Πρόλογος ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΟΣ

Η αμερικανική ποίηση των τελευταίων δεκαετιών αποτελεί ένα εξαιρετικά πολυφωνικό πεδίο, όπου διαφορετικές ποιητικές παραδόσεις, γλωσσικές ιδιοσυγκρασίες και τρόποι θέασης του κόσμου συνυπάρχουν, συχνά χωρίς να υπάγονται σε κάποια κοινή αισθητική κατεύθυνση. Από τη λιτή, σχεδόν καθημερινή εκφορά έως την πυκνή λυρική σύνθεση, από τη μνήμη του σώματος και την οικειότητα της οικογενειακής ζωής έως την ιστορική εμπειρία, τη φυλετική ταυτότητα, το φυσικό τοπίο και την αγωνία του θανάτου, κάθε ποιητής διαμορφώνει τη δική του σχέση με τη γλώσσα και με όσα επιχειρεί να διασώσει, να κατανοήσει, να μεταμορφώσει μέσω αυτής.

Το Αφιέρωμα αυτό φιλοδοξεί να προσφέρει μια σταδιακή περιήγηση σε αυτό το ευρύ τοπίο, μέσα από μεταφράσεις ποιητών που διαμόρφωσαν ή εξακολουθούν να διαμορφώνουν την αμερικανική ποιητική γραφή. Η επιλογή τους δεν υπακούει στην επιθυμία μιας εξαντλητικής χαρτογράφησης ούτε στην αναζήτηση μιας αντιπροσωπευτικής σχολής. Αφετηρία του αποτέλεσε, μάλλον, η ανάγκη του υποφαινόμενου να συναντήσει –και, κατόπιν, να μοιραστεί– εντός της γλώσσας του ποιήματα που διαθέτουν διακριτή φωνή, εσωτερική ένταση και έναν τρόπο να μετακινούν συγκινησιακά την αντίληψή μας για τα πράγματα, εξημερώνοντας το αλλόκοτο, ανασύροντας το άχρονο από το καθημερινό, δεσμεύοντας το φευγαλέο σε ουσία.

Στις επιλογές θα συναντώνται τόσο ποιητές με αναγνωρισμένη θέση στη μεταπολεμική αμερικανική γραμματεία όσο και μεταγενέστερες φωνές, με διαφορετικές καταβολές και διαφορετικές αντιλήψεις για το τι μπορεί να καθιστά κάτι ποίηση. Ως εκ τούτου, η προκείμενη μεταφραστική εργασία αποβλέπει, πέρα από τη νοηματική ακρίβεια, στην ανάδειξη της ιδιοσυγκρασίας κάθε έργου, επιχειρώντας να ανασυστήσει στα ελληνικά την διακριτή ποιητική του λειτουργία, πάντοτε με σεβασμό στη σημασία, στη μουσική και στη μορφή του πρωτοτύπου.

 

******************************************************************************************

Robert Hass (1941-)

 

 

Ο Robert Hass γεννήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο το 1941. Σπούδασε στο St. Mary’s College και στο Stanford University και δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, Field Guide, το 1973. Υπήρξε Δαφνοστεφής Ποιητής (Poet Laureate) των Ηνωμένων Πολιτειών από το 1995 έως το 1997, ενώ παράλληλα ανέπτυξε σημαντικό έργο ως δοκιμιογράφος και μεταφραστής, ιδιαίτερα του Czesław Miłosz και των μεγάλων Ιαπώνων ποιητών του χαϊκού. Το Time and Materials: Poems 1997–2005 τιμήθηκε με το National Book Award και το Βραβείο Πούλιτζερ, επισφραγίζοντας μια πορεία στην οποία η ποιητική δημιουργία συνυπήρξε σταθερά με τη δοκιμιακή και μεταφραστική εργασία.

Η ποίηση του Robert Hass παλινδρομεί διαρκώς ανάμεσα στη σκέψη και την αισθητηριακή εμπειρία, με τη φιλοσοφική διερώτηση να φιλτράρεται διαρκώς μέσα από το σώμα, το τοπίο, τον έρωτα, τη μνήμη και τη γλώσσα. Η φύση γίνεται χώρος τομής του εφήμερου με το διαρκές, μέσα από λεπτουργημένα κλιμακωτές μετατοπίσεις οι οποίες κρατούν ζωντανό το στοιχείο του αναπάντεχου ως το τέλος. Παράλληλα, ο μύθος, η ιστορία της τέχνης και η φιλοσοφία εισέρχονται στο ποίημα οργανικά, ως τρόποι με τους οποίους η εμπειρία διευρύνει το πεδίο της.

Ο στίχος του Hass συχνά αναπτύσσεται με μεγάλη συντακτική ελευθερία, απηχώντας τις περιπλανήσεις της μνήμης και της σκέψης, πλην όμως παραμένοντας πάντοτε στιβαρός, χάρη σε μια ζηλευτή προσήλωση σε εικόνες υψηλής υλικότητας. Έτσι, το ποίημα διατηρεί τη ρευστότητα μιας συνομιλίας και ταυτόχρονα την πυκνότητα μιας ακριβούς παρατήρησης: η σκέψη δεν απομακρύνεται από τα πράγματα, αλλά επιστρέφει σ’ αυτά με διαφορετικό βάρος.

 

**************************

 

 

 

**********************************************************

 

 

ΧΙΟΝΑΤΟΣ ΕΡΩΔΙΟΣ

 

Ένα αγόρι βγαίνει έξω το πρωί μ’ ένα όπλο. Στιλπνός αέρας, μια μυρωδιά χόρτου και φύλλων

και καλαμιών γύρω απ’ τη λίμνη – του Οκτώβρη μυρωδιές.

Έν’ άρωμα μήλων απ’ τον οπωρώνα στον αέρα.

Μια οσμή από πάπιες. Δύο κανελί κιρκίρια –

εικάζει πως είναι κιρκίρια, εκείνα που ‘χε δει

το περασμένο βράδυ καθώς η λιμνούλα σκοτείνιαζε

κι είχε κάνει τη σκέψη πως το σκοτάδι

ερχόταν νωρίτερα. Βρίσκεται σε μια ηλικία

όπου η σκέψη του χειμώνα είναι μια σκέψη σεξουαλική,

το να ‘χεις σκέψεις δικές σου είναι σεξουαλικό,

οι δύο πάπιες που μουρμουρίζουν και γλιστρούν

προς τα βαθύτερα καλάμια μακριά του,

σαν η απόσταση να ‘ταν μια φυσική αβρότητα,

είναι κάτι σεξουαλικό, που θα πει, ένα μυστήριο,

ένας πόνος μες στην κοιλιά και στο στήθος του

που κάπως ομοιοκαταληκτεί με την ευρύτητα της νύχτας.

