Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

Τα Επίκαιρα

«Το κέρδος μου από την ιστορία με την Κική Δημουλά»

 

[author] Του Σπύρου Αραβανή [/author]

 

 

 

Μέσα σε λίγες ώρες η Κική Δημουλά έζησε τη δική της Μεγάλη Εβδομάδα με νωπές ακόμα τις μνήμες από την original Εβδομάδα.  Ελέω διαδικτύου η Αποκαθήλωση και η Ανάσταση είχαν ελάχιστη χρονική διαφορά -αύριο άλλωστε και αυτό το θέμα  θα έχει ξεχαστεί. Η ανθρωποφαγία της δημοσιογραφίας και των διαδικτυακών σχολιαστών, λες και δεν χόρτασε από το κρέας της Κυριακής, έσπευσε να ανοίξει τα πελώρια σαγόνια της για να κατασπαράξει το καινούριο της θύμα. Δεν έχει νόημα να διατυπωθεί ακόμα μια άποψη, αν αυτά που ειπώθηκαν εξ΄αρχής από την Κική Δημουλά ήταν προκλητικά ή η δημοσιογράφος τα μετέφερε σκοπίμως επιλεκτικά  ή αν η κατοπινή απάντηση της ποιήτριας ήταν αποστομωτική.

Αυτό που εγώ προσωπικά κρατώ ως κέρδος ήταν οτι για πρώτη φορά μέσω συνέντευξής της διάβασα έναν λόγο γήινο, κυριολεκτικό, έναν λόγο ανθρώπινο, όχι ποιητικό. Έναν λόγο εκτός γραπτών συνεντεύξεων με απεσταλμένες από πριν τις ερωτήσεις, έναν λόγο εκτός αποστειρωμένου Μεγάρου, έναν λόγο καρδιάς και όχι ποιητικής καρδιάς. Πώς διαχωρίζονται άραγε αυτά τα δύο θα αναρωτηθεί κανείς. Διαχωρίζονται. Γιατί δεν είναι όλα τροφή για τους μελετητές του έργου της Δημουλά. Γιατί ως αναγνώστης ήθελα να ακούσω και την «άλλη» Κική Δημουλά, την χωρίς ποιητικό περιτύλιγμα και “προστασία” των κολάκων δημοσιογράφων- συνεντευκτών της. Για πρώτη φορά διάβασα τα ανθρώπινα λόγια της, χωρίς καλολογικά στοιχεία και ποιητικά τεχνάσματα, τα οποία έχει καθε δικαίωμα να τα χρησιμοποιεί στα βιβλία της. Στις συνεντεύξεις της όμως, ακολουθώντας την ίδια λογική, έβγαινε ένας λόγος σοφός μεν, κρυστάλλινος όμως και διαυγής. Ακόμα και όταν έθιγε τα ίδια θέματα για τα οποία μίλησε σήμερα. Και εγώ, πάντα προσωπικά μιλώντας, ήθελα να διαβάσω τις απόψεις της καθημερινής, τσαλακωμένης Δημουλά και όχι της ακαδημαικής. Τον προσωπικό της λόγο και όχι το ποιητικό της προσωπείο. Τη ανθρώπινα θυμωμένη Δημουλά και όχι την ποιητικά οργισμένη. Απόδειξη, λοιπόν, οτι αυτά διαχωρίζονται ήταν η σημερινή της συνέντευξη στο maga.gr. Τη χάρηκα. Με κέρδισε περισσότερο. Έτσι απροστάτευτη, τρωτή, με συγκίνησε. Χωρίς ούτε ένα ποιητικό στόλισμα, έδειξε πόσο μεγάλη ποιήτρια είναι.  Ένιωσα το νεύρο που χάνοταν μέσα στο ποιητικό της κέλυφος. Τους χυμούς της αληθινής ζωής. Την αληθινή σοφία των 80 χρόνων ζωής δίχως προσωποποιήσεις αφηρημένων εννοιών. «Εκτός σχεδίου» κυριολεκτικά…

Υπό αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, χάρηκα με το δυσάρεστο κατά τα άλλα και τραγικό σημερινό συμβάν. Κι ας δυσαρέστησε αυτό τους βιογράφους της….

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Της Μέρκελ»

[author] Του Παναγιώτη Νικολαϊδη  [/author]

Θάνατος του Βελή-Γκέκα
[…]
Στην στράτα που επήγαινε, στην στράτα που πηγαίνει
οι κλέφτες τον καρτέρεψαν και τον γλυκορωτούσαν.
«Πού πας, Βελή μπολούκμπαση, ριτζάλι του βεζίρη;»
«Σ’ εσέν’, Αντώνη κερατά, σ’ εσένα Κιτσαντώνη».
Τρία ντουφέκια τόδωσαν, τα τρί’ αράδ’ αράδα∙
το ’να τον πήρε ξώδερμα, και τ’ άλλο στο κεφάλι,
το τρίτο το φαρμακερό, τον πήρε στην καρδιά του.
Το στόμα αίμα γέμωσε, τ’ αχείλι του φαρμάκι.
  (1)

«Πάνω από τέσσερις αιώνες τώρα, οι λόγιοι της Ευρώπης δεν μιλούν για την Ελλάδα παρά για να θρηνήσουν τον χαμό του αρχαίου της πολιτισμού, περιοδεύουν εκεί μόνο για να γυρέψουν τα χαλάσματα, παρ’ ολίγο νά ’λεγα τη σκόνη των πόλεων και των ναών της, αποφασισμένοι από πριν να εκστασιαστούν μπροστά στα πιο αμφίβολα απομεινάρια εκείνου που ήταν η Ελλάδα εδώ και δύο ή τρεις χιλιάδες χρόνια. Όσο για τα επτά ή οκτώ εκατομμύρια ανθρώπους, κατάλοιπα σίγουρα, κατάλοιπα ζωντανά του αρχαίου λαού της πολυαγαπημένης αυτής γης – αλλάζουν τα πράγματα. Οι λόγιοι δεν τους λογάριασαν καθόλου, ή αν μίλησαν γι’ αυτούς, το έκαμαν στα πεταχτά μονάχα, και για να τους χαρακτηρίσουν φυλή τιποτένια, ξεπεσμένη σε σημείο που να αξίζει μόνο την περιφρόνηση, ή τη λύπηση των καλλιεργημένων ανθρώπων. Παίρνοντας στα σοβαρά τα επιχειρήματα των περισσότερων λογίων, κοντεύει κανείς να θεωρήσει τους σημερινούς Έλληνες σαν κάτι παράταιρο και ανίερο, ριγμένο άκαιρα ανάμεσα στα ιερά ερείπια της παλιάς Ελλάδας, για να χαλάσει το θέαμα και την εντύπωση στους ελλόγιμους θαυμαστές που τα επισκέπτονται πότε-πότε». (2)

Στις μέρες μας
(υπονοεί ο Anonymous)
το ποίημα δεν είναι φωτεινό σπαθί
Jet I
Είναι ντουφέκι μαύρο και βαρύ
που ρίχνει τρεις πικρές γραφές
να σε βαρέσει μία
στο κεφάλι

*************************

πΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. Claude Fauriel, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια Α΄, έκδοση του 1824-1825, επιμέλεια Αλέξης Πολίτης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2η έκδοση, Ηράκλειο 2000, σ. 149.

2. Claude Fauriel, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια Α΄, ό.π., σ. 17.

***************

 

Ο Παναγιώτης Νικολαϊδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1974. Σπούδασε φιλολογία και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Ποιήματα, μελέτες και βιβλιοκρισίες του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά στην Κύπρο και την Ελλάδα.

Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Σαν ίαμβος καθρέφτης (Πλανόδιον 2009, τιμήθηκε με το κυπριακό κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη) και Ξενιτεύομαι μ’ ένα φωνήεν (Πλανόδιον, 2012).

