Ό­πως έ­λε­γαν, στα νιά­τα της ή­ταν πο­λύ ό­μορ­φη κο­πέ­λα. Ορ­φα­νή α­πό πα­τέ­ρα ήρ­θε κά­που στη δε­κα­ε­τί­α του ε­ξήν­τα στην πό­λη να δου­λέ­ψει σε μια βι­ο­τε­χνί­α ρού­χων. Γρή­γο­ρα την α­να­κά­λυ­ψαν οι ε­πι­τή­δει­οι και πες α­πό δω, πες α­πό κει, την εκ­με­ταλ­λεύ­τη­καν με κά­θε τρό­πο, βά­ζον­τάς την να τρα­γου­δά δή­θεν σε κά­τι κέν­τρα της κα­κιάς ώ­ρας.
Ε­μείς τη βρί­σκα­με στις ε­ξό­δους μας α­πό το στρα­τό­πε­δο σε έ­να ά­θλιο, αλ­λά φτη­νό τα­βερ­νά­κι στις ά­κρες της πό­λης, δί­πλα στον ά­γιο Μη­νά, ό­που κα­τα­φεύ­γα­με τις κα­θη­με­ρι­νές που η έ­ξο­δος άρ­χι­ζε στις έ­ξι το α­πό­γευ­μα και δεν προ­φταί­να­με να κά­νου­με πολ­λά, πέ­ρα α­πʼ το να κα­τα­να­λώ­σου­με έ­να μπου­κά­λι ρε­τσί­να, να φά­με κα­νέ­να ζε­στό με­ζέ και να κου­βεν­τι­ά­σου­με για τα δι­κά μας, δι­ώ­χνον­τας α­πό πά­νω μας τη «σκό­νη» του στρα­το­πέ­δου.
Ε­κεί, «Στου Μπάμ­πη» σύ­χνα­ζε. Ερ­χό­ταν συ­νή­θως με­τά τις ο­κτώ, περ­πα­τών­τας αρ­γά και κρα­τών­τας στο έ­να χέ­ρι κομ­πο­δε­μέ­νη σαν δι­σά­κι μια μπλε σα­κού­λα μπα­κά­λι­κου. Κα­θό­ταν, κι ο Μπάμ­πης της έ­φερ­νε μια κα­νά­τα ντό­πιο κρα­σί, κόκ­κι­νο, μια φέ­τα τυ­ρί και λί­γο ψω­μί. Αυ­τό ή­ταν το βρα­δι­νό της. Πολ­λές φο­ρές το ψω­μί δεν το α­κουμ­πού­σε καν. Πλή­ρω­νε α­μέ­σως, ό­ταν -κά­νον­τας θε­λή­μα­τα ή ζη­τι­α­νεύ­ον­τας στην πό­λη, ό­πως μας εί­πε ο Κώ­στας που ή­ταν α­πʼ τα μέ­ρη- εί­χε κά­ποι­α ψι­λά στην τσέ­πη. Αν πά­λι δεν εί­χε, τό­τε με μια κο­φτή κου­βέν­τα έ­λε­γε, τσε­βδί­ζον­τας λί­γο, για­τί της έ­λει­παν οι δύο μπροστινοί κο­πτή­ρες, στον τα­βερ­νιά­ρη: «Μπάμ­πη, α­πόπ­θε γράπ­θε». Με­τά έ­βα­ζε στο πο­τή­ρι κρα­σί, ά­να­βε κι έ­να τσι­γά­ρο που έ­κα­νε τρά­κα πό­τε α­πό ε­μάς και πό­τε α­πό κα­νέ­ναν άλ­λο θα­μώ­να, έ­στρε­φε το βλέμ­μα της στο βά­θος του μα­γα­ζιού και βυ­θι­ζό­ταν σε σκέ­ψεις. Μό­νο αν ε­μείς, λέ­γον­τας α­στεί­α ή κου­βεν­τι­ά­ζον­τας δυ­να­τά, το πα­ρα­κά­να­με, την α­πο­σπού­σα­με α­πό το βύ­θι­σμά της. Τότε γύ­ρι­ζε το κε­φά­λι και μας κοί­τα­ζε. Με­τά ε­πα­νερ­χό­ταν στην πρό­τε­ρη κα­τά­στα­ση.