Τ’ άστρα που ξεμυτούν απ’ την κρυψώνα

ενός μελανίζοντα ουρανού

σαν να μη βρίσκονταν ανέκαθεν εκεί

δείχνουν να πονούν μες στο έξαφνα

γοργότερο βράδιασμα

και το λαμπύρισμα και το κρύο. Βρίσκεται σε μια ηλικία

που η σκέψη του σκέπτεσθαι είναι, τη νύχτα,

μια σκέψη σεξουαλική. Ετούτο το πρωί μες στο κρύσταλλο

του αέρα, της δρόσου, και του λιόφωτου που η δρόσος

έχει παγιδεύσει επάνω στις χορτολεπίδες που σπινθηρίζουν στα πόδια του,

παραμονεύει τη λιμνούλα. Τρεις μεγαλύτερες πάπιες,

πιθανόν πρασινοκέφαλες, τινάζονται απ’ τα καλάμια

και φέρνουν κύκλους και πετούν προς τα νότια. Τρεις κοκκινότσιχλες,

βαθιά στη χειμωνιάτικη αφωνία τους,

φτερουγίζουν τριττά ως αντίπερα

για να προσγειωθούν σε τρία βούρλα

αντικριστά ή σταυρωτά η μια απ’ την άλλη,

κουρνιάζουν και ριγούν ώσπου να βολευτουν και κοιτούν ένα γύρο.

Τότε είναι που βλέπει τον χιονάτο ερωδιό

μες στις λοχμες, ολόλευκο και λίθινα γαλήνιο

να στέκει στο ένα πόδι μ’ αυτόν τον ασάλευτο,

τέλειο, σχεδόν πριγκιπικό τρόπο. Τον έβλεπε συχνά το καλοκαίρι,

συχνά το πρωί κι ενίοτε το μούχρωμα, να κυνηγάει στα καλάμια

κάτω απ’ τους ίσκιους των κρανιών στην αντίκρυ όχθη.

Είχε παρατηρήσει το αργό, πλατύ άνοιγμα

των φτερών του, την απογείωση και την προσγείωση,

τον σχεδόν ασύλληπτα αργόσυρτο τρόπο

που σήκωνε το ένα πόδι κι ύστερα το άλλο

όταν παραμόνευε, το γρήγορο τίναγμα

του κεφαλιού του στην ξαφνική κίνηση μες στο νερό,

και τη σβέλτη, αστραπιαία σιγουριά όταν το καμάκωνε

για να τσακώσει ένα αγκαθερό ή έναν βάτραχο.

Μια φορά τον είχε δει, με το κεφάλι ψηλά, να καταπίνει έναν ποντικό,

τον λαιμό του να φουσκώνει, λίγη ουρά και μια σταγόνα

αίματος μόλις ορατή κάτω απ’ το μαύρο ράμφος.

Τώρα ήταν ακίνητος και λευκός μες στη λαμπράδα

του πρωινού μες στα καλάμια. Του άρεσε

να εξασκείται στο καρτέρι, και σήκωσε το όπλο

στον ώμο του και κουλουριάστηκε στα νοτερά χορτάρια

και σημάδεψε, έτσι, για παιχνίδι στην αρχή.

 

**

ΗΡΩΙΚΗ ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΗ

 

Όταν ο ξιφομάχος έπεσε στους Επτά Σαμουράι του Κουροσάβα

μες στη γκρίζα βροχή,

στο Σινεμασκόπ και τη δυναστεία των Τοκουγκάβα,

έπεσε μονοκόμματος σαν πεύκο, έπεσε

όπως ο Αίαντας στον Όμηρο

σ’ αδόμενους δακτύλους και το δέντρο ήταν τόσο πελώριο

που ο ξυλοκόπος επέστρεφε επί δύο μέρες

σ’ εκείνο το γουρλίδικο μέρος

πριν αποσώσει το πριόνισμα

και την τρίτη μέρα έφερε τον θείο του.

 

Στοίβαξαν κορμούς στον ρητινώδη αέρα,

πελεκώντας ένα-ένα τα μικρά κλαδιά,

δένοντάς τα χωριστά για προσανάμματα.

Τα μέρη κοντά στη ρίζα

χωρίστηκαν στα τέσσερα

κι ήταν ωστόσο πάλι αμήχανα μεγάλα·

τους μεσαίους κορμούς τούς χώρισαν στη μέση·

δέκα δεμάτια και τέσσερις μεγάλοι σωροί ευωδιαστού ξύλου,

φεγγάρια και κουάρτα φεγγαριών και μισοφέγγαρα

χαρακωμένα απ’ το δόντι του πριονιού.

 

Ο ξυλοκόπος κι ο μπάρμπας του

στέκονται καταμεσής του δάσους

σ’ ένα στρώμα από πριονίδι κι ανοιξιάτικη λάσπη.

Έχουν σταματήσει να δουλεύουν

επειδή είναι κουρασμένοι κι επειδή

δεν έχω φανταστεί κανένα υποζύγιο

ή πρωτόγονο κάρο. Είναι πολύ πονηρεμένοι

για να καλέσουν γείτονες και να γυρίσουν σπίτι

με λιγοστούς κορμούς για τον ιδρώτα τριών ημερών.

Περιμένουν από μένα να κάνω κάτι

ή τον επιστάτη του Μεγάλου Άρχοντα

να έρθει και να τους συλλάβει.

 

Τι υπομονετικοί που είναι!

Ο γέρος καπνίζει πίπα και φτύνει.

Ο νέος σκέφτεται πως θα γινόταν πλούσιος

αν ήταν ήδη πλούσιος κι είχε ένα μουλάρι.

Δέκα μέρες κουβάλημα

με την έβδομη πιθανότατα

να γίνονται τσακωτοί, να επιστρέφουν σπίτι μ’ άδεια χέρια

ή και χειρότερα. Δεν ξέρω

αν είναι Ιάπωνες ή Μυκηναίοι

και δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’αυτό.

Το μονοπάτι από εδώ ως εκείνο το χωριό

δεν έχει μεταφραστεί. Ένας ήρωας, πεθαίνοντας,

ποτίζει ακινησία τον αέρα.

Ένας άντρας και μια γυναίκα βαδίζουν απ’ το σινεμά

προς το σπίτι μες στη σιωπή χωριστών αφοσιώσεων.

 

Υπάρχουν όρια στη φαντασία.

 

**

ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ

 

Το παιδί κουβάλησε γαλάζιο πηλό απ’ το ρυάκι

κι η γυναίκα έπλασε δυο ειδώλια: μια κυρά κι ένα ελάφι.

Τον καιρό εκείνο ελάφια κατηφόρισαν απ’ το βουνό

και βόσκαγαν γαλήνια στα φαράγγια με τις σεκόγιες.

Η γυναίκα και το παιδί περιεργάστηκαν το ειδώλιο της κυράς,

την αδρή στρογγυλάδα, τη χάρη, το χρώμα σα σκιά.

Δεν ήταν βέβαιοι από πού προήλθε,

εκτός απ’ το κουβάλημα του αγοριού και τα χέρια της γυναίκας

και τον μολυβδογάλανο πηλό του ρυακιού

όπου τα ελάφια κάπου κάπου

προβάλλαν με το λιόγερμα.

 

**

ΟΙ ΚΑΘΑΡΟΙ

 

Οι δρόμοι στα βόρεια από εδώ είναι ξεροί.

Τα πρώτα κόκκινα μπουμπούκια ξετρυπώνουν

τη θανάσιμη άνοιξη

και σμήνη ορτυκιών χαμηλώνουν σαν σύννεφα πάνω απ’ τους κάμπους

απ’ το Παρίσι ως το Μπεζιέ.

Αυτή είναι η συγκομιδή του Θεού: το χωριατόπαιδο που τού ‘κοψαν

τη γλώσσα στα δυο,

οι γκιόσες που σκίζουν τους χόνδρους

στα γόνατα για να συρθούν ως την Καρκασόν.

«Αν ο κόσμος δεν ήταν ενδιάθετα κακός»,

είπε ο παναγιότατος, «τότε κάθε επιλογή

δεν θα συνιστούσε κι απώλεια.

Η αρρώστια αυτής της εποχής είν’ η σάρκα»

είπε. «Για τούτο, χτίζουμε με πέτρα».

Οι νεκροί, με τα μαύρα τους χείλη, στοιβάζονται

ο ένας επάνω στον άλλον,

κατάσκαρκα, σαν εραστές.

 

**

ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΣΤΟ ΛΑΓΚΟΥΝΙΤΑΣ

 

Όλη η νέα σκέψη περιστρέφεται γύρω απ’ την απώλεια.

Σ’ ετούτο μοιάζει με κάθε παλιά.

Η ιδέα, φερ’ ειπείν, πως κάθε τι επιμέρους

σβήνει τη φωτεινή διαύγεια μιας γενικής ιδέας. Πως ο παλιατσοπρόσωπος

δρυοκολάπτης που σκαλίζει τον νεκρό, γλυπτό κορμό

εκείνης της μαύρης σημύδας είναι, με την παρουσία του,

μια τραγική έκπτωση από έναν πρώτο κόσμο

αδιαίρετου φωτός. Ή η άλλη αντίληψη πως, επειδή

σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχει

πράγμα στ’ οποίο ν’ αντιστοιχεί

μοναδικά η βατομουριά

κάθε λέξη είναι κι έλεγος

για κείνο που σημαίνει.

Μιλούσαμε γι’ αυτό αργά χθες βράδυ

και στη φωνή του φίλου μου υπήρχε

ένα λεπτό σύρμα θλίψης, ένας τόνος

σχεδόν παραπονιάρικος. Μετά από λίγο κατάλαβα ότι,

μιλώντας έτσι, τα πάντα διαβρώνονται: η δικαιοσύνη,

το πεύκο, τα μαλλιά, η γυναίκα, εσύ κι εγώ. Υπήρχε μια γυναίκα

στην οποία έκανα έρωτα και ανακάλεσα πώς,

κρατώντας τους μικρούς ώμους της στα χέρια μου φορές,

ένιωθα ένα βίαιο δέος στην παρουσία της

σαν δίψα γι’ αλάτι, για το ποτάμι των μικράτων μου

με τα ιτιόσπαρτα νησάκια του, ανόητη μουσική από το ποταμόπλοιο,

τα λασπερά μέρη όπου πιάναμε

ψάρια ασημοπορτοκαλιά

που τα ’λεγαν ηλιόψαρα. Ελάχιστα απ’ αυτά είχαν να κάνουν μ’ εκείνη.

Νοσταλγία, λέμε, επειδή η επιθυμία είναι γεμάτη

αποστάσεις ατέλειωτες. Το ίδιο θα ’μουνα κι εγώ για κείνη.

Μα θυμάμαι τόσα πολλά, τον τρόπο που τα χέρια της

αποσυναρμολογούσαν το ψωμί, αυτό που ο πατέρας της είπε και την πλήγωσε, αυτά

που ονειρευόταν. Υπάρχουν στιγμές που το σώμα είναι τόσο υπερβατικό

όσο οι λέξεις, μέρες που είναι η καλή σάρκα, συναπτά.

Τέτοια τρυφερότητα, εκείνα τ’ απογεύματα και βράδια,

λέγοντας βατόμουρο, βατόμουρο, βατόμουρο.

 

**

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΜΠΟΤΙΤΣΕΛΙ

 

Σ’ αυτόν τον βίο που διάγουμε κάθε παράδεισος είναι χαμένος.

Τίποτα δεν θα μπορούσε να ’ναι πιο εύκολο: το καλοκαίρι συγκομίζει νέα φύλλα

για έν’ αβίαστο σκοτάδι. Τόσο λίγα μάς χρειάζεται να ξέρουμε.

Κι οι παλιές σοφίες ριγούν μέσα μας και χαλαρώνουν.

Όπως τ’ απεταξάμην. Σαν τη μελαγχολική ομορφιά

του να τα παρατάς όλα. Σαν να βαδίζεις ακλόνητος

μες στους ρυθμούς – χειμέριο φως και θερινό σκοτάδι.

Κι η ώρα για το σκάψιμο των χαντακιών και τον χορό.

Σπόρος τρελός. Ο θάνατος περιμένει να του περάσει. Περιμένει να περάσουμε κι εμείς,

οι λείοι, πυρακτωμένοι άγιοι, γήινοι και προσευχητικοί.

Μέσα στη συστολή μας. Μες στην αιδήμονα και σταθερή μας προσοχή

στην τελετή, την προετοιμασία της κι εκείνην την εθιμοτυπική

αιώρηση της ηδονής που πέφτει σαν βροχή που απευχόμαστε

και χαιρόμαστε και μέσα της πνιγόμαστε. Ή όπως τον αφρό κείνου του πέλαγου, ιριδίζοντας:

ενυδρίδες στο μαστίγιο της παλίρροιας, στο μούσκιο των φυκιών,

μια θαλπωρή θηλαστική και το απάνθρωπο στοιχείο. Α, αυτό είναι το μυστικό.

Ότι εκείνη είναι μια ενυδρίδα, ότι ο Μποτιτσέλι έτσι την είδε.

Ότι δεν είμαστε ενυδρίδες και δεν είμαστε στον πίνακα

του Μποτιτσέλι. Δεν είμαστε καν στον πίνακα του Μπος

όπου οι άνθρωποι στέκονται ένα γύρο κοιτάζοντας το πλαίσιο

του πίνακα του Μποτιτσέλι κι όταν φτάνει ο Έρωτας, κάνουν εμετό.

Ή στον πίνακα του Γκόγια με τους θλιμμένους, γωνιώδεις κι εξομολογημένους,

που κοιτούν τον Μπος και νιώθουν ανυπέρβλητη συμπόνοια

αλλά πληγώνουν ο ένας τον άλλο συχνά και αδέξια. Δεν είμαστε σε κανέναν

πίνακα.

Αν το κάνουμε ποτέ, θα ’μαστε σαν τους παλιούς Ρώσους.

Θα κατηφορίσουμε μες από χαμηλές βελανιδιές προς τη θάλασσα

κι εκεί που οι φώκιες λιάζονται πλένοντας το τρίχωμά τους στην ακτή

θα κοιταχτούμε μες στα μάτια αποφασιστικά

και θα τις σφάξουμε και θα τις γδάρουμε.

 

**

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΛΑΥΣΕΩΝ

 

Το πάτωμα πονάει τόσο που βογγά

όπως κι αν πατήσουν,

σαν να ‘μαθε το τρικ

του να υποφέρει.

Καημένο πάτωμα.

Αυτός είναι ο Kήπος των Aπολαύσεων,

ένας άντρας που δείχνει μια γυναίκα

κι ένα πουλί κουρνιασμένο

πάνω σ’ έναν κύλινδρο από κρύσταλλο

παρατηρώντας. Έχει ένα πώμα

στο στόμα της ή η μπογιά

φουσκάλιασε, πριν από καιρό, ακριβώς εκεί.

 

Δείχνει ανήσυχος, μα όχι τρομοκρατημένος,

όχι τρομοκρατημένος, και δεν σαλεύει.

Είν’ ένα πλεονέκτημα των πινάκων.

Δεν χρειάζεται να κουνηθείς.

Κάποτε ονόμαζα τα λουλούδια –

μαλλιά της Αφροδίτης, λίθωπος,

αμάραντος.

 

 

 

**

ΣΑΝΤΑ ΛΟΥΤΣΙΑ

 

I

Τέχνη & Έρωτας: κατασκηνώνει έξω απ’ την πόρτα μου,

αθώος, σαρκοβόρος. Σαν ο πόθος

να ‘ταν πράγματι ένας μαγικός αυλός, σαν το τραγουδάκι

«υπερβείτε, υπερβείτε» αρκούσε να σε πάει οπουδήποτε.

Μου φέρνει κρασί· πιστεύει στις τέχνες

και τις μεταχειρίζεται χάριν ομορφιάς. Μου φέρνει

ξύδι σε μικρά πήλινα δοχεία, καρτ ποσταλ

απ’ τις πλαγιές του Σεζάν που ο πόθος

άφησε ήσυχες, άδεια αγροκτήματα τον Αύγουστο και τ’ ασαφή

ψηλά καστανόδεντρα στο Ζας ντε Μπουφάν, εμβρυακό

ψαμμίτη τόπους τόπους διχασμένο

με φυλλόσχημα πετρώματα απ’ την ακτή.

Φέρνει το σώμα του, λυκόμορφο, εύθραυστο,

ολομπρούτζινο απ’ το καλοκαίρι σαν κρούστα κρουασάν

στο La Seine στη Μαρίνα, κοιλιές

των πελεκάνων που κοιτούσα ανάμεσα σε θίνες λευκές

κάτω απ’ το Πίκο Μπλάνκο στην ακτή του Μπιγκ Σουρ.

Με αηδιάζει, ετούτη η πλησμονή & η απελπισία.

 

II

Βαδίζοντας στο μονοπάτι των Πέντε Πηγών, προσπάθησα να σκεφτώ.

Λάμνιο, σμέουρο. Η ομίχλη φούσκωνε

ανάμεσα στα πεύκα, ιώδη σπουργίτια να διαγράφουν καμπύλες

σαν σώματα στον ερειπωμένο αέρα. «Όλες οι γυναίκες

είναι μαζοχίστριες». Ήμουν τόσο νέα, πιστεύοντας

κάθε λέξη που έλεγαν. «Ο Ντύρερ είναι δευτέρας διαλογής»·

η Εύα του Ντύρερ ταΐζει το μήλο της στο φίδι·

φιδίσιες μπούκλες, μια γάτα στα πόδια της, ένα ποντίκι
στο πόδι του Αδάμ. Άρρενας φόβος, άρρενα μάτια και τέχνη. Η τέχνη

του έρωτα, τα μάτια που χρησιμοποιώ για να δω τον εαυτό μου

στον έρωτα. Ενγκρ, μαξιλάρια. Νομίζω πως το ερωτικό

δεν είναι σεξουαλικό, παρά μόνο αν είσαι τυχερός.

Είν’ εκεί που το μονοπάτι διχάζεται. Δεν είναι το αίνιγμα

του πόθου που μ’ ενδιαφέρει· είναι το αίνιγμα

των καλών χεριών, το μυρώνι στο παράθυρο,

οι λευκές σελίδες ενός βιβλίου, κάποιος που λέει

είμαι κουρασμένος, κάποιος που ανάβει το φως.

 

III

 

Διαγραμμισμένη στο παράθυρο, η πόλη θαμπώνει

ωστόσο ο ουρανός είναι άδειος, καθαρός. Η αδειοσύνη

είναι αυστηρή· αυτό μ’ ευχαριστεί. Ασφαλώς και σφαδάζω.

Όπως όλοι οι άλλοι, σπαρταρώ, διάσπαρτη τροφή, ξεχειλωμένη.

Ω, ω, ω, ω. Μάτια γεμάτα θαυμασμό.