 

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Εμείς και οι “καλαμαράδες”»

[author] Του Κώστα Λυμπουρή [/author]

 

 

 

 

 

Αθήνα, Οκτώβρης του ’74. Στο λεωφορείο, μια ομάδα φοιτητών, πηγαίναμε για τον Ιππόδρομο (δεν ήμασταν ασφαλώς τζογαδόροι, απλώς κάναμε όποια δουλειά βρίσκαμε αμέσως μετά την Εισβολή). Ακούγοντάς μας να μιλάμε κυπριακά, κάποιος άρπαξε την ευκαιρία να μας κάνει παρατηρήσεις. Μας φώναζε πως έπρεπε να ήμασταν στην Κύπρο που μας χρειαζόταν κι όχι να «διασκεδάζουμε» στην Αθήνα. Κάποιοι άλλοι επιβάτες έσπευσαν να συμφωνήσουν μαζί του. Ένιωσα άβολα. Κυρίως, γιατί υπήρχε τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή ένα κλίμα εναντίον μας, που δεν επέτρεπε τον νηφάλιο διάλογο. Αισθάνθηκα, πως ήταν μάταιο να τους πούμε ότι δεν διασκεδάζαμε, πως δουλεύαμε για να τελειώσουμε τις σπουδές μας. Πολύ περισσότερο, πως μερικοί από μας πολέμησαν στην Κύπρο και πως χάσαμε τα πάντα. Προτίμησα να σιωπήσω. Δεν έκανε το ίδιο, όμως, ένας της παρέας, που άρχισε να διαμαρτύρεται μεγαλόφωνα και σε βαριά κυπριακά. Ανάμεσα σε άλλα  -δεν ξέρω αν το κατάλαβαν κιόλας έτσι όπως μιλούσε- τους φώναζε πως οι Κύπριοι πολέμησαν σ’ όλους τους εθνικούς αγώνες και πως αυτοί δεν είχαν το δικαίωμα να μας συμπεριφέρονται έτσι. Τότε, επενέβη άλλος ένας ελλαδίτης, που μας έβαλε πιο βαθιά το μαχαίρι:
-Πώς μιλάτε έτσι, ρε τουρκόσποροι!
Πληγώθηκα αφάνταστα. Τόσο, που ένιωσα τα τραύματα από την Εισβολή να γίνονται βαθύτερα. Όμως κάτω ακόμα και από αυτές τις συνθήκες δεν συμφωνούσα με τις γενικεύσεις των φίλων μου για τους «καλαμαράδες»: Δεν δεχόμουν ότι όλοι  -συλλήβδην- «μας πούλησαν», ότι είναι σκάρτοι και μεις καλύτεροι. Άλλωστε, ποτέ δεν δεχόμουν το «εμείς κι εκείνοι». Επιχειρηματολόγησα μάλιστα, λέγοντας πως κάποτε κάποιοι ελλαδίτες -και όχι όλοι !!!- αποκαλούσαν με τον ίδιο βαρύ χαρακτηρισμό, -«τουρκόσπορους»-, τους μικρασιάτες πρόσφυγες, ενώ άλλοι έβριζαν τους Θεσσαλονικείς στα γήπεδα, αποκαλώντας τους «βουλγάρους».
Ομολογώ, βέβαια, πως τη στάση μου είχε επηρεάσει και η συγκινητική πληροφορία που είχα από επίσης κύπριο συμφοιτητή μου: κρυφά, ένοικοι της πολυκατοικίας, στο υπόγειο της οποίας διέμενε, του έβαζαν μετά την Εισβολή φαγητό και λεφτά ακόμα έξω από την πόρτα του. Κρυφά, να μη φανούν καθόλου.

Αρχίζοντας την εκπαιδευτική μου υπηρεσία, ένα χρόνο μετά, έβαλα ως στόχο, να μάθω τους μαθητές μου να σκέφτονται σωστά γύρω από τα σημαντικά αυτά ζητήματα. Πρώτα απ’ όλα να διαλέγονται και να μην είναι απόλυτοι. Προ πάντων να μη γίνονται φανατικοί. Επέμενα, πως η Ελλάδα δεν ήταν η χούντα, δεν ήταν η ελληνική σημαία στα χέρια ενός εοκαβητατζή, ούτε στα χέρια ενός οπαδού της αντίπαλης ποδοσφαιρικής ομάδας. Από την άλλη, και εξαιτίας της αντίθεσής τους προς αυτούς, δεν δικαιολογούνταν κάποιοι άλλοι να αποποιούνται την εθνική τους ταυτότητα. Προσπαθούσα, με νηφαλιότητα και με τη δύναμη της αγάπης που είχα για όλους, να τους πείσω πως έπρεπε να αισθάνονται περήφανοι γιατί είναι έλληνες κύπριοι. Ακριβώς, γιατί είναι κληρονόμοι ενός πολιτισμού προοδευτικού, που στηρίζεται σε κορυφαίες πανανθρώπινες αξίες: της δημοκρατίας, της ισότητας, της ελευθερίας, της αξιοκρατίας. Θυμούμαι τις χαρακτηριστικές αντιδράσεις πολλών στην τάξη:
-Εντάξει, κύριε, αν αυτό είναι η Ελλάδα, ποιος διαφωνεί;

