[Αφού από νεφέλες ζοφερές ασφυκτιούσε η γη]

 

Αφού από νεφέλες ζοφερές ασφυκτιούσε η γη

για θλιβερή μια εποχή, μια μέρα φτάνει ξαφνικά

που γέννησε γλυκά ο Νότος, αποδιώχνοντας μακριά

απ’ τους άρρωστους ουρανούς κάθε κηλίδα ρυπαρή.

Ο μήνας να αποφορτωθεί τους πόνους του πια προσδοκεί,

και παίρνει, σαν χαμένο του δικαίωμα, την ξεγνοιασιά

του Μάη· παίζουν τα βλέφαρα με την περαστική δροσιά

σαν ροδοπέταλα με στάλες από μια θερινή βροχή.

Οι πιο γαλήνιες σκέψεις μας γεννιούνται: πώς πια ξεπετούν

τα άνθη οι βλαστοί – καρποί που ωριμάζουν ήρεμα –

στα στρέμματα οι φθινοπωρινές αχτίδες πώς γελούν –

μια σαπφική παρειά – ένα παιδί που αναπνέει γλυκά –

άμμος που, λίγη-λίγη, μες σε μια κλεψύδρα αργοδιαβαίνει –

ένα ρυάκι γαργαροκυλά – ένας ποιητής πεθαίνει.

 

(After dark vapors have oppress’d our plains, 1817)

 

 

Η θάλασσα

 

Σ’ έρημα ακρογιάλια μ’ έναν ομιλεί ψιθυρισμό

αέναο, και πλημμυρίζει, με τη φουσκοθαλασσιά,

χίλιες χιλιάδες σπήλαια, ως, με το πρόσταγμα ξανά,

λες, της Εκάτης, πιάνουν το παλιό, υπόκωφο βουητό.

Κάπου-κάπου γαληνεύει, αφήνει πλήρως το θυμό,

και το μικρότερο κοχύλι δεν κινείται απ’ τη γωνιά

όπου ξεβράστηκε, μέρες ολόκληρες, απ’ τη φορά

την ύστατη που βγήκαν οι αγέρηδες απ’ τον ασκό.

Όσων –λέω– τα μάτια έχουν βαρύνει, έχουν κουραστεί,

αφήστε τα να τραφούν στης θάλασσας την απεραντοσύνη·

κι όσων τ’ αυτιά, από οχλοβοές που θορυβούν

γέμισαν πια, ή από πυκνή κι ασφυκτική μια μουσική,

αφουγκρασθείτε τον αχό πλάι σ’ ενός άντρου τη γαλήνη,

ώσπου ν’ ακούσετε χορό τις νύμφες, λες, να τραγουδούν.

 

(On the Sea, 1817)

 

[Στη μαύρη του Δεκέμβρη νυχτιά]

 

Στη μαύρη του Δεκέμβρη νυχτιά,

δεντρί μου ευτυχισμένο,

κάθε κλαδί, παγωμένο, ξεχνά

πως έχαιρε ανθισμένο·

μα ο βοριάς, όσο αν σφυρίξει,

και σφοδρότατα αν φυσήξει,

χάμω δεν μπορεί να τα ρίξει –

κι η άνοιξη θα ξαναρθεί.

 

Στη μαύρη του Δεκέμβρη νυχτιά,

ρεματιά μου μακαρισμένη,

τ’ Απόλλωνα τη θερινή θωριά

ξεχνάς πως είχες ιδωμένη·

μα, σ’ απολησμονιά γλυκιά,

στάσιμα μένουν τα νερά,

και κλάψα δεν ακούς καμιά

για την παγερή εποχή.

 

Αχ! και να ‘ταν έτσι φερμένα

για αγόρια και κορίτσια γλυκά –

μα βρέθηκε ποτέ κανένα

να μην κλαίει αλλοτινή χαρά;

Του αποχωρισμού η πίκρα η τόση,

σαν τίποτε δεν μπορεί να ναρκώσει

το νου, ή το πλήγμα να βαλσαμώσει,

σε στίχους δεν έχει ειπωθεί.

 

(In drearnighted December, 1817)

 

 

Γραμμένο στην κορφή του Μπεν Νέβις

 

Ω μούσα – διάβασέ μου φωναχτά μια διδαχή,

εδώ, στην κορφή του Νέβις, απ’ ομίχλες τύφλα που ‘ναι!

Κοιτάω τα χάσματα και τους γκρεμούς, μα έχουν κρυφτεί

από ένα νεφελένιο σάβανο – τόσο γροικούνε

κι οι άνθρωποι, θαρρώ, απ’ την κόλαση· κοιτάω ψηλά,

κι άλλες, μοναχικές νεφέλες βλέπω – ίδια γνώση

κι οι άνθρωποι κατέχουν απ’ τον ουρανό· μπροστά,

κάτω απ’ τα πόδια μου, τη γη κρύβουν νεφέλες – τόση

είναι κι η ιδέα – κι αμυδρή! – που έχουν για τον εαυτό

τους οι άνθρωποι! – Τούτα τα κατσάβραχα, που πατάω:

τόσο εγώ γνωρίζω (φευ! ανήξερο ένα στοιχειό),

πως τα πατάω – πως, όπου κι αν το βλέμμα γυρνάω,

βράχοι κι ομίχλες είναι, κι όχι μονάχα εδώ, στης κορφής την άκρη,

μα και στων λογισμών τον κόσμο, και στης σκέψης τα μάκρη!

 

(Written Upon The Top Of Ben Nevis, 1818)

Ο John Keats (1795 – 1821), το παιδί-θαύμα του Αγγλικού Ρομαντισμού, στη σύντομη ζωή του (πέθανε στα εικοσιπέντε του, από φυματίωση) πρόλαβε να αφήσει σημαντικότατο ποιητικό έργο, με αποκορύφωμα τις διάσημες ωδές που έγραψε το 1819 (ανάμεσά τους η Ωδή σε μια ελληνική υδρία και η Ωδή σ’ ένα αηδόνι). Υπήρξε, όμως, επίσης βιρτουόζος τόσο στην απαιτητική μορφή του σονέτου (πετραρχικό και σαιξπηρικό) όσο και στο λαϊκότροπο λυρικό ποίημα και τη μπαλάντα. Σημαντικές επιρροές στην ωρίμανση του ύφους του στάθηκαν τα ταξίδια του, μεταξύ άλλων στη Σκωτία, όπου ανέβηκε το όρος Μπεν Νέβις (την υψηλότερη κορυφή της Μεγάλης Βρετανίας), εμπειρία που συγκράτησε στο ομώνυμο ποίημα. Το σονέτο στη θάλασσα γράφτηκε σε μία εκδρομή στο Isle of Wight, καθώς μία φράση από τον σαιξπηρικό Βασιλιά Ληρ στοίχειωνε το μυαλό του ποιητή: «Hark, do you hear the sea?» (4η Πράξη, 6η Σκηνή), όπως θα γράψει στον John Hamilton Reynolds στις 17 Απριλίου 1817. Μοιάζει, τέλος, να προοικονομεί τον ίδιο του το θάνατο στο [Αφού από νεφέλες ζοφερές . . . ], ποίημα στο οποίο δίνει μια μικρογραφία της ζωής του: το «θλιβερό» φθινόπωρο διακόπτεται από μια μέρα «γεννημένη από το Νότο», και στην ακόλουθη υπερέκθεση στις χαρές της ζωής «ένας ποιητής πεθαίνει», έχοντας παγιδεύσει την αίσθηση αυτής της πληρότητας στην ποίησή του.