Γκερνίκα. Ο Οδυσσέας στην ακτή. Βλέπω

πως το σώμα μου είναι η προσευχή του. Βλέπω το σώμα μου.

Βαδίζοντας στις αίθουσες του Λούβρου,

ήμουν, κάθε στιγμή, γυμνή & κυριευμένη.

Τουρίστες γκώναν μ’ αναγεννησιακά, χηνόλαιμα κορίτσια

δια χειρός Πολαιουόλο. Με βλέπει σαν ζωγράφος.

Ακούω τις λέξεις που κρατά για μένα: λευκό, χρυσό.

Προτιμώ να περπατώ στην πόλη στη βροχή.

Σκυλόσκατα, τροχαία ατυχήματα. Όποιος θεός

τυγχάνει διαμελισμένος μες στη Σεβρολέτ του.

Μι’ αλλιώτικη τάξη θρησκευτικού δέους:

αγωνία & κρέας, τα πάντα πεζά κι απέριττα μετά.

 

IV

 

Η Αγία Λουκία: μάτια σαν ζελεδάκια πάνω σε πιάτο.

Η ώθηση του σερπεντινίτη ήταν σχεδόν πράσινη

σ’ όλα τα βουνά όπου ξεπρόβαλλε ο βράχος.

Μου αρέσαν τα λιογέρματα, τα δειλινά που μυρίζαν κουμαριά,

τ’ αγριολούλουδα, που δεν ήταν όμορφα,

άγριες μικρές βουλήσεις που ρίζωναν στο κίτρινο

χόρτο χρόνο τον χρόνο, δίψα στις ρίζες,

ορυκτή. Έχουν τη νοημοσύνη

της πείνας. Οι παπαρούνες γέρνουν στον πρωινό ήλιο,

το λούπινο φυτρώνει πυκνό στο πρόσωπο του βράχου, το βάλσαμο

στην όχθη του ρέματος. Θέλει να γαμήσει. Γλυκιά λέξη.

Όλη απομύζηση. Θέλω λιγότερα. Όχι πως φοβάμαι

το πελώριο σκότος του σεξ, το κοφτερό γλυκό φως,

φως αν ήταν νερό που ξετυλίγεται, μνησικακία,

τρυφερότητα σαν βροχή. Αυτό που θέλω συμβαίνει

όχι όταν το ελάφι μαρμαρώνει στη σκιά

και σε κοιτά κι εσύ μένεις απόλυτα ακίνητος

κι απαντάς το βλέμμα του, μα τη στιγμή μετά

που τινάζει τ’ αυτιά του απαλά & ξεκινά να ξαναβόσκει.

 

**

ΔΙΑΦΑΝΑ ΕΝΔΥΜΑΤΑ

 

Επειδή δεν είναι ούτ’ εύκολο ούτε δύσκολο,

επειδή τ’ άλλο σκοτάδι δεν είναι διαβατήριο

ούτε και το έσω σκοτάδι – η φρίκη

η βασταγμένη στη μνήμη σαν φυλαχτό. Όχι να εισέρχεσαι

κραδαίνοντας βλακωδώς το σκοτάδι σαν κάποια

σφαλερή υπόσχεση πιστότητας, μα να εισέρχεσαι

όπως μπορείς, αδειανός ή λατρεύοντας.

Λευκό, σαν ολάνοιχτη υπόθεση. Όχι λεπρωμένο

απ’ τον εύκολο συνειρμό μα ούτε κι οδυνηρά λαμπερό.

Ή ίσως αυτό – ναι, ίσως οδυνηρά.

Να μπαίνεις σ’ αυτό. Του στυλ: βαδίζω στην πόλη

κι υπάρχει η λευκοσύνη των σπιτιών,

μικροί της κύβοι που λευκάζουν στο λιόφωτο,

ακτινοβόλοι απ’ τις τριβές του φωτός, απ’ την αποτυχία

της ύλης απέναντι στη σταθερότητά του,

μια κάθαρση, όχι όμως σαν κάψιμο,

τίποτα τόσο βίαιο – νά, κάτι καθαρότερο

που τσιμπά και τσιμπά ώσπου… νά σε

επέκεινα του πόνου, ή αυτού του αργού

μετεωρισμού της χαράς.

Να προβάλλεις εκεί όπου η άρκευθος

είναι απλώς άρκευθος κι είν’ ευωδιά

από καινούρια ξυλοκέραμα,

ένα ηλεκτρικό πριόνι απ’ έξω

κι από μέσα μια γυναίκα στο λουτρό,

ευωδιά λεμονιού και μια άσματος διάχυση,

μια εγκάρδια μίμηση της Μπέσι Σμιθ.

Το δεδομένο, όπως στο «παραδομένο»

ή στ’ «απολελυμένο», όπως στη μαρτυρία.

 

**

ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΣ ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ ΜΕ ΕΝΑΝ ΦΙΛΟ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕ ΖΑΚ ΛΑΚΑΝ

 

Ο Αύγουστος είναι σκόνη εδώ. Η ξηρασία

αποχαυνώνει τον δρόμο,

μα ο χυμός μεστώνει στα βατόμούρα.

 

Τα μαζεύουμε μες στο καυτό

αργοσάλεμα του μεσοπρωινού.

Ο Τσάρλι αναφωνεί:

 

για κείνον είναι είκοσι χρόνια πριν

και σμέουρα και – «Βερμόντ!».

Έχουμε σταματήσει να μιλάμε

 

για την «Ιστορία της αλήθειας»,

για υποκείμενα και αντικείμενα

και τη διαμεσολάβηση του πόθου.

 

Τ’ αυτιά μας είναι βουλωμένα

από το σβούρισμα των μελισσών. Κι ο Τσάρλι,

γελώντας υπέροχα,

 

με τη γενειάδα καταπόρφυρη

απ’ τη λέξη  χ υ μ ό ς,

κινά να φέρει μεγαλύτερη γαβάθα.

 

**

ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΖΕΙ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

 

Όταν οι γριές στρίγγλες τριγυρνούσαν στα δάση,

ήμουν ο ήρωας πάνω στον λόφο

μες στο καθάριο φως.

 

Τα σκυλιά του Θανάτου με φοβούνταν.

 

Μυρωδιές αγριομάραθου,

σοφίτα γλυκών καρπών ψηλά στα κλαδιά

της ανθισμένης δαμασκηνιάς.

 

Έπειτα κατακρημνίζομαι

στον τρόμο της παιδικής ηλικίας,

στον καθρέφτη και στα λιγδερά μαχαίρια,

στην σκοτεινή

στοίβα των ξύλων κάτω απ’ τις συκιές

στο σκοτάδι.

