Ο ποιητής Δημήτρης Κούνδουρος μας καταθέτει την έκτη ποιητική του συλλογή με τίτλο “Καταφυγές κι αφηγήματα” από τις εκδόσεις ΑΩ, έργο που αποτελεί έναν ώριμο σταθμό στην λογοτεχνική πορεία του δημιουργού, κι αυτό γιατί συνθέτει σε ένα νέο επίπεδο ήδη γνώριμα στοιχεία της ποίησής του: την έμπνευση από τη φύση, το φευγαλέο των στιγμών, τη φθορά του χρόνου, την απώλεια, την αναζήτηση της αλήθειας, την μνήμη, το μύθο και την ιστορία.

 

Τι καθιστά την συλλογή “Καταφυγές κι αφηγήματα” ξεχωριστή; Η παρουσία της διακειμενικότητας σε συνδυασμό με τον συστηματικό, δομικό και θεματικό τρόπο με τον οποίο ο Δημήτρης Κούνδουρος την εφαρμόζει. Η παράθεση στίχων Ελλήνων και ξένων ποιητών στην αρχή κάθε ποιήματος ή αφηγήματος γίνεται η αφετηρία διαλόγου του ποιητή με τους στίχους – εφαλτήριο. Οι στίχοι των άλλων ποιητών δεν λειτουργούν ως διακοσμητικά μοτίβα ή απλά ως ένας φιλολογικός εμπλουτισμός της έκδοσης, αλλά ως καταφύγιο απέναντι στη σύγχρονη υπαρξιακή μοναξιά ή κοινωνική φθορά. Το αφήγημα είναι η επανατοποθέτηση του ποιητή, η σύνδεση του παρελθόντος της ποίησης με το δικό του παρόν. Ο Κούνδουρος μετατρέπει αυτή τη “συνομιλία” σε αρχιτεκτονικό κανόνα όλης της συλλογής, η οποία λειτουργεί σαν ένα ενιαίο αρχείο διαλόγου. Δεν έχουμε μπροστά μας απλώς μια σειρά από ποιήματα, αλλά έναν συλλογικό χάρτη ποιητικής μνήμης.

Ο Γάλλος συγγραφέας Αndré Malraux στο έργο του «Το Φανταστικό Μουσείο», υποστήριξε χαρακτηριστικά ότι «η τέχνη γεννιέται από την τέχνη, όχι από τη φύση» και με την συλλογή αυτή ο Δημήτρης Κούνδουρος αποδεικνύει ότι η σύγχρονη ποίηση μπορεί να υπάρξει αναπνέοντας μέσα από το σώμα της προγενέστερης δημιουργίας.

Όμως, στην συλλογή αυτή είναι και η ανταπόκριση του ποιητή που χαρτογραφείται διαφορετικά σε κάθε εξωγενές ποιητικό ερέθισμα. Ήδη από τη σύντομη εισαγωγή της έκδοσης μάς γίνεται γνωστό ότι πρόκειται για 37 + 11 ποιήματα: τριάντα επτά ποιήματα σε στίχους εκ των οποίων τέσσερα Ονειροδράματα και έντεκα Αφηγήματα σε πεζό λόγο από το τρίτο τετράδιο σημειώσεων του ποιητή. Η ικανότητα αυτή του Δημήτρη Κούνδουρου να κινείται με ευελιξία ανάμεσα σε διαφορετικές εκφραστικές φόρμες είναι που τον χαρακτηρίζει ως πολύμορφο δημιουργό. Αυτή δε η ποικιλία της ποιητικής μορφής κεντρίζει ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Μια ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στα τέσσερα Ονειροδράματα της συλλογής (“Ο σύντροφος των πουλιών, Ονειρόδραμα Ι ”, “Η θυγατέρα του λύκου, Ονειρόδραμα ΙΙ”, “Το κορίτσι κοτσύφι, Ονειρόδραμα ΙΙΙ”, “Το ξόδι, Ονειρόδραμα ΙV”), όπου ο ποιητής στήνει με Μπεκετική λιτότητα μια καθημερινή σκηνή κάθε φορά. Το εφήμερο της καθημερινότητας: μια εικόνα, μια είδηση, ένας ήχος, γίνεται οδός για να αναδυθεί το ασυνείδητο. Είναι η εναλλαγή ανάμεσα στην απογυμνωμένη, σχεδόν γεωμετρική αυτή σκηνοθεσία και στην ξαφνική έκρηξη του συναισθήματος που αναδύεται υπερβαίνοντας την εικόνα και οδηγεί τον αναγνώστη στον πυρήνα του ανεκπλήρωτου.

 

“ Ο άντρας στη σκαλωσιά

ώρα που κάνει διάλειμμα για προσφάι

παρατηρεί αφηρημένος

τα αποδημητικά να πετούν στον Νοτιά.

 

Τον κυριεύει μια βαθιά μελαγχολία

μια πίκρα ταξιδιού επι πιστώσει.

