Franco Fortini

Iταλία 1942
[Italia 1942]

Tώρα καταλαβαίνω πως σ’ αγαπώ
Ιταλία, σε χαιρετώ
αναγκαία φυλακή.

Όχι για τους δρόμους σου τους θλιβερούς, τις πόλεις
τις χαραγμένες σαν τα πρόσωπα των ανθρώπων,
όχι για τις στάχτες των παθών
από τις εκκλησιές, μήτε για τις φωνές
μέσ’ από τα μακρινά σου τα βιβλία

Αλλά για τα λόγια τούτα
που υφαίνουν του λαού οι άνθρωποι, που χτυπούνε
με σφυριές μες στο νου,
για κείνον τον πόνο που τώρα δα
κι εμένανε τον ξένο μέσα σου τυλίγει.

Για τούτη τη γλώσσα μου που τη μιλώ
σ’ ανθρώπους σοβαρούς και φλογερούς του μέλλοντος,
συντρόφους λεύτερους μες στον ασταμάτητο πόνο.
Τώρα ούτε να πεθάνω δεν είν’ αρκετό
για κείνο το μάταιο το αρχαίο τ’ όνομά σου.

 

`

******

Primo Levi

O επιζήσας
[Il superstite]

στον Μπ. Β. (1)

Από τότε κι έπειτα, σ’ αβέβαιην ώρα
κείνη η αγωνία επιστρέφει
κι ωσότου η φριχτή μου η ιστορία ειπωθεί
τούτη η καρδιά μου καίει μες στα σωθικά μου. (2)

Ξαναβλέπει των συντρόφων τα πρόσωπα,
σκοτεινιασμένα μες στο πρώτο φως,
γκρίζα απ’ την ασβεστόσκονη,
δίχως να ξεκρίνονται καθαρά μες στ’ αγιάζι,
βαμμένοι με θάνατο μέσα σ’ ανήσυχους ύπνους:
σαλεύουνε τη νύχτα οι μασέλες τους
κάτω απ’ τη βαριά σκιά του ονείρου
κι ανύπαρκτο μασούν γογγύλι.
«Πίσω μου πάτε, έξω από δω, άνθρωποι βυθισμένοι,
φύγετε. Κανένανε δεν παραγκώνισα,
κανενός δεν έκλεψα το ψωμί,
κανείς στη θέση μου δεν πέθανε. Κανείς.
Γυρίστε πίσω στην ομίχλη σας.
Δεν είναι φταίξιμο δικό μου αν ζω κι ανασαίνω,
τρώγω και πίνω, ντύνομαι και κοιμάμαι.»

`

1 Πρόκειται για τον αντιστασιακό και συγγραφέα Μπρούνο Βαζάρι (1911-2007).
2 Στίχοι του Σάμιουελ Κόουλριτζ, τους οποίους ο Λέβι παραθέτει στα ιταλικά. Αντίστοιχα, εδώ αποδίδονται στα ελληνικά, σε δική μας μετάφραση.

 

`

*****

Vittorio Sereni

Kυριακή μετά τον πόλεμο
[Domenica dopo la guerra]

Για δυο που ξαναβρίσκονται μια
Κυριακή μετά τον πόλεμο
μπορεί τάχα
να ξανανθίσει η έρημος η θαλασσινή;

… αγάπα -λέει κείνος- κι εσύ
αγάπα με με όλη σου τη δύναμη,
ανταπόδοση για όλα τούτα τα χρόνια…
Όμως

… τα πρώτα χρόνια του πολέμου
όταν οι Κυριακές δεν ήτανε
παρά σιωπηλή απελπισία, ζάλη
από τις καμπάνες, απομεινάρια
καπνού που άφηνε πίσω του στ’ ανοιχτά
το τελευταίο ποστάλι απ’ το Άμστερνταμ…

Κι ο ένας τον άλλο καταβροχθίζει με το βλέμμα,
ερευνητικά κοιτάζονται κι απλώνουνε τα χέρια
μυστικά στο λινό τραπεζομάντηλο.

… θάλασσα, χρόνια μοναχική,
χρόνια που μπορείς να μετρήσεις με τα κύματα
της θάλασσας το πλάτος που ασάλευτο απόμεινε,
απ’ το χρόνο τον πετρωμένο στο χώρο
της μεγάλης σιωπής…
Μπορεί λοιπόν να ξανανθίσει η έρημος η θαλασσινή;

Κι όχι μόνον οσμίζονται κι εξετάζουν ο ένας τον άλλο
ήμεροι και τρυφεροί σχεδόν
– Βρετανός αυτός, εκείνη Φλαμανδή-
μα καταγίνονται έπειτα να το πετύχουν,
σήμερα που δεν είναι καν Κυριακή.