Είναι μονάχα

η κακία των φωνών, η αρχέγονη φρίκη

που δεν είναι τίποτα, γονείς

που μαλώνουν, κάποιος

μεθυσμένος.

 

Δεν ξέρω πώς επιζούμε απ’ αυτό.

 

Αυτό το ηλιόλουστο πρωινό

στη ζωή μου ως ενήλικας, κοιτάζω

ένα καθαρό, αγνό ροδάκινο

σ’ έναν πίνακα της Τζόρτζια Ο’Κίφ.

Είναι όλη η πληρότητα που υπάρχει

μέσα στο φως. Ένας σπίνος σκαλίζει τα φύλλα

έξω απ’ την ανοιχτή μου πόρτα.

Πάντα το κάνει.

 

Πριν από μια στιγμή ένιωθα τόσο άρρωστος

τόσο μαργωμένος

που ίσα που σάλευα.

 

**

ΟΙ ΜΗΛΙΕΣ ΣΤΗΝ ΟΛΕΜΑ

 

Περπατούν στο δάσος κατά μήκος της ακτής

και σ’ ένα σύχορτο λιβάδι που ρημάζει πέφτουν πάνω
σε δυο παλιές παραμελημένες μηλιές. Βρύα πάχαιναν
τα κλώνια και το ξύλο των κορμών έδειχνε σάπιο

μα τα δέντρα οργιάζαν από άνθη και μια πράσινη φωτιά

από μικρά, νωπά φύλλα τρεμόπαιζε ακόμα και στα πιο νεκρά κλαριά.

Ίριδες, παπαρούνες, κι ένα σκόρπισμα λούπινων

πιτσιλούσαν το λιβάδι, κι ένα περίπλοκο, παρδαλό,

φυλλόπρασινο λουλούδι που τ’ όνομά του τους διέφευγε.

Σκυλόδοντο, είπε εκείνος· οφιόγλωσσο, εκείνη.

Την συνέχει η ωμή, λευκή έξαρση των ανθών της μηλιάς κόντρα στο φως.
Εκείνος σφυρίζει μέσα του έναν πανηγυρικό,

θαρρείς και κάτι που ένιωθε να επιβεβαιώθηκε,

και γυρεύει σ’ εκείνην έναν καθρέφτη στην αντίδρασή του.

Αν είναι απόγευμα, ένα λεπτό φεγγάρι καταδικής μου απόγνωσης

ξεθωριάζει σαν ουλή στον ουρανό στα ανατολικά τους.

Ο μεν θα μπορούσε να χτυπά μανιασμένα μια πόρτα κλειστή

σ’ ένα όνειρο. Η δε, στο μεταξύ, βλέπει στα βρύα
φύκια που στεγνώνουν ανάλαφρα πάνω σε μια προβλήτα.

Ξεσκισμένη σάρκα – ήταν η ηχώ της ξεσκισμένης σάρκας

μιας άλλοτε ορμής σε κάθε ψυχρά λευκό άνθος

που την είχε ταράξει. Τώρα της φαντάζουν τρυφερά

κι εκεί που ένιωθε αποστροφή, ζυγίζει πια την κλίμακα

των δέντρων και τ’ αφήνει να την κατοικήσουν. Μα εκείνος δεν κατέχει πια

τις μηλιές. Αυτό είναι τόσο λυπηρό ή χαρμόσυνο

όσο κι η παλίρροια, που τραβιέται ή φουσκώνει, στο λιόγερμα.

Το φως που πιάνει ο αφρός καθώς σπάζει

στον ύφαλο έχει το χρώμα του μικρού σπίνου

που παρατηρούν τώρα ν’ αναλάμπει, θαμπά χρυσαφένιος στο φως

πάνω απ’ το χωράφι. Θαυμάζουν το πουλί μαζί,

αυτό τους φέρνει πιο κοντά, κι αρχίζουν ξανά να περπατούν.

Ένα μικρό αγόρι περιπλανιέται στους διαδρόμους ενός ξενοδοχείου, κατά τον ίδιο τρόπο.

Πίσω από μια πόρτα, μια καμαριέρα. Πίσω από μιαν άλλη, ένας άντρας

με ριγέ πυτζάμες που ξυρίζεται. Κρατά τον αριθμό

του δωματίου του κοντά στο κέντρο του μυαλού του

σοβαρά και μ’ ευλάβεια, σαν να ‘ταν το κλειδί,

κι ύστερα περιπλανιέται ανάμεσα σ’ αγνώστους όσο ορέγεται.

 

 

**

ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ

 

Πολλοί κάνουν έρωτα. Επάνω, οι άγγελοι

στον ατάραχο αιθέρα και πίσω απ’ το κρύσταλλο

του ανθρώπινου πόθου

πλέκουν ο ένας του άλλου τα μαλλιά, που είναι φραουλόξανθα

κι είν’ από υφή δροσάτοι ποταμοί. Ρίχνουν

ματιές πότε πότε προς τα κάτω στην άγαρμπη έκσταση –

πρέπει να τους φαντάζει σαν ξεπούπουλα πουλιά

που πλατσουράν στην ανοιξιάτικη

λακκούβα ενός κρεβατιού –

κι ύστερα μια γυναίκα, έτοιμη να τελειώσει,

τράβα προς τα πίσω τα κλειστά ματοτσίνορα του άντρα και λέει,

κοίταξέ με, κι αυτός υπακούει. Ή μήπως είν’ ο άντρας

που τραβά το σχοινί της αυλαίας σ’ εκείνο το θεοσκότεινο θέατρο;

Όπως και να ‘χει, κοιτάζονται·

δύο όντα με εξελιγμένα μάτια, αρπακτικά,

ξαφνιασμένα, ενωμένα στην κοιλιά με μια απίστευτα γλυκιά

γλοιώδη κόλλα, κοιτάζονται επίμονα,

κι οι άγγελοι είναι απαρηγόρητοι. Το μισούν. Ριγούν αξιοθρήνητα

σαν λιθογραφίες Βικτοριανών ζητιάνων

με άψογα χαρακτηριστικά κι αλαβάστρινο δέρμα που διαλαλούν κουρέλια

στα καλντερίμια ενός μυθιστορήματος.

Όλη η κτίση προσβάλλεται απ’ αυτή τη δυσφορία.

