστώ όλους και σας εύχομαι
Καλές γιορτές
Τώρα που διαβάζω το σχόλιό μου, το “όλους αυτούς” μου φαίνεται εντελώς απρόσωπο. Όλους εσάς θέλω να ευχαριστήσω. κ. Καλογήρου Βασίλη, κ. Αφώτιστε Φιλέλλην, κ. κώστα ριτσώνη, κ. Νίκο Σαραντάκο, κ. περιηγητή, κ.Στελιο Ροιδη, κ. πλησίον του ποιητή. κ.Γιώργο Μίχο σας ευχαριστώ από καρδιάς.