[…]

Ο πιστός σκύλος του το διαισθάνεται˙

κι αλυχτά θρηνητικά

για ένα ταξίδι δίχως καλό τέλος. “

 

(Ο σύντροφος των πουλιών (Ονειρόδραμα Ι))

 

Ο κόσμος του ποιητή είναι διάσπαρτος από εικόνες ονειρικές, στις οποίες λέξεις, σύμβολα και στοιχεία της φύσης δημιουργούν ένα ιδιαίτερο λυρικό και σουρελιαστικό σύμπαν:

 

«… τ’ αχτένιστα θυμάμαι μαλλιά της

μ’αγκαλιές πεταλούδες » (Σε χρόνο Blackout)

 

«…Ρακοσυλλέκτης ψυχών για φιλοδώρημα ο θάνατος.

Τι όμορφη που είσαι σα σκοτεινιάζει τροπικά λουλούδια στο δωμάτιο!

[…]

Σε έναν κάμπο γεμάτο ηλιοτρόπια, καταμεσής ένα κρινάκι μαύρο.» (La cumparsita)

 

« … ώρα που η ελπίδα ντύνεται, όπως η πίκρα

ένα πουκάμισο φλοράλ για να γιορτάσει

στο σαλόνι με τους μεγάλους καθρέφτες

σε μια γιορτή, που μαζευόμαστε στα γενέθλια των απόντων.»

(Τα γενέθλια των απόντων)

 

 

Η φύση κοσμεί το ποιητικό σύμπαν του Δημήτρη Κούνδουρου με ονειρικές πινελιές. Στους στίχους του παρελαύνει ο φυσικός κόσμος με προεξάρχοντα τα πουλιά (αϊδόνια, κοτσύφια, κορυδαλλοί, σπουργίτια), τα έντομα (πυγολαμπίδες, τρυζόνια), δέντρα και φυτά (ελιές, κορτσιές, βατσουλιές, κουκουναριές, κρανιές, γιακαράντες, αρμυρίκια, καλαμιές, σπαθόχορτα), ο ήλιος, η βροχή, η ομίχλη, ο άνεμος, ένα κοσμικό σύμπαν, οι αστερισμοί. Επιπλέον, στην ποίησή του η φύση δεν λειτουργεί ως ένα εξωτερικό σκηνικό ή ως ένας απλός καμβάς προβολής συναισθημάτων. Αντίθετα, εσωτερικεύεται πλήρως, αποτελώντας τον ίδιο τον δομικό ιστό των στίχων, όπου το τοπίο συγχωνεύεται με την ανάμνηση και συνυφαίνεται με τον ανθρώπινο ψυχισμό.

 

“Η νύχτα ένας κόσμος φραγκόσυκο” (Ένας κόσμος φραγκόσυκο)

 

“Στους τρελούς ανέμους ραφές χαρταετών μαστορεύουν

τα ζύγια της ψυχής μου μαστορεύουν … ”

(Το τέλος του κόσμου)

 

Οι λέξεις στην ποίηση του Κούνδουρου δεν είναι μόνο ένα μέσο που κυοφορεί νοήματα, αλλά, σαν εικαστικά θραύσματα πάνω σε καμβά στέκονται από μόνες τους, ως αυτόνομες οντότητες-σύμβολα, θυμίζοντάς μας τον τρόπο που οι πρωτοπόροι της Τέχνης (σαν τον Πικάσο) αναγνώρισαν στη γραφή και στο σύμβολο μια ανεξάρτητη υλικότητα. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν πώς οι τίτλοι τριών ποιημάτων της συλλογής αναφέρονται στις λέξεις: “Οι λέξεις αποσκευές”, “Οι λέξεις που δεν έχουν πληθυντικό”, “Η λέξη”. Στο τελευταίο αυτό ποίημα η ίδια η λέξη γίνεται τόπος κατοίκησης και ταυτόχρονα τόπος απώλειας για την ύπαρξη. Όλη η ύπαρξη χωρά και χάνεται σε μια λέξη. Όμως, και στα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής οι λέξεις “τρυπώνουν” μέσα στους στίχους και σχεδόν προσωποποιούνται.

 

 

“Με στοιχειώνουν λέξεις με πικρό κατακάθι” (Ο εικονογραφημένος άνθρωπος)

“Οι λέξεις τρομάζουν , κρύβονται

Σε ακατοίκητους στίχους σπιρτόκουτα” (Inferno terrestre)

“Οι λέξεις, άγριες γριές φωνές καταλαλιές ντυμένες

Δαντέλα φαίνουν, σάβανο πλέκουν, τις ψυχές ρωτούν” (Duente)

«Η λέξη για τον κόσμο είναι ένα φεγγάρι

που σε κοιτάζει ανάμεσα από τους στίχους του ποιήματος

με σαλιωμένο πράσινο μολύβι ζωγραφισμένο.» (Η λέξη για τον κόσμο είναι ένα φεγγάρι)

 

“ Μέσα σε μια λέξη έζησα

Κι όταν πολύ αργότερα,

θέλησα να τη μιλήσω

δεν θυμόμουν τον ήχο της,

Ούτε καν τη σιωπή της.