Είναι σαν το μοιρολόι που αναδινει το φεγγάρι, ενίοτε, ανατέλλοντας.
Οι εραστές ειδικά δεν τ’ αντέχουν,

τους γεμίζει με μι’ ανείπωτη θλίψη, έτσι ώστε

ξανακλείνουν τα μάτια κι αρπάζονται ο ένας απ’ τον άλλο, νιώθοντας ο καθένας

τη θνητή μοναδικότητα του σώματος

που ’χουν ξορκίσει απ’ τον θάνατο για μιαν ώρα περίπου,

και μια μέρα, τρέχοντας στο ηλιοβασίλεμα, η γυναίκα λέει στον άντρα,

ξύπνησα νιώθοντας τόσο θλιμμένη ετούτο το πρωί μια και κατάλαβα

πως, καρδιά μου, δεν θα μπορούσες, όσο κι αν σ’ αγαπώ να θεραπεύσεις τη μοναξιά μου,

οπότε κι άγγιξε το μάγουλό του για να τον καθησυχάσει

πως δεν το ‘χε σκοπό να τον πληγώσει μ’ αυτήν την αλήθεια.

Κι ο άντρας δεν είν’ ακριβώς πληγωμένος,

κατανοεί πως η ζωή έχει όρια, πως οι άνθρωποι

πεθαίνουν νέοι, αποτυγχάνουν στον έρωτα,

αποτυγχάνουν στις φιλοδοξίες τους. Τρέχει πλάι της, συλλογιέται

τη θλίψη που, λαχανιάζοντας και σιγοτραγουδώντας, ξεγέλασαν για λίγο

καθώς τέλειωναν, γραπωμένοι ο ένας απ’ τον άλλο με παλιές,
επινοημένες στάσεις χάριτος κι αδέξιας ευγνωμοσύνης, έτοιμοι

να μείνουν πάλι μόνοι, ή ανικανοποίητοι, ή απλώς

συντροφικοί σαν τα ζευγάρια στην παραλία το καλοκαίρι

που διαβάζουν άρθρα περιοδικών για την οικειότητα ανάμεσα στα φύλα

από μέσα τους και ο ένας στον άλλο,

και στους πελώριους, αναλφάβητους, παρήγορους αγγέλους.

 

 

 

 

**

ΦΘΟΝΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

 

Σε μια εκδοχή του θρύλου οι σειρήνες δεν μπορούσαν να τραγουδήσουν –

παραμύθια ναυτικών τ’ ότι μπορούσαν.

Έτσι ο Οδυσσέας, δεμένος στο κατάρτι, τυραννιόταν

από μι’ ανήκουστη σ’ εκείνον μουσική –βουτιές της θάλασσας,

ξυράφισμα του ανέμου, υπερόρια

πείνα των πουλιών–

κι οι βουβές γυναίκες που συνάζαν

φύκια για λίπασμα,

βλέποντάς τον να σχοινοπαλεύει, βλέποντας

τον τρομερό πόθο στα μάτια του,

μεταμορφώνονται για πάντα

–αυτές και το βραχόσπαρτό τους άγονο νησί–

μόνο και μόνο απ’ τη φαντασία τους

του τι κείνος μπορεί

τραγούδι να φαντάστηκε

ατραγούδιστο απ’ αυτές.

 

**

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ

 

Το κορμί της δίπλα στη φωτιά

είχε κάτι απ’ τα πυρφόρα

μεσάνυχτα του “Συμποσίου”.

Πες πως είναι νεκροί τώρα.

Δεν είναι το «νεκροί  τ ώ ρ α» μια αλλόκοτη έκφραση;

Η φωνή του γκιώνη απέξω

κι ο άνεμος, θροΐζοντας στις φυλλωσιές

σκαλώνουν στ’ αυτιά τους, στέλνονται

σ’ αναγνωριστικά

περίπολα αισθήσεων

κατηφορίζοντας τη ραχοκοκαλιά.

Αν λες πως έγινε γλώσσα

ή πως δεν ήταν τίποτα,

ποιος άγγιξε ποιον;

Σε ποιαν ανεμοζάλη αστροφεγγιάς;

Φτωχή γλώσσα, φτωχή θεωρία

της γλώσσας. Τα θραύσματα κρανίων

στο Αιγυπτιακό Μουσείο έμοιαζαν με χάρτες

ανεμοφαγομένων λαβυρίνθων φαραγγιών

απ’ όπου, στέκοντας στο χείλος, μες στο κίτρινο

ενός φθινόπωρου που λιγοστεύει, ακούς

ν’ αντηχούν πάλι και πάλι

οι τσιριξιές των γλαρονιών

ψαρεύοντας στο δουλευτό

ασήμι των χειμάρρων.

Και τι να πει κανείς για την υγρασία της;

Οι Αγγλοσάξονες

είχαν ένα όνομα γι’ αυτήν. Την έλεγαν silm.

Ήταν θαλασσοπόροι. Ήταν επίσης

η λέξη τους για την θωριά

του σεληνόφωτος στη θάλασσα.

 

**

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΟΣ

 

Αν έλεγα –ενθυμούμενος το καλοκαίρι,

την αιφνίδια κόκκινη μουτζούρα

του καρδινάλιου στα γυμνά

γκρι χειμωνιάτικα δάση–

 

Αν έλεγα, κόκκινη κορδέλα στο στραβό

ψαθί του κοριτσιού

με τα σουφρωμένα χείλη

που κρατά απ’ το λουρί του

ένα σκυλί με τρίχωμα σα μπατανόβουρτσα

σ’ έναν Ρενουάρ –

 

Αν έλεγα φωτιά, αν έλεγα αίμα που αναβλύζει από ένα κόψιμο –

 

ή πιτσίλες παπαρούνας στον γεμάτο

οσμές ασφαλτόχορτου

καλοκαιριάτικο αέρα

σε μι’ ανεμόγλυφη πλαγιά έξω από το Φάνο–

 

Αν έλεγα, το ένα της κόκκινο σκουλαρίκι που τραβά τον μεταξένιο της λοβό,

 

Αν διαβάζει τη μοίρα με μια τράπουλα

από πεσμένα φύλλα

ώσπου να βγει όπως πρέπει–

 

ρουζαρισμένη θηλή, στόμα–

 

(Πώς να μην αγαπήσεις μια γυναίκα

που κλέβει στην Ταρώ;)

 

Κόκκινο, είπα. Έξαφνο κόκκινο.

