[Ο λειχηνολόγος Camillo Sbarbaro επί το έργον…]
«Καμιά φορά, καθώς μονάχος βαδίζω στον ήλιο…»
[Talor, mentrecammino solo al sole]
Καμιά φορά, καθώς μονάχος βαδίζω στον ήλιο
και τον κόσμο κοιτώ με ματιά καθαρή
όπου καθετί μου μοιάζει αδερφικό
-ο αγέρας το φως το χορταράκι το μαμούνι-
έν’ άξαφνο ίχνος την καρδιά μου αδράχνει.
Σαν τον τυφλό μού μοιάζω, καθισμένο
στην όχθη ενός ποταμού απέραντου.
Χοχλακίζουν από κάτω, στριφογυρνούν τα νερά,
μα κείνος δε βλέπει: τον ελάχιστο ήλιο
σαν ευλογία τον ρουφά. Κι άμα του ’ρθει μια στο τόσο
του νερού μουρμουρητό, λέει τάχατες
πως φταιν τ’ αυτιά του που βουίζουν.
Και μου φαίνεται λοιπόν, όσο ζω
την άμοιρή μου τούτη τη ζωή, πώς μια άλλη
σα μέσα σ’ όνειρο μ’ αγγίζει: κι είναι τ’ όνειρο κείνο
τούτη δα η ζωή μου η τωρινή.
Σάστισμα τότε μου ’ρχεται, ξάφνισμα παιδιακίσιο.
Και κάθομαι
ολομόναχος στου δρόμου την άκρια
κοιτώ τον κόσμο μου τον δύσμοιρο και πονεμένο
και χαδεύω με τρεμάμενο χέρι τη χλόη.
**
«Η καρδιά μου για σένα λαχταρά, Γη…»
[Il miocuoresigonfia per te, Terra]
Η καρδιά μου για σένα λαχταρά, Γη,
σα σβώλος χωματένιος για την Άνοιξη.
Γυρνώ.
Καινούρια είν’ η ματιά. Όλα κείνα
όσα θωρώ είναι σα να μην τα ’χω ξαναδεί:
και τα πιο άσχημα και κοινότοπα,
με γλυκαίνουν και μου δίνουνε χαρά.
Τη δυστυχία μου πίσω την αφήνω
όπως το φίδι το πουκάμισό του το παλιό.
Δεν είμαι πια εγώ, αλλά ένας άλλος –
από μένανε τον ίδιο λευτερωμένος.
Γη μου, είσαι συ για με γεμάτη χάρη.
Όσο σιμά μου θα σε νιώθω,
τόσο μικρούλης, όσο μέσα σου
η θλίψη μου θα σβήνει σαν το σύννεφο
στον ήλιο,
δε θα καταριέμαι που γεννήθηκα.
Είμ’ εδώ καθισμένος καταγής
με τα δυο μου χέρια ανοιχτά πάνω στη χλόη,
κοιτώντας ολοτρόγυρα μ’ αγάπη.
Κι όπως έτσι κοιτάζω, το πρόσωπό μου
πλημμυρίζει από ζεστά δάκρυα γλυκά.
**************************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
«Ζωή που παίζει με σουρντίνα…»
Ο Camillo Sbarbaro έζησε τη μακρά του ζωή πάντα αθόρυβα. Αθόρυβη η ποίησή του (χαρακτηριστικός ο τίτλος της συλλογής που τον καθιέρωσε, στην οποία ανήκουν και τα ποιήματα που μεταφράζουμε εδώ: Pianissimo, 1914), αποτέλεσε όμως τομή στα ιταλικά γράμματα του καιρού του. Αποφεύγοντας κάθε ρητορεία, με τρόπο σχεδόν πεζολογικό, ο ποιητής κατορθώνει να μεταδώσει με χαμηλότονη συγκίνηση το προσωπικό του όραμα. Η υπαρξιακή μελαγχολία, που βρίσκει καταφύγιο στην φύση, καθώς και η ειλικρίνεια που αποπνέουν οι στίχοι του επηρέασαν βαθιά τον νεαρό φίλο και ομότεχνό του, Eugenio Montale. Στη συλλογή που τον έκανε διάσημο (Ossidisepia, 1925), ο Montaleτου αφιερώνει μια ολόκληρη ενότητα: Poesie per Camillo Sbarbaro. Εκεί (στο ποίημα «Caffè a Rapallo») βρίσκεται και η περίφημη αποστροφή του προς τον φίλο του ποιητή. Μεταφράζουμε τους πρώτους στίχους:
Χριστούγεννα σε τούτο το χλιαρό λουτρό
με τη γυαλάδα του – και τη θολούρα απ’ τον ατμό
που αφήνουν τα φλυτζάνια, καλυμμένο
τρέμουλο φώτων πίσω από κλειστά
κρυστάλλια: προφίλ γυναικών
μες στο γκρίζο, ανάμεσα σε κοσμημάτων λάμψεις
και μεταξιού συρσίματα…
Φτάσανε,
και σε τούτες τις όχθες που γεννήθηκες,
οι νέες Σειρήνες! και μας λείπεις εδώ
Καμίλλο, φίλε, ιστορητή
της επιθυμίας και του ρίγους.
Ο ώριμος Sbarbaro, όμως,στράφηκε και σε ένα νέο πεδίο, το οποίο ήδη η νεανική του ποίηση προοιωνίζεται: στη μελέτη του φυσικού κόσμου – και μάλιστα σε μια ταπεινή, απαρατήρητη μορφή ζωής, που είναι οι λειχήνες. Το ενδιαφέρον του για τους λειχήνες δεν υπήρξε ούτε απλώς ερασιτεχνικό ούτε επιφανειακό: μέχρι τους τελευταίους μήνες της ζωής του γυρνούσε τη Βόρεια Ιταλία, ερευνώντας την τοπική χλωρίδα, για να ανακαλύψει άγνωστα είδη λειχήνων. Περιέγραψε σχεδόν 130 είδη, ενώ 20 περίπου είδη ταξινομήθηκαν με βάση το όνομά του.

Ο πρώτος λειχήνας που περιέγραψε με δημοσίευσή του ο Sbarbaro, ο οποίος πήρε και το όνομα του μελετητή του: Parmelia Sbarbaronis.