Την έ­λε­γαν Νί­τσα. Το ε­πώ­νυ­μο δεν το ή­ξε­ρε κα­νέ­νας α­πό τους θα­μώ­νες με τους ο­ποί­ους κα­τά και­ρούς κου­βεν­τι­ά­ζα­με, πα­ρό­τι γνώ­ρι­ζαν πολ­λές πι­κάν­τι­κες πτυ­χές της ζω­ής της, τις ο­ποί­ες με ευ­χα­ρί­στη­ση μας δι­η­γούν­ταν.

Ο Φώ­της ο Τζα­νί­δης, δε­ξής ψάλ­της στον ά­γιο Μη­νά, ή­ταν ο πιο ε­νη­με­ρω­μέ­νος. «Ή­ταν ό­μορ­φη γυ­ναί­κα, αλ­λά δεν εί­χε μυα­λό», άρ­χι­σε να δι­η­γεί­ται μια κρύ­α μέ­ρα του δύ­σκο­λου χει­μώ­να της θη­τεί­ας μας στην ά­ξε­νη αυ­τή πό­λη της με­θο­ρί­ου. Εί­χε τε­λει­ώ­σει η λει­τουρ­γί­α, στην ο­ποί­α είχαμε παρευρεθεί με τις ε­πί­ση­μες στο­λές μας, για μια κα­τά­θε­ση στε­φά­νου σε το­πι­κή γι­ορ­τή. Με­τά την εκ­δή­λω­ση, ο Τζα­νί­δης μας α­πο­μά­κρυ­νε α­πό το πλή­θος, ο­δη­γών­τας μας σε έ­να ή­συ­χο κα­φε­νεί­ο. Ε­κεί, κου­βέν­τα στην κου­βέν­τα, ήρ­θε ο λό­γος και στη Νί­τσα. «Αν­τί να βρει έ­ναν άν­τρα να κά­νει οι­κο­γέ­νεια, αυ­τή δι­ά­λε­ξε την ά­σω­τη ζω­ή», εί­πε με ύ­φος δι­δα­κτι­κό με τη μπά­σα φω­νή του. «Έ­κα­νε για έ­να δι­ά­στη­μα την τρα­γου­δί­στρια στο “Πε­ρο­κέ”, έ­τσι το έ­λε­γαν τό­τε το “Άλ­σος”. Γύ­ρι­ζε με τον έ­ναν και τον άλ­λον. Ό­ταν πέ­ρα­σε η μπο­γιά της, την κλώ­τση­σαν σαν το σκυ­λί οι μάγ­κες που την έ­σερ­ναν κον­τά τους και τό­τε άρ­χι­σε να δου­λεύ­ει σε Λού­να Πάρκ στα πα­νη­γύ­ρια. Με­ρι­κοί λέ­νε ό­τι δού­λε­ψε και σε μπουρ­δέ­λο έ­να φεγ­γά­ρι -στη φρά­ση αυ­τή γύ­ρι­σε και κοί­τα­ξε δε­ξιά α­ρι­στε­ρά μή­πως α­κού­στη­κε έ­ξω α­πό την πα­ρέ­α-. Άλ­λοι λέ­νε ό­τι κρα­τά­ει ρε­κόρ ε­κτρώ­σε­ων· ε­φτά λέ­νε έ­κα­νε. Στο τέ­λος συ­ζού­σε με έ­ναν Τζάκ, έ­να μού­τρο, που γνώ­ρι­σε σε έ­να Λού­να Πάρκ. Αυ­τός δεν την έ­δι­ω­ξε, α­νύ­παν­τρη βέ­βαι­α την εί­χε. Της έ­κα­νε και δύ­ο παι­διά. Έ­να α­γό­ρι και έ­να κο­ρί­τσι. Το κο­ρί­τσι πή­ρε τα μά­τια του και έ­φυ­γε. Μπή­κε σε έ­να κα­ρά­βι και πή­γε στην Α­με­ρι­κή. Παν­τρεύ­τη­κε και ζει ε­κεί. Ού­τε ήρ­θε πο­τέ να δει γο­νείς. Ο γιός της σκο­τώ­θη­κε με τη μη­χα­νή έ­να βρά­δυ με­θυ­σμέ­νος. Αυ­τό της έ­κα­ψε την καρ­διά της Νί­τσας πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πʼ ό­λα. Πε­ρί­με­νε α­πʼ τον γιό, τού ʼ­χε α­δυ­να­μί­α. Με­τά πέ­θα­νε κι ο Τζάκ α­πό συγ­κο­πή κι έ­μει­νε πά­λι μό­νη της. Ό­σο την κρα­τού­σαν τα πό­δια της κά­τι έ­κα­νε, κα­θά­ρι­ζε κα­μιά σκά­λα, πή­γαι­νε στις λαϊκές και που­λού­σε βό­τα­να και τσά­για που μά­ζευ­ε και α­πο­ξή­ραι­νε μό­νη της. Με­τά της πή­ραν το σπί­τι οι τρά­πε­ζες, για­τί ο Τζάκ εί­χε χρέ­η, και μα­ζεύ­τη­κε ε­δώ σε έ­να ε­τοι­μόρ­ρο­πο που πρέ­πει να ή­ταν το πα­τρι­κό του Τζακ. Βί­ος και πο­λι­τεί­α», εί­πε ο Φώ­της ο Τζα­νί­δης και ο­λο­κλή­ρω­σε την α­φή­γη­σή του.
Με αυ­τή συμ­πλη­ρώ­σα­με το παζλ της ι­στο­ρί­ας της κυ­ρί­ας Νί­τσας, την ο­ποί­α ο Γι­ώρ­γος, που ή­ταν της κλα­σι­κής φι­λο­λο­γί­ας την α­πο­κα­λού­σε «η σπο­δός». Ε­μάς ο νους πή­γαι­νε στο «γη και σπο­δός» και νο­μί­ζα­με ό­τι το έ­λε­γε ει­ρω­νι­κά για τη γυ­ναί­κα. Ό­μως ε­κεί­νος έ­να βρά­δυ μας α­πο­κά­λυ­ψε ό­τι «σπο­δό» στην αρ­χαι­ό­τη­τα έ­λε­γαν τη γριά μπε­κρού. Α­πό κεί­νη την ώ­ρα και άλ­λοι της πα­ρέ­ας χρη­σι­μο­ποι­ού­σαν το προ­σω­νύ­μιο. «Δε φά­νη­κε α­πό­ψε η σπο­δός;» «Θα μας τρα­γου­δή­σει τί­πο­τα η σπο­δός;»
Για­τί η γρια-Νί­τσα μας τρα­γου­δού­σε κι­ό­λας κα­μιά φο­ρά. Ό­χι συ­χνά και ό­χι πο­λύ. Ό­ταν δεν εί­χε να πλη­ρώ­σει και έ­λε­γε τσε­βδί­ζον­τας, κοι­τά­ζον­τας αλ­λού, «Μπάμ­πη, α­πόπ­θε γράπ­θε», κά­να­με νό­η­μα στον Μπάμ­πη και τα πλη­ρώ­να­με ε­μείς. Συνήθως την κερ­νού­σα­με και μια δεύ­τε­ρη κα­νά­τα κρα­σί. Τό­τε ε­κεί­νη έ­πει­τα α­πό προ­τρο­πή του Μπάμ­πη, αρ­γά το βρά­δυ που έ­φευ­γαν οι ντό­πιοι θα­μώ­νες, μας σι­γο­τρα­γου­δού­σε με σπα­σμέ­νη φω­νή: «Το πλοί­ο θα σαλ­πά­ρει για λι­μά­νια ξέ­να, μα­ζί του θα σε πά­ρει α­γά­πη μου και σέ­να, μα­κριά α­πό μέ­να» και το «εί­δα τα μά­τια σου κλα­μέ­να κα­λή μου και ρά­ι­σε η ψυ­χή μου». Πάν­τα τα ί­δια έ­λε­γε, δύ­ο στρο­φές α­πό το έ­να και δύ­ο α­πό το άλ­λο. Και πάν­τα στο τέ­λος τα σκού­ρα πρά­σι­να μά­τια της θό­λω­ναν α­πό τα δά­κρυ­α και πια ε­μείς δεν ε­πι­μέ­να­με άλ­λο, αλ­λά ση­κω­νό­μα­σταν, πλη­ρώ­να­με και γυ­ρί­ζα­με στη δι­κή μας ξε­νι­τιά, στο στρα­τό­πε­δο.
Μʼ αυ­τά και μʼ αυ­τά πέ­ρα­σαν οι δύ­σκο­λοι μή­νες του χει­μώ­να σʼ αυ­τή τη μο­νά­δα της με­θο­ρίου, στις πα­ρυ­φές της πό­λης, έ­να χι­λι­ό­με­τρο με­τά τον ά­γιο Μη­νά α­πό τον α­νη­φο­ρι­κό χω­μα­τό­δρο­μο. Ή­ταν ή­δη προ­χω­ρη­μέ­νη ά­νοι­ξη. Η μέ­ρα εί­χε με­γα­λώ­σει και ε­πι­λέ­γα­με, ε­κτός α­πό ε­λά­χι­στες πια φο­ρές που ή­μα­σταν κου­ρα­σμέ­νοι, τα μπα­ρά­κια του κέν­τρου για τις ε­ξό­δους μας. Έ­τσι χά­σα­με τη γριά «σπο­δό» με τα λι­ω­μέ­να ρού­χα και τα θο­λά δα­κρυ­σμέ­να μά­τια.
Μια ό­μορ­φη α­νοι­ξι­ά­τι­κη βρα­διά εί­κο­σι μέ­ρες πριν το Πά­σχα, που ο τό­πος μο­σχο­βο­λού­σε α­πό τα αν­θι­σμέ­να λου­λού­δια και τις πα­σχα­λι­ές, ε­πι­στρέ­φα­με χα­ρού­με­νοι και αρ­κε­τά ζα­λι­σμέ­νοι με τον Γι­ώρ­γο, τον φι­λό­λο­γο, αυ­τόν που εί­χε με­το­νο­μά­σει τη γριά Νί­τσα σε «σπο­δό». Ή­μα­σταν ζα­λι­σμέ­νοι, για­τί στα μπα­ρά­κια εί­χα­με αν­τι­κα­τα­στή­σει τη ρε­τσί­να με ου­ί­σκι αλ­λά και για­τί σε λί­γες μέ­ρες πε­ρι­μέ­να­με να έρ­θουν οι με­τα­θέ­σεις σε μο­νά­δες κον­τά στους δι­κούς μας. Ο Γι­ώρ­γος, που ή­ταν στα μέ­σα και στα έ­ξω, μου εκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε, α­φού μου ζή­τη­σε να μην πω τί­πο­τε που­θε­νά, ό­τι τό­σο ε­γώ ό­σο κι ε­κεί­νος την εί­χα­με πά­ρει τη με­τά­θε­ση που ε­πι­θυ­μού­σα­με. Έ­τσι ξε­χει­λί­ζα­με α­πό χα­ρά και εί­χα­με έ­ναν ε­πι­πλέ­ον λό­γο να πι­ού­με έ­να ου­ί­σκι πα­ρα­πά­νω.
Κα­τευ­θυ­νό­με­νοι προς το στρα­τό­πε­δο στα­μα­τή­σα­με πί­σω α­πό τον ά­γιο Μη­νά που εί­χε κά­τι κυ­πα­ρίσ­σια, για την ανάγκη μας, πριν τον α­νη­φο­ρι­κό δρό­μο του στρα­το­πέ­δου.
Κα­θώς πή­ρα­με θέ­ση στα δέν­τρα, εί­δα­με έ­ναν αν­θρώ­πι­νο ί­σκιο α­κουμ­πι­σμέ­νο στον τοί­χο του ι­ε­ρού της εκ­κλη­σί­ας, ο ο­ποί­ος ί­σα που φαι­νό­ταν όπως έ­πε­φτε πά­νω του το α­μυ­δρό φως α­πό τα φώ­τα της πλα­τεί­ας. Πλη­σι­ά­σα­με πε­ρί­ερ­γοι μή­πως ή­ταν κά­ποι­ος με­θυ­σμέ­νος από τη μονάδα μας. Ό­ταν φτά­σα­με αρ­κε­τά κον­τά, δι­α­πι­στώ­σα­με ό­τι αυ­τός ο ί­σκιος α­νή­κε στην κυ­ρί­α Νί­τσα, «τη σπο­δό», που εί­χε α­κουμ­πι­σμέ­να τα δυ­ό της χέ­ρια και το κε­φά­λι στον τοί­χο και με σι­γα­νή φω­νή έ­λε­γε τσε­βδί­ζον­τας: «Ο Θε­ός, ι­λά­τη­τί μοι το α­μαρ­τω­λόν».
Κα­θώς εί­χα­με πλη­σιά­σει αρ­κε­τά, η Νί­τσα μας κα­τά­λα­βε κι έ­βγα­λε μια τσι­ρι­χτή φω­νή «ού­ι». Ο Γι­ώρ­γος λί­γο α­πό α­μη­χα­νί­α, λί­γο που φο­βή­θη­κε, έ­βα­λε τα γέ­λια. Η Νί­τσα κα­τευ­θύν­θη­κε σε έ­να παγ­κά­κι, από αυτά που υ­πήρ­χαν στην αυ­λή της εκ­κλη­σί­ας, τυ­λί­χτη­κε με το πα­νω­φό­ρι της, βά­ζον­τας τη μπλε σα­κού­λα για προ­σκέ­φα­λο, και ξά­πλω­σε. Ε­μείς εί­πα­με δυ­να­τά, «κα­λη­νύ­χτα», και γυ­ρί­σα­με να φύ­γου­με. «Φυ­γά­τε, α­ρέ, φυ­γά­τε, φυ­γά­τε», εί­πε πί­σω μας η Νί­τσα, ξε­φυ­σών­τας και κου­νών­τας το χέ­ρι της.
Στο πρω­ι­νό προ­σκλη­τή­ριο, τέ­λη Μα­ΐ­ου, μας α­να­κοι­νώ­θη­καν ε­πι­σή­μως οι με­τα­θέ­σεις. Το με­ση­μέ­ρι, α­φού πή­ρα­με το φύλ­λο πο­ρεί­ας, φορ­τω­θή­κα­με με τον Γι­ώρ­γο «το λου­κά­νι­κο», κρε­μά­σα­με στον άλ­λο ώ­μο και τον δι­κό μας σά­κο και πε­ρά­σα­με την πύ­λη του στρα­το­πέ­δου. Ο Γι­ώρ­γος, για να γε­λά­σου­με, σή­κω­σε και μια σκού­ρη πέ­τρα και την έ­ρι­ξε πί­σω μας. Κα­τευ­θυ­νό­με­νοι προς το ΚΤΕΛ πή­γα­με α­πό τον ά­γιο Μη­νά. Μπή­κα­με και α­νά­ψα­με έ­να κε­ρά­κι. Βγαί­νον­τας, σʼ έ­να α­πό τα παγ­κά­κια του προ­αυ­λί­ου βρή­κα­με κα­θι­σμέ­νη τη Νί­τσα. Τη χαι­ρε­τή­σα­με κι ε­κεί­νη μας α­πάν­τη­σε: «Ά­ι γειά παι­διά μʼ, ά­ι γειά».
Κα­θώς α­πο­μα­κρυ­νό­μα­σταν την εί­δα να μας α­κο­λου­θεί με το βλέμ­μα. Εί­χε ση­κώ­σει το δε­ξί χέ­ρι, αλ­λά δεν μπό­ρε­σα να κα­τα­λά­βω αν μας χαι­ρε­τού­σε ή αν σχη­μά­τι­ζε πί­σω μας το ση­μεί­ο του σταυ­ρού.