Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Ποιήματα
4Ιου
ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ
03.08.2020
Η επιβίωση είναι ένα μαρτύριο, έκλαιγε μ’ ένα παράπονο το σπουργιτάκι χτυπώντας το ράμφος του σ’ ένα ραγισμένο τζάμι. Κι από μέσα ένας γεράκος κλαίγοντας παραδεχόταν ότι η επιβίωση όχι απλώς ήταν ένα μαρτύριο, αλλά και ένα βάσανο στο γέρικο κορμί που ψυχορραγούσε χτυπώντας ρυθμικά το δάχτυλο πάνω στους απλήρωτους λογαριασμούς του ρεύματος.
Κι το ηλεκτρικό έκλαιγε με διακοπές και αρνιόταν να διέλθει από τα καλώδια και να μπει μέσα στα σπίτια των αρρώστων. Κι οι άρρωστοι κλαίγοντας παραδέχονταν ότι η αρρώστια ήταν ένα βάσανο χειρότερο κι από την επιβίωση και απ’ το χείριστο αφεντικό που τους ούρλιαζε στο αυτί.
Η αρρώστια απηύδησε κάθε φορά και χειρότερα που θα έπρεπε να μπαίνει μ’ ένα φύσημα στα σώματα και να κυριεύει τόσες διαφορετικές ψυχές που άλλες τις έστελνε στον Διάολο και άλλες στον Χριστούλη που έκλαιγε απαρηγόρητος πάνω στον σταυρό του.
~
Όλοι έκλαιγαν και πόναγαν τα κόκκαλά τους με φριχτούς πόνους και μέτραγαν τις μέρες, όπως ο σκύλος που πασχίζει με τα σαθρά του δόντια να βγάλει το ριζωμένο του τσιμπούρι.
Κι όλα αυτά τα κλάματα, όπως έμπλεκαν μεταξύ τους με παραφωνίες και στριγκλιές από τόσες διαφορετικές χροιές και λαρύγγια, έμοιαζε στον ανίδεο, σα γέλιο γάργαρο ενός κελαρυστού ποταμού που εφορμούσε από τους λιωμένους παρθένους πάγους των βουνοκορφών του και κατέληγαν στους μαιάνδρους που σχημάτιζαν οι χείμαρροι των ποταμών, όταν εισέρχονταν στα απύθμενα ωκεάνια νερά.
Κι ο Θεός από ψηλά καταράστηκε τον κλαιγόμενο τούτο κόσμο, αμαρτία να διαπράττει, αφού αυτή είναι η φύση του και σφραγίδα: το κλάμα το απαρηγόρητο. Και μ’ αυτήν τη ροή των πραγμάτων, αναδύθηκε η άγρια ομορφιά της ζωής, όπως όταν τρίβουμε βασιλικό και δυόσμο. Όπως όταν ξεπλένουμε τη λάσπη του Αδάμ με θαλασσινό νερό.