 

**

ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΙΟ

 

Ποια εκούσια αναπόληση τους κλήτευσε;

Εκείνη θα χαμογελούσε·

μπορεί να βρίσκονταν σε μια

κουζίνα κουβεντιάζοντας,

πριν ή μετά το δείπνο. Όμως βρίσκονται

σ’ αυτό τ’ άλλο δωμάτιο –

πολυόμματο παράθυρο κι εκείνοι

αγκαλιασμένοι μπρος, στον καναπέ.

Την κρατάει όσο πιο σφιχτά μπορεί,

εκείνη θάβεται μες στο κορμί του.

Πρωί, ίσως και βράδυ, με το φως

να ρέει μέσα στο δωμάτιο. Απέξω,

η μέρα αργά διαδέχεται την νύχτα

η νύχτα την ημέρα.

Η διαδικασία ταλαντεύεται άγρια κι επιταχύνει: εβδομάδες, μήνες, χρόνια.

Το φως μες στο δωμάτιο δεν αλλάζει,

κι έτσι είναι φανερό το τι συμβαίνει:

παλεύουνε να γίνουν ένα πλάσμα,

και κάτι δεν τ’ ανέχεται. Είναι τρυφεροί

ο ένας με τον άλλον, φοβισμένοι

μήπως οι σύντομες, κοφτές κραυγές τους τους φιλιώσουν

με τη στιγμή που είναι ξανά ν’ αποσπαστούν.

Έτσι τρίβονται, ο ένας πάνω στον άλλο,

τα στόματά τους στεγνά, ύστερα υγρά, ύστερα στεγνά.

Αισθάνονται στο επίκεντρο μιας ισχυρής

κι αμήχανης βούλησης.

Νιώθουν πως είναι ένα σχεδόν-ζώο,

ξεβρασμένο στην ακτή ενός κόσμου

–κουλουριασμένο στο κατώφλι ενός κήπου–

εντός του οποίου αρνούνται να παραδεχτούν

πως δε θα γίνουνε ουδέποτε δεκτοί.

 

**

ΜΟΣΧΕΥΜΑΤΑ

 

1 – ΣΩΜΑ ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΟ ΟΠΟΙΟ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΚΥΛΑ

Λογαριάζεις όλα όσα έχεις

ή έχεις αφήσει να φύγουν.

Ό,τι απομένει – το χαμένο και το εφικτό.

Στο χαμένο, το μη ανακτήσιμο

ή το μόλις πέρα απ’ το άγγιγμά σου, λες:

το φως αγάπησε την προβλήτα, αυτό το εξαντλημένο

κουαρτέτο έγχορδων του ήλιου που βασιλεύει στο νερό

που χρυσώνει μυρμήγκια και θαλάσσιους ψύλλους

εκστατικούς και κοινοκτήμονες πάνω στο ξυλιασμένο σώμα

ενός νεκρού βουτηχταριού που ξέβρασε

η χθεσινοβραδινή καταιγίδα. Η ηλίθια λύπη,

μια παράταιρη λαμπρότητα, είναι η νόθα αδελφή

αυτών των λογισμών.

Στο εφικτό δεν λες τίποτα.

Οκτώβριος στον πλανήτη.

Τεράστιο φεγγάρι, άστρα φεγγερά.

 

3 – ΘΛΙΜΜΕΝΟΙ

συχνά είμαστε θλιμμένα ζώα.

Βαριεστημένοι σκύλοι, μαϊμούδες

που η βροχή στοχεύει τα κεφάλια τους.

 

5 – ΣΚΟΤΑΔΙ

Ο πόθος πλαγιάζει μαζί με τη μέρα

και τα νυχτοπούλια ξυπνούν

στα γοργά καρδιοχτύπια τους

στα δέντρα. Η γυναίκα πλάι σου

ανασαίνει ομοιόμορφα. Όλη μέρα

βρισκόμουν σ’ ένα σώμα. Τώρα

μέσα σε ένα κρανίο. Άνεμος,

φανοστάτες, δέντρα παίζουν

καραγκιοζη στο ταβάνι.

 

6 – ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΛΛΑΖΟΥΝ

Μικρό τραγούδι,

δύο τέταρτα:

ο κοκκινολαίμης στο γκαζόν

αναπηδά από τον ήλιο

στη σκιά, απ’ τη σκιά

στον ήλιο.

 

7 – ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ

Στο χωράφι πίσω απ’ το σπίτι της, είπε,

το μάραθο ψήλωνε πράσινο

νωρίς το καλοκαίρι, κι ο αέρας

μύριζε σαν τα καρβελάκια με γεύση γλυκάνισου
στα ιταλικά εστιατόρια που ο πατέρας της

τους πήγαινε, βράδια Κυριακής.

Έπρεπε να κάθεται κορδωμένη:

ήταν η ιδέα της οικογένειας

στην οποία απέτυχαν. Ανάβει τσιγάρο,

ενθυμούμενη τις τεντωμένες φλέβες

στον λαιμό της μάνας της, πόσο τις είχε μελετήσει,

μ’ αποστροφή. Εκείνος έχει αρχίσει να λαγοκοιμάται:

πίσω αυλές, η φωνή της, σκόνη στα μάραθα,

η σάπια γλύκα των δαμάσκηνων.

 

9 – ΛΟΙΠΟΝ

Βάδιζαν κατά μήκος του λιθότοπου.

Λεύκες, άρα το ποτάμι πρέπει να ’ναι υπόγειο.

 

10 – ΕΠΙΠΛΕΟΝ

Γύρισε προς το μέρος του. ή, εναλλακτικά,

αποτραβήχτηκε. Περιστέρια λευτερωμένα

πάνω από τη θάλασσα, ή η θάλασσα τη νύχτα

χτυπώντας στους πυλώνες μιας γέφυρας.

Εκτός σεζόν: τα κεριά ήταν μεσογειακά,

θαμπά, κι η γάτα έσκουζε olor,

olor, olor μέσα στους μπλε ψιθύρους του ρεικιού
δίπλα στου απόπατου την πόρτα.

 

 

 

***************

Ο Νίκος Κωσταγιόλας γεννήθηκε το 1993 στην Αθήνα. Σπούδασε πληροφορική. Έχει εκδώσει δύο ποιητικά βιβλία, Σαν άλλος Σαούλ: ένα σατυρικό δράμα (Εκάτη, 2023) και Ακούγοντας Δάση (Ενύπνιο, 2026). Ποιήματα και μεταφράσεις του από έργα των Ντέρεκ Ουόλκοτ, Ντύλαν Τόμας, Ουίλιαμ Σαίξπηρ και άλλων ποιητών έχουν φιλοξενηθεί σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά, καθώς και σε ανθολογίες.