 

 

`

******************************************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Η 1η Σεπτεμβρίου του 2019 αποτελεί τη θλιβερή επέτειο των ογδόντα ετών από το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Ο πλέον καταστροφικός πόλεμος στην ιστορία της ανθρωπότητας κράτησε σχεδόν έξι χρόνια, με ανυπολόγιστες απώλειες σε όλα τα επίπεδα.

Το βίωμα του πολέμου σφραγίζει το έργο όλων σχεδόν των Ευρωπαίων ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής εποχής, με ποικίλους τρόπους. Σημαντικό ρόλο, βέβαια, έπαιξαν και οι συνθήκες σε κάθε χώρα, καθώς και η κοινωνικοπολιτική τοποθέτηση των ποιητών στη διάρκεια του πολέμου και μετά από αυτόν. Τρεις διαφορετικές όψεις του βιώματος αυτού -και της ποιητικής του έκφρασης- εμφανίζονται στα ποιήματα που μεταφράζονται εδώ, αντίστοιχα από τρεις σημαντικούς Ιταλούς ποιητές του πολέμου και της μεταπολεμικής εποχής. Ο ρόλος της Ιταλίας στον πόλεμο είναι γνωστός σε όλους τους Έλληνες. Πώς όμως τον αποτυπώνουν κάποιοι από τους καλύτερους ποιητές της χώρας, οι οποίοι και τον
έζησαν;

Ο Φράνκο Φορτίνι (1917-1994) ήταν, εκτός από γνωστός ποιητής, σημαντικός μαρξιστής κριτικός και διανοούμενος, καθώς και αντιστασιακός. Μέλος του Ιταλικού Σοσιαλιστικού κόμματος, ήρθε σε επαφή με προσωπικότητες όπως ο Μπρέχτ, ο Σαρτρ και ο Λούκατς. Στο πρώιμο ποίημά του με τον εύγλωττο τίτλο «Ιταλία 1942» εκφράζει το αγωνιστικό αντιστασιακό πνεύμα της εποχής, με μια αισιόδοξη οπτική για τον «μέλλοντα άνθρωπο». Είναι ενδιαφέρον ότι και άλλοι ποιητές της Αντίστασης εξέφρασαν ανάλογη αισιοδοξία μεσούντος του πολέμου, τόσο στην Ιταλία όσο και στη δική μας χώρα και -παρεμπιπτόντως- εξίσου ενδιαφέρον ότι και στις δύο περιπτώσεις η αισιοδοξία αυτή εξανεμίζεται λίγο μετά την έλευση της ελευθερίας (παρά τις πολύ διαφορετικές κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις)…

Ο Ιταλοεβραίος Πρίμο Λέβι (1919-1987) είναι ένας από τους γνωστότερους συγγραφείς που επέζησαν από τα φριχτά ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Λέβι σπούδασε Χημεία στο Παν/μιο του Τορίνου. Κατάφερε να λάβει το πτυχίο του, παρά τα εμπόδια που συνεχώς αυξάνονταν λόγω της αντισημιτικής πολιτικής του φασιστικού καθεστώτος, όμως δεν μπορούσε να εργαστεί και να ζήσει με ασφάλεια. Στις αρχές της δεκαετίας του 1940 έλαβε μέρος στην αντίσταση. Όταν συνελήφθη, εστάλη στο Άουσβιτς, γεγονός που στιγματίζει τη σκέψη και το έργο του. Περισσότερο γνωστός στη χώρα μας για τα πεζά του έργα, συνόψισε στο εμβληματικό ποίημα που δημοσιεύεται εδώ την εμπειρία του στο Άουσβιτς και την ενοχή, η οποία επιστρέφει πάντα μέσω εικόνων θλιβερών. Όπως και ο Τσέλαν, ο Λέβι θεωρείται ότι αυτοκτόνησε υπό το βάρος των τραυματικών αυτών αναμνήσεων…

Ο Βιτόριο Σερένι (1913-1983) είναι μάλλον ο γνωστότερος από τους ποιητές που ανδρώθηκαν πνευματικά στην Ιταλία την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Το υλικό της συλλογή Diario d’ Algeria (1947), με την οποία καθιερώνεται στο λογοτεχνικό στερέωμα, βασίζεται στα βιώματά του από τον πόλεμο (έζησε μέρος αυτού και στην Ελλάδα) και την αιχμαλωσία που επακολούθησε. Πάντως, το ποίημα που μεταφράζεται εδώ δημοσιεύτηκε πολύ αργότερα και, όπως μαρτυρεί ο τίτλος του, αναφέρεται στην περίοδο αμέσως μετά τον πόλεμο και στην προσπάθεια των ανθρώπων να ξαναχτίσουν τη ζωή τους «πάνω στα ερείπια»…