Πέρασαν αρκετά χρόνια κι όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να υπηρετήσω στην Αθήνα, μπόρεσα να γνωρίσω καλύτερα πολλούς ελλαδίτες που έχουν ακόμα μιαν ξεχωριστή αγάπη για την Κύπρο. Είναι όσοι, εβδομηντάρηδες τώρα και πάνω, είχαν δώσει τους δικούς τους αγώνες για συμπαράσταση στην αγωνιζόμενη για την ελευθερία της Κύπρο το 55-59. Είναι όσοι, εξηντάρηδες κι αυτοί πια, πολέμησαν στην Κύπρο το ’74. Είναι, ακόμη, όσοι ανώνυμοι δημοκρατικοί πολίτες στα μεταπολιτευτικά χρόνια διαδήλωναν στις πόλεις της Ελλάδας με κάθε ευκαιρία ζητώντας «Δικαιοσύνη για την Κύπρο». Είναι, τέλος, όσοι πιστεύουν ακόμα, όπως διαπίστωσε κάποτε και ο Σεφέρης, πως στην Κύπρο ζει ένας λαός, από τα καλύτερα κομμάτια του Ελληνισμού. Να ομολογήσω μάλιστα κάτι: πόσο άσχημα ένιωσα όταν έμαθα για τις συνέπειες της Εισβολής – σωματικά, ψυχολογικά και οικονομικά – σε όσους υπηρέτησαν στην Κύπρο ως φαντάροι, αλλά και στις οικογένειές τους. Ντράπηκα, μάλιστα, ακόμα πιο πολύ, όταν διαπίστωσα ότι οι άνθρωποι αυτοί ξεχάστηκαν εντελώς, τόσο από την ελλαδική όσο και από την κυπριακή ηγεσία. (Σας λέει κάτι; «νεκροί ή αγνοούμενοι» σε ακήρυχτο πόλεμο ίσον δύο φορές νεκροί!). Βλέπετε, ήμασταν όλοι, μα όλοι, χαμένοι στα πελάγη της ευδαιμονίας μας… Πού να διανοηθούμε ότι κάποιοι άλλοι υπέφεραν και υποφέρουν ακόμα, λόγω του ’74…

Τα θυμήθηκα όλα αυτά, όταν άκουσα φίλους ελλαδίτες να παραπονιούνται για ρατσισμό στην Κύπρο, σε βάρος τους! Τους αντιμετωπίζουν, λένε, ως ξένους στους χώρους δουλειάς, στα λεωφορεία, στις δημόσιες υπηρεσίες και στα σχολεία ακόμα. Κάποιοι, τους λένε κατάμουτρα να φύγουν και πως τώρα πια δεν έχουμε δουλειές γι’ αυτούς. Άλλοι τους επιρρίπτουν ευθύνες για το ’74, για την τωρινή χρεωκοπία της Κύπρου και γενικά για το γεγονός ότι δεν μας βοήθησαν σε κρίσιμες στιγμές.
Θεωρώ τέτοιες αντιδράσεις άστοχες  όσο ήταν και η «επίθεση», που δεχτήκαμε ως φοιτητές στο αθηναϊκό λεωφορείο. Γιατί, ενώ υπάρχουν ευθύνες για το κατάντημά μας σε επίπεδο πολιτικών ηγεσιών, σε τραπεζίτες και σε άλλους, δεν μπορεί να γενικεύονται και να επιρρίπτονται στους ίδιους τους λαούς. Ο «καλαμαράς», που ήρθε να εργαστεί τίμια και σύμφωνα με τους νόμους ( και ΟΧΙ να «φάει το ψωμί μας»), πιθανότατα να είναι ο εγγονός κάποιου, που αγωνίστηκε για την Κύπρο την περίοδο του Αγώνα. Μπορεί να είναι το παιδί ενός σακάτη ελλαδίτη, που κανένας δεν γύρισε να τον δει μετά το ’74. Σκεφτήκαμε ποτέ πόσο πόνο κουβάλησαν αυτοί οι άνθρωποι μέσα τους για την Κύπρο; Από την άλλη, ποιον θα ωφελέσει η αντιπαράθεση ανάμεσα στους εργαζόμενους και γενικότερα τους λαούς;

Υ.Γ. Είχα τελειώσει το κείμενό μου, όταν, σαν μια τραγική συγκυρία πληροφορήθηκα τα όσα συγκινητικά εκτυλίχτηκαν, κατά την τελετή αποκάλυψης προτομής του δεκανέα Λευτέρη Άνθη, αγνοούμενου της ΕΛΔΥΚ, στην Κέρκυρα. Και οι δυο γονείς πέθαναν «παραλοϊσμένοι» από τον καημό τους πριν από λίγα χρόνια, πάντα με την αγάπη για την Κύπρο και με την πίστη ότι θα έρθει ο πρωτότοκος μια μέρα…

 

 

 

 

 

**********************

Ο Κώστας Λυμπουρής (γεν. 1950) κατάγεται από το Κάτω Δίκωμο, κατεχόμενο χωριό της επαρχίας Κερύνειας. Από το 1976 ως το 2008 υπηρέτησε ως φιλόλογος σε σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης. Είχε πλούσια δράση σε συνδικαλιστικούς και επιστημονικούς φορείς. Μετείχε στην εκδοτική ομάδα του λογοτεχνικού περιοδικού “Ύλαντρον” [Λευκωσίας]. Διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στα λογοτεχνικά περιοδικά “Ύλαντρον” και “Πόρφυρας”. Από το τέλος του 2008 εργάστηκε ως μορφωτικός σύμβουλος στην Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αθήνα.
Εξέδωσε τις συλλογές διηγημάτων
Προσωρινά κλειστό, Πλανόδιον (2006)
Για μια μικρή παύλα, Κέδρος (2011)

Επιμελήθηκε τον συλλογικό τόμο

Για τον Γιώργο Σεφέρη, Παρουσία/ Αίπεια[2009]

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Ανάγκη χρηστότητος-απόσπασμα»

[author] Του Κώστα Καρυωτάκη [/author]

 

 

«…Εις την ατμόσφαιραν αυτήν του κομματισμού και της συναλλαγής οι χρηστοί υπάλληλοι ασφυκτιούν. Από τας υπηρεσιακάς ενεργείας εκλείπει ολονέν περισσότερον η γενική τάσις, ο ανώτερος σκοπός. Τα προγράμματα, αι κατευθυντήριοι γραμμαί, τα εθνικά και ανθρώπινα ιδεώδη, προς τα οποία ητένιζον άλλοτε οι φορείς της κρατικής εξουσίας, είναι σήμερον λέξεις κεναί. Το πνεύμα της εποχής -ύλη και βία- πληροί τους θαλάμους των υπουργείων. Ο είς μετά τον άλλον οι ευσυνείδητοι υπάλληλοι υποχωρούν ή υποκύπτουν εις την διαφθοράν. Επί νέων βάσεων γίνεται η υπηρεσιακή αγωγή. Οι αφελείς, όσοι επίστευσαν ότι θα εργασθούν τιμίως, με γνώμονα το κοινόν συμφέρον, σύμφωνα με τον όρκον που έδωσαν, πληροφορούνται ότι άλλος είναι ο προορισμός των. Σπασμωδικαί ενέργειαι, αντιφατικαί αποφάσεις, υπό την πίεσιν σήμερον του ενός και αύριον του άλλου ισχυρού, ατελεύτητος σειρά χαριστκών πράξαων του δημοσίου χρήματος, ιδού το σύνηθες περιεχόμενον της κρατικής επιταγής.»

(Εφημ. Η Ελληνική, 8 Φεβρουαρίου 1928 / Άρθρον του Γ. Γραμματέως της Ενώσεως Δημοσίων Υπαλλήλων-Κ.Γ. Καρυωτάκης. Γεν. Γραμ. Ενώσεως Δημ.Υπαλλήλων)

 

Για την αντιγραφή Λ.Ζ.

Διαβάστε περισσότερα
Τα Επίκαιρα

«Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου (23/4)»

[author] Του Βασίλη Πη [/author]

 

 

 

Αν θέλεις να επινοήσεις μια ιστορία στην ψηφιακή εποχή, να την περιγράψεις με ασκήσεις μυθοπλασίας, με χειρουργικά εργαλεία και με λέξεις υψηλής τεχνολογίας, να κάνεις γεωτρήσεις για να φτάσεις στα μεγάλα ρήγματα εκεί που προκαλούνται οι εσωτερικοί σεισμοί, να καταφέρεις « αυτό που μόνο το μυθιστόρημα μπορεί να πει »1 να φωτίσεις το μέρος όπου φλέγεται η ανθρώπινη ύπαρξη χωρίς υπερβολές και χωρίς ατροφικές παραμορφώσεις.
Τ’ όπλο είναι η ειρωνεία, είναι τα ποδοκροτήματα των λέξεων όταν σέρνουν τα πόδια τους πάνω στο λευκό χαρτί και πάνω στην ψηφιακή οθόνη. Βαθιά ειρωνεία, σαρκαστική, η οποία προκαλεί ρωγμές, ρήξεις και αμηχανίες, χωρίς μελοδραματισμούς και υπερβολική εκδήλωση των συναισθημάτων. Καυστικότητα, ειλικρίνεια και με την τρυφερότητα των φωτονίων εκείνων που σκάνε ζεστά και υπερήφανα κάθε πρωί στις γρίλιες του παντζουριού σου, ακυρώνοντας ολοκληρωτικές ιδεολογίες και καθεδρικές βιβλιοθήκες. Με την λογοτεχνία μπορείς να φτάσεις στο βάθος των πραγμάτων, ρίχνοντας σε κάθε εποχή έναν καινούργιο προβολέα νέας γενιάς πάνω στα πράγματα για να τα φωτίσεις, δίνοντάς σου έτσι την ευκαιρία να παρατηρήσεις τη ζωή, όταν αυτή συνέχεια συμβαίνει παντού, μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα το οποίο δεν είχες πριν αντιληφθεί.
Η γραφή να σε συγκλονίζει χωρίς να απαντάει σε αιώνια και νέα ερωτήματα που γεννιούνται, αλλά να τα διατυπώνει εντούτοις με τον πιο ειλικρινέστερο τρόπο. Να γίνεις φωτιστής, φωτίζοντας άγνωστες στοές της ύπαρξης, τις βαθύτερες αλήθειες εκείνες που ενώνουν τους ήρωες , αλλά και αυτές που τους χωρίζουν, αυτές που τους κάνουν διαφορετικούς από τη βαρύτητα των παθών τους και πως επηρεάζονται από τις καθημερινές ανατροπές και πως αντιδρούν. Ζωή σε στιγμές έξαρσης. Γιατί τι άλλο μπορεί να είναι η λογοτεχνία, αν δεν είναι ένας ακαριαίος, αυθεντικός, δυσεύρετος ρυθμός της γλώσσας που αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη με το ύφος του και με χειρουργικά εργαλεία τον αναγκάζει να νιώθει τα ίδια συναισθήματα με τους ήρωες, νιώθοντας όλο το βάρος των δυνάμεων που τη δημιούργησαν; Τι άλλο μπορεί να είναι αν δεν είναι ένα στήριγμα, μια πίστη στην ανθρωπότητα, ένα σημάδι φιλοδοξίας όταν ο συγγραφέας καραδοκεί την εξουσία της αναγνώρισης, της επιτυχίας, της αποδοχής χωρίς αντίπαλο.
Με την λογοτεχνία ο αναγνώστης αποκτά μηδενική ανοχή στην χειραγώγηση, από όπου και αν προέρχεται αυτή. Αποκτά ένα νέο παράθυρο οπτικής για την κατανόηση του κόσμου. Αποκτά τα μαγικά κλειδιά διεύρυνσης της αντίληψης του, ώστε να μην συμβιβαστεί με την ζωή ως έχει, εκφράζοντας έτσι την δυσαρέσκεια του – σε κάθε εποχή -ότι η ζωή δεν μας αρκεί. Ότι είμαστε ανικανοποίητοι, μπροστά σε αυτήν την ανεπάρκεια, ότι για αιώνες θα ακολουθούμε πιστά τις επιθυμίες και τα πάθη μας, με κάθε τίμημα. Η λογοτεχνία είναι καθαρόαιμη, φανταστική επινόηση, ένας επινοημένος κόσμος που ζει σε πραγματικό πεδίο βαρύτητας.
Να θέτεις συνεχώς το ερώτημα, γιατί γράφεις; Και να δίνεις πειστικές απαντήσεις. Γράφεις για να γνωρίσεις όσο μπορείς τον εαυτό σου; Γράφεις για να κοιτάς στον καθρέφτη κάθε εποχής τις αλλαγές που φύλαγες για τον εαυτό σου, τις αγωνίες και τις ελπίδες που σε κρατούσαν ζωντανό; Γράφεις γιατί ήθελες να ζήσεις βαθύτερα τη ζωή, εντονότερα, ή απλώς γιατί ήθελες να ζήσεις διαφορετικά; Ή γιατί ήθελες να δίνεις νόημα και ονόματα στα πράγματα; Ή γιατί επιθυμούσες να συναντήσεις την επόμενη μέρα με λιγότερο οδυνηρά πράγματα; Ή γιατί προσδοκούσες να πιαστείς από Κάπου και από Κάτι; Να ζήσεις και όχι να επιβιώσεις. Ή γιατί όπως αφήνει να εννοηθεί ο George Steiner στην « Σιωπή των Βιβλίων »2, το βιβλίο μπορεί να γίνει τροφή που ανακουφίζει και βελτιώνει τις συνθήκες ζωής, παρακινεί σε πράξεις που ανεβάζουν την ποιότητα της και οδηγούν σε μεγαλύτερη ελευθερία και αυτογνωσία.
Από την άλλη η λογοτεχνία έχει ανάγκη τη σιωπή. Γιατί μιλά με κριτικό μάτι, εξερευνά δίνοντας φωνή σε χαρακτήρες που είναι παραγνωρισμένοι, αφηγείται ιστορίες που συγκινούν τον αναγνώστη. Θέτει ερωτήματα∙ δεν δίνει απαντήσεις. Η λογοτεχνία δεν γράφεται για να διακοσμεί βιβλιοθήκες, αναλογικές ή ψηφιακές. Είναι ένα εργαλείο για να επιτίθεσαι αλλά και να αμύνεσαι. Η λογοτεχνία δαγκώνει τη ζωή σε στιγμές έντασης. Οι χαραχτήρες της δεν είναι αληθινοί, αλλά υπερβαίνουν τη ζωή∙ δείχνουν τις πληγές της σε στιγμές έξαρσης. Δεν προτείνουν καμιά θεραπεία.
Η μυθιστορηματική τέχνη δηλώνει πεισματικά ανεξάρτητη από κάθε σύστημα προκατασκευασμένων ιδεών∙ δεν κρίνει, δεν διακηρύσσει αλήθειες, αγωνίζεται γι’ αυτές. Αναρωτιέται, περιγράφει, εξετάζει. Δεν φιλοσοφεί, δεν φλυαρεί, δεν διδάσκει. Προικίζει τον αναγνώστη με ισχυρές γλωσσικές και κριτικές ικανότητες. Έτσι έρχεται σε καλύτερη επαφή με το περιβάλλον που ζει. Γιατί το κείμενο διέθετε την πιθανότητα, ίσως να «κατοικούσε » μέσα του, η ομορφιά. Ο Κάφκα μας έδειξε με το έργο του πώς οι αυταρχικές κοινωνίες παραμορφώνουν το ανθρώπινο πνεύμα και ο Μάρκες αποκάλυψε πόσο κοντά στην πραγματική ζωή βρίσκεται το παράλογο όταν μια χώρα – σήμερα ο πλανήτης- κυριαρχείται από ψέμα.
Ο συγγραφέας δεν δημιουργεί ένα κόσμο ιδεατό που υπάρχει μόνο ως ιδέα. Είναι ανθρώπινος: με πάθη, εντάσεις, μίση και ματαιοδοξία, εριστικότητα, σκληρότητα, ρήξη. Και αυτόν τον κόσμο ο συγγραφέας συνέχει τον επωάζει, παρόλο που τον τρομοκρατεί, τον εκκολάπτει συνεχώς γιατί αδυνατεί να τον απορρίψει. Τον καταστρέφει, αλλά αυτός ξαναδημιουργείται.

 

 
Πέντε είναι τα βιβλία που είναι σημαδεμένα πάνω στη βιβλιοθήκη μου και τα προτείνω ανεπιφύλακτα για κάθε άνδρα:
1.Ο φύλακας στη σίκαλη, του J. D. Salinger,
2.Σφαγείο Νο 5, του Κερτ Βόνεγκαν,
3.Ο Πεταλούδας, του Ανρί Σαριέρ,
4.Η φάρμα των ζώων, του Τζωρτζ Όργουελ,
5.Η μητέρα του σκύλου, του Παύλου Μάτεσι
Το Νο 1, γιατί διαθέτει φρεσκάδα, ακμαίο φως και την αιώνια νεότητα που είναι άτρωτη μπροστά στο μοιραίο, προβάλλει το μόνιμο ανικανοποίητο ύφος της εφηβείας μ’ εκείνη την όμορφη έπαρση για την διαρκή ανατρεπτική σκέψη και την επιθυμία φυγής. Αυτό σε κάθε εποχή συγκλονίζει∙ η επιθυμία φυγής.
Το Νο 2 γιατί είναι ένα κλασικό αντιπολεμικό βιβλίο, μια υπερρεαλιστική σάτιρα του ανθρώπινου παραλογισμού και πατριωτισμού. Μιλά για τον βομβαρδισμό μιας Γερμανικής πόλης, της Δρέσδης με 125.000 νεκρούς μέσα σε μία νύχτα στο τέλος του 2ου Παγκόσμιο Πολέμου, γιατί μιλά για βομβαρδισμένα και για πειραγμένα μυαλά.
Το Νο 3 γιατί περιγράφει την άρνηση μιας παράλογης καταδίκης, μιλά για το ανθρώπινο πείσμα του ήρωα – ράκος από τις κακουχίες και τις φυλακίσεις – που βρήκε το κουράγιο να σχεδιάσει τη φυγή του από το νησί του Διαβόλου πάνω σε δυο κολοκύθες.
Το Νο 4 γιατί σε κάθε πλανήτη, σε κάθε γαλαξία, η υποκρισία και το ψέμα θα κυριαρχούν, για χάρη του συμφέροντος, προδίδοντας και συντρίβοντας συλλογικά οράματα και την ελπίδα για ένα καλύτερο κόσμο. Η διαύγεια και το χιούμορ του καθηλώνουν τον αναγνώστη, δείχνοντας παράλληλα πως ο άνθρωπος σε κάθε εποχή είναι ανίκανος να τα βγάλει πέρα με τα πάθη του.
Το Νο 5 γιατί η ζωή για χάρη της επιβίωσης εκρήγνυται, πληρώνοντας το τίμημα του εξευτελισμού, πληρώνοντας κάθε τίμημα. Γιατί δείχνει με ποιο τρόπο ο άνθρωπος όταν γίνει θηρίο ανελέητο προκαλεί πόνο και θλίψη.

 

 

 

 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Σημ1: Μ.Κούντερα Ο Πέπλος, Εστία 2005
Σημ 2: George SteinerΣιωπή των Βιβλίων, Ολκός 2006

 

 

 

****************

Ο Βασίλης Ν. Πης γεννήθηκε στην Κω των Δωδεκανήσων τον Δεκέμβρη του 1963. Μετά τις ημιτελείς σπουδές του στο τμήμα της σχολής φυσικομαθηματικών στην Ιταλία, επιστρέφει στην Ελλάδα. Εργάζεται στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου της Κω. Ποιήματά του έχει δημοσιεύσει το λογοτεχνικό περιοδικό «Περίπλους», η Βιβλιοθήκη της Εφημερίδας Ελευθεροτυπία, το ηλεκτρονικό περιοδικό «Ποιείν», το λογοτεχνικό περιοδικό της Λέρου: «Έκφραση Λόγου και Τέχνης», το λογοτεχνικό περιοδικό της Ρόδου «Νησίδες», και έχει εκδώσει βιβλία του, ο εκδοτικός οίκος: «Οδός Πανός» και ο
«Γαβριηλίδης» .

Διαβάστε περισσότερα