Μέσα σε μια λέξη χάθηκα.” (Η λέξη)

 

 

Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό της ποίησης του Δημήτρη Κούνδουρου είναι η υπαρξιακή αναζήτηση. Πίσω από τις παρατηρήσεις της καθημερινότητας και του περιβάλλοντος υποβόσκει μια βαθιά υπαρξιακή αγωνία. Η θεματολογία του χρόνου, της μνήμης, της φθοράς, της απώλειας, του θανάτου, της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου και της αναζήτησης της αλήθειας που διακρίνει ολόκληρο το ποιητικό του έργο, διατρέχει και την συλλογή “Καταφυγές κι αφηγήματα”.

 

« … Γνωρίζουν, δεν υπάρχει ξενιτιά μεγαλύτερη

απ’ αυτήν χωρίς τους νεκρούς,

ή την άλλη, στη συντροφιά τους.» (Επαρχιακό καφενείο)

 

«… Θα ζήσω, με το κορμί μου ζωγραφισμένο

τις χίλιες μικρές ιστορίες που με συντρόφεψαν.

[…]

Τ’ αγιωτικά της μοναξιάς θα επαιτώ

στους Κρέοντες του χρόνου.

Στων αποδημητικών θα ταξιδέψω τις ολονυχτίες

στα πέρα από τον ορίζοντα

μνημούρια των λησμονημένων.» (Ο εικονογραφημένος άνθρωπος)

 

Αν θα έπρεπε να κατατάξουμε την ποίηση του Δημήτρη Κούνδουρου στα μεγάλα ποιητικά ρεύματα που μας κληρονόμησε ο 20ο αιώνας, θα λέγαμε ότι είναι μια ποίηση σύγχρονα λυρική, χωρίς μελοδραματισμούς και συναισθηματική φόρτιση, αντίθετα μια ποίηση που παραμένει χαμηλόφωνη και στοχαστική. Ο τόνος της είναι ελεγειακός και η εξομολόγηση του ποιητή μοιάζει με εσωτερικό μονόλογο, έναν ψίθυρο σχεδόν προς τον αναγνώστη της. Στην ποίηση αυτή διακρίνονται έντονα στοιχεία σουρεαλισμού (παράδοξες μεταφορές και εικόνες, ρευστότητα των αισθήσεων, της ταυτότητας, το όνειρο, οι μυθολογικές και αρχετυπικές αναφορές) και μοντερνισμού (ελευθερία στίχου, θραυσματικότητα (fragmentarism), εσωτερικός μονόλογος, πολυφωνία και πολυσημία, αποσύνθεση του παραδοσιακού χρόνου και χώρου, αίσθηση αποξένωσης και κρίσης), μαζί με ισχυρές υπαρξιακές αναζητήσεις (απομόνωση , σιωπή, αναζήτηση νοήματος).

Η συλλογή “Καταφυγές κι αφηγήματα” αποτελεί ένα πολυπρισματικό έργο όπου πέρα από το πρώτο επίπεδο της διακειμενικής ποιητικής συνομιλίας, το δεύτερο του πλούτο τον μορφών και της ομορφιάς των στίχων του ποιητή, διακρίνουμε και ένα τρίτο, τον τροφοδότη των ονείρων και της μνήμης του, που δεν είναι άλλο από τις “σημειώσεις” των τελευταίων σελίδων της συλλογής. Εκεί αποκαλύπτεται το “εργαστήριό” του: οι αναφορές σε ιστορικά τραύματα και γεγονότα (μαρτυρία Μίκη Θεοδωράκη), η έμπνευση από περιστατικά – μύθους της λογοτεχνίας (Φραντς Κάφκα και η τρυφερή ιστορία της χαμένης κούκλας) και από εικαστικά έργα (η Ταμάνα του Γκωγκέν), η σύνδεση της επιστήμης του (βιολογία, περιβάλλον) με τον λυρισμό του ονείρου και του συναισθήματος.

Πρόκειται για ένα σπάνιο βιβλίο ποίησης όπου η επιστήμη, η τέχνη, η λογοτεχνία, η βιογραφία γίνονται ένα ενιαίο σώμα και χαρίζουν ελπίδα στον άνθρωπο.

 

« […]

Άκουσε τ’ ανέμου το πάλεμα στα πεύκα του δρόμου

ώρα που σε ιερουργεί σιωπηλή η ανασεμιά της βροχής

ή

σε μιας ηλιόφωτης μέρας τα εύφλεκτα λευκά του ασβέστη

απ’ την άλλη μεριά του ουρανού σου

με τα ίχνη τ’ ονείρου στης Άνοιξης τα φυλλώματα.

 

Να επιβιώ με τα αγγίγματα που σε ανθρωπεύουν.»

(Σε γραφή Braille)

 

 

 

* Η Βασιλική Σιαφάκα είναι συγγραφέας και μεταφράστρια