Αμερική δεν μπορώ να γράψω το όνομά σου χωρίς να πεθάνω…
Αμερική,
δεν μπορώ να γράψω το όνομα σου χωρίς να πεθάνω.
Αν και από παιδάκι παιδεύτηκα,
οι γραμμές δεν μου βγαίνουν ίσιες ·
σε κάθε συλλαβή σκοντάφτω πάνω σε πτώματα,
πίσω από κάθε γράμμα βρίσκω έναν φλεγόμενο άνθρωπο
και δεν μπορώ να κλείσω το α
γιατί κάποιος κραυγάζει σαν να μένει κλεισμένος μέσα του.
Έρχομαι από το Μίσος,
έρχομαι από το θανάσιμο άλμα των πυροβολισμών ·
η καρδιά μου ιδροκοπά αίλουρους :
ακούω μόνο το βούισμα της θλίψης.
Πέρασα από μαύρα λαρύγγια,
διέσχισα τους δρόμους της φτώχειας,
Αμερική, σε γνωρίζω
εγώ ο ίδιος έστρωσα το κρεββάτι
όπου εξέπνευσε η κενή μου ζωή.
Ήμουν δεκαοχτώ ετών
ζούσα
σ’ ένα χωριουδάκι μικρό
αφουγκραζόμενος τον διάλογο των απογευματινών βρύων,
αλλά πέρασε η πατρίδα μου χωλαίνοντας
οι πνιγμένοι άρχισαν να ζητούν περισσότερο νερό,
σκαθάρια βγαίναν απ’ το στόμα μου.
Κωφός, ερεβωδης, αμφίβιος, εξόριστος,
ήμουν εγώ εκείνος που άχνιζε μες τις κουζίνες!
Πικρά χώματα,
αποτεφρωμένες πατρίδες,
η καρδιά δεν χωρά σε ντύμα περιστεριού!
Όταν βλέπω την όψη αυτού του λαού
μέχρι και η ζωή μου πέφτει μεγάλη!
Καημένη Αμερική!
Μάταια οι ποιητές
μαδάνε αηδόνια.
Δεν θ’ αντικρίσουν το πρόσωπό σου όσο δεν τολμούν
να σε πουν με τ’ όνομά σου, Αμερική ζητιάνα,
Αμερική των φυλακισμένων,
Αμερική των κυνηγημένων,
Αμερική των φτωχών συγγενών!
Κανείς δεν πρόκειται να σ’ αντικρίσει αν πρώτα δεν διαλύσει
αυτόν τον κόμπο που έχω στο λαιμό!
***************
Χρόνια ποινών
Χρόνια ποινών!
Χρόνια κελιών!
Χρόνια που τα καταβρόχθισαν οι αράχνες!
Δεν βρήκα γαλήνη
ούτε κάπου να γείρω το κεφάλι μου.
Με κουβαλούσαν τα τρένα,
μπαίναν στους τάφους,
περνούσαν από κολαστήρια ,
όμως η καρδιά μου έβγαινε
απ’ τους φούρνους τουρτουρίζοντας.
Χρόνια των καταδιωγμένων!
Χρόνια των μαστιγωμένων!
Χρόνια σαν ποντίκια που σπαρταρούν του θανατά!
Όπως μια πέτρα τη ζωή μου διέσχισα,
τις ανέχειες, τις φυλακές,
περπάτησα σε χωριουδάκια,
έφτασα στην πολίχνη
όπου το ψωμί έχει αμφίεση φασματικής μορφής μονάχα.
Από σπίτια αδειανά,
από μοναχικά ράντζα ,
από κουστούμια φθαρμένα και πελιδνούς οφειλέτες,
από Κυριακές δίχως συντροφιά για βόλτες,
έρχομαι
λέγοντας ότι δεινοπαθούν οι άνθρωποι,
τα νερά δεινοπαθούν, τα κρεββάτια δεινοπαθούν.
Τα απογεύματα έρχονται να με δουν, γεμάτα παράπονο,
οι πέτρες θέλουν ν’ απαριθμώ τις πατημασιές,
η σήραγγα έχει το ένα και μοναδικό της μάτι πρησμένο,
φυσά ο πετεινός τη θρηνητική του καραμούζα.
Ζοφερή είναι η ζωή,
η γη χρήσιμη είναι μονάχα για τον ενταφιασμό μας.
(Las imprecaciones, 1955)
*